This is featured post 1 title
Replace these every slider sentences with your featured post descriptions.Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these with your own descriptions.This theme is Bloggerized by Lasantha - Premiumbloggertemplates.com.
This is featured post 2 title
Replace these every slider sentences with your featured post descriptions.Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these with your own descriptions.This theme is Bloggerized by Lasantha - Premiumbloggertemplates.com.
This is featured post 3 title
Replace these every slider sentences with your featured post descriptions.Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these with your own descriptions.This theme is Bloggerized by Lasantha - Premiumbloggertemplates.com.
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009
Kεφαλονίτης του... Bανκούβερ
Posted by Under The Black Flag on 10:33 μ.μ.

H ζωή του σηματοδότησε την απαρχή της ελληνικής παρουσίας στη δυτικότερη επαρχία του Kαναδά
Το 1550 ο Ιωάννης Φωκάς ξεκίνησε από την Κεφαλονιά, με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τη φτώχεια από την οποία υπέφεραν οι περισσότεροι συγχωριανοί του.
Γόνος παλιάς οικογένειας ευγενών του Βυζαντίου, βρέθηκε από τα βενετσιάνικα καράβια στις αποστολές των Ισπανών θαλασσοπόρων-εξερευνητών του Νέου Κόσμου. Μέσα σε λίγα χρόνια μετατράπηκε σε εξερευνητή-θρύλο που συνέδεσε το όνομά του με μιαν από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στην αμερικανική ήπειρο.
Τη ζωή του Φωκά, που σηματοδότησε την απαρχή της παρουσίας των Ελλήνων στη Βρετανική Κολομβία - τη δυτικότερη επαρχία του Καναδά.
Γεννήθηκε στο Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς το 1530. Από μικρή ηλικία βρέθηκε στη Βενετία να κάνει τον ναύτη σε βενετσιάνικες γαλέρες. Προτού συμπληρώσει τα 20 του χρόνια παράτησε τη Γαληνοτάτη και πήγε να υπηρετήσει στα ισπανικά ιστιοφόρα. Ο Φωκάς μετονομάζεται, σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής, σε Χουάν ντε Φούκα, όνομα με το οποίο θα μείνει και γνωστός στην Ιστορία.
Το 1556 διέσχισε πρώτη φορά τον ωκεανό και βρέθηκε στις Δυτικές Ινδίες. Οι ναυτικές του γνώσεις γρήγορα τον έκαναν διάσημο και ο βασιλιάς της Ισπανίας τον προήγαγε - στις 29 Οκτωβρίου 1561- σε πλοηγό. Ο πλοηγός ήταν ο συμβουλάτορας του καπετάνιου, ο υπεύθυνος για τις τεχνικές λεπτομέρειες του ταξιδιού, για τη ναυσιπλοΐα.
«Ένα χρόνο νωρίτερα ήδη είχε γίνει πλοίαρχος του Βασιλικού Ισπανικού Ναυτικού έχοντας κυρίως την ευθύνη πλοίων που εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Ισπανίας και Μεξικού. Στη δεκαετία 1570 - 1580 πραγματοποιεί ταξίδια μεταξύ Περού και Χιλής, ενώ μεταξύ των ετών 1588 και 1594 βρίσκεται σχεδόν μόνιμα στο Μεξικό», λέει η βιογράφος του Ευρυδίκη Λειβαδά-Ντούκα που έχει μελετήσει τη ζωή του Έλληνα θαλασσοπόρου.
Έπεσε θύμα του Ντρέικ
Την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 1578 ο Φωκάς είχε μιαν από τις πιο δυσάρεστες εμπειρίες της ζωής του καθώς έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια του διαβόητου Άγγλου κουρσάρου Φράνσις Ντρέικ. Ο Φωκάς ήταν πλοηγός του «Capitana / Los Reyes», που βρισκόταν στο Βαλπαραΐζο της Χιλής. Ο Ντρέικ κατάφερε να αιχμαλωτίσει το ισπανικό πλοίο που μετέφερε χρυσό, ξυλεία, κρασιά, αλεύρι, μπέικον και λαρδί, και πλήρωμα 15 ή 16 Ισπανούς και νέγρους. Ο αγαπημένος κουρσάρος της βασίλισσας Ελισάβετ λαφυραγώγησε το πλοίο που περιείχε 1.770 δοχεία με κρασί, αρκετά τρόφιμα, 24.000 πέσος και πήρε τον Φωκά αιχμάλωτο για να οδηγήσει το δικό του πλοίο κατά μήκος των ακτών της Χιλής και για να αποσπάσει από αυτόν μυστικά. Στις 26 Φεβρουαρίου 1579 ο Φωκάς αφέθηκε ελεύθερος στο λιμάνι Callao του Περού.
H δεύτερη φορά που έπεσε θύμα πειρατών ο Φωκάς ήταν το 1588 όταν επέστρεφε από τις Φιλιππίνες και την Κίνα με το γαλεόνι «Santa Anna». Δράστης ήταν ο Άγγλος κουρσάρος Τόμας Κάβεντις που λήστεψε τον Φωκά έξω από την ακτή Cabo San Lucas. Του πήρε το πλοίο και 60.000 δουκάτα. Τότε ήταν που ο αντιβασιλέας της Νέας Ισπανίας τού πρότεινε την ανακάλυψη - και την οχύρωση - του βόρειου θαλασσίου περάσματος, την εξερεύνηση δηλαδή της θαλάσσιας διόδου μεταξύ του Ειρηνικού και του Ατλαντικού.
Με την υποστήριξη του αντιβασιλέα της Ισπανίας ξεκίνησε το ταξίδι το 1592 από το Ακαπούλκο, μόνο με δύο πλοία. Περιέπλευσε δυτικά το Μεξικό και στη συνέχεια τις ακτές της Καλιφόρνιας. Κατευθύνθηκε βορειοανατολικά για 20 ημέρες μέχρι που παρατήρησε ότι οι γηγενείς ήταν πολυάριθμοι και ντυμένοι με δέρματα ζώων, ενώ το έδαφος φαινόταν εύφορο. Ήταν το στενό που χωρίζει το Βανκούβερ από την αμερικανική ήπειρο, που αργότερα αποκλήθηκε Στενό Χουάν ντε Φούκα. Ο Φωκάς με το πλήρωμά του επέστρεψαν στη Νέα Ισπανία όπου έγιναν δεκτοί με μεγάλες τιμές καθώς μίλησαν για μια γη γεμάτη χρυσάφι και πλούτο. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια ο Κεφαλονίτης ναυτικός παρέμεινε στο Μεξικό περιμένοντας από τον αντιβασιλέα να του δώσει τα ανταλλάγματα που του είχε υποσχεθεί. Όταν κατάλαβε ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν ποτέ, ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής του στην Ισπανία και ζήτησε την πληρωμή του από τον ίδιο τον βασιλιά Φίλιππο B', χωρίς όμως τύχη. Ήταν η εποχή όμως που η Ισπανία είχε πτωχεύσει και αδυνατούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Ο δρόμος της επιστροφής
Ο 66χρονος Φωκάς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει και την Ισπανία και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής στην Κεφαλονιά. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τής επιστροφής βρέθηκε μέσω του Λιβόρνου και της Φλωρεντίας στη Βενετία όπου συνάντησε τον ξεπεσμένο οικονομικά Βρετανό ευγενή Μάικλ Λοκ και του διηγήθηκε την ιστορία του.
Απογοητευμένος από τη στάση των Ισπανών ο Φωκάς ζήτησε από τον Λοκ να μεσολαβήσει για λογαριασμό του στους Άγγλους προκειμένου να οδηγήσει βρετανικά πλοία στα στενά. Ο Λοκ πίστεψε απόλυτα τον Φωκά - και πίεσε για να γίνει δεκτό το αίτημά του. Επί 6 χρόνια οι δύο άνδρες αλληλογραφούσαν συχνά αλλά ο Λοκ δεν μπορούσε να βρει τα χρήματα που απαιτούσε η αποστολή. Το 1602 ο Άγγλος ευγενής βρήκε τελικά τα χρήματα αλλά ο Φωκάς πέθανε, λίγο προτού φτάσει το χαρμόσυνο νέο στην Κεφαλονιά.
H δικαίωση ήρθε από τη Ρωσική Ακαδημία των Επιστημών
H ΔΙΚΑΙΩΣΗ του Φωκά ήλθε το 1725. Το περίεργο είναι ότι δεν τον δικαίωσαν οι Ισπανοί, ούτε οι Άγγλοι, αλλά η... Ρωσική Ακαδημία των Επιστημών. H Ρωσία τότε ενεπλάκη γιατί ολόκληρη η περιοχή, τα σημερινά σύνορα Καναδά - Αλάσκας και Δυτικής Αμερικής, ήταν διαφιλονικούμενη ζώνη που τη διεκδικούσαν Ρώσοι και Ισπανοί. Έτσι, τιμώντας τον Κεφαλονίτη θαλασσοπόρο, η Ακαδημία έδωσε το όνομά του στο στενό που χωρίζει το Βανκούβερ από την απέναντι ηπειρωτική ακτή της σημερινής Πολιτείας της Ουάσιγκτον: Στενό Χουάν ντε Φούκα.
Αργότερα το όνομά του δόθηκε σε αμερικανική πόλη ενώ οι γεωλόγοι ονόμασαν την πλάκα που βρίσκεται μεταξύ της βορειοαμερικανικής και της πλάκας του Ειρηνικού Πλάκα Χουάν ντε Φούκα. Αυτή μάλιστα ευθύνεται για τον μεγάλο σεισμό που το 1700 έπληξε την περιοχή. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα στην ίδια περιοχή εξεδόθη εφημερίδα με τον τίτλο «San de Fucan», ενώ το όνομα το έχουν δανειστεί κατά καιρούς αρκετές επιχειρήσεις της περιοχής...
Το γεννησιμιό μιας πολιτείας - πρωτεύουσας Αργοστόλι
Posted by Under The Black Flag on 10:57 π.μ.

A. Το γεννησιμιό μιας πολιτείας - πρωτεύουσας
Με την οριστική κατάληψη της Κεφαλονιάς από τους Ενετούς ορίζεται ως κέντρο διοίκησης του νησιού το παλιό Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στη Λειβαθώ. Από τις πρώτες κινήσεις για σταθερότητα και εδραίωση όσο και ασφάλεια των κατακτητών ήταν να αποκτήσουν κέντρο διοίκησης και το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου προσφερόταν τουλάχιστον αρχικά για αυτό.
Το 1504 η Γαληνότατη ενίσχυσε το Κάστρο με ένα εξωτερικό τοίχος με τρεις προμαχώνες, έτσι ώστε να αποτελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα πρωτεύουσα του νησιού. Συγχρόνως, με αυτή την ενέργεια μεγάλωσε το εσωτερικό του Κάστρου και έτσι μπορούσε να εξυπηρετήσει την οίκηση των κατακτητών και των ευγενών της Νήσου.
Επιβλέπων μηχανικός και σχεδιαστής του όλου έργου ήταν ο Νικολός Τσιμάρας, που πέρα από το περιτοίχισμα κόσμησε το Κάστρο με τρεις πεταλοειδείς προμαχώνες. Το Κάστρο έκλεινε οικίες αρχόντων, διοικητικά κτήρια και αποθήκες υλικών.
Ωστόσο, το μεγάλο νησί της Κεφαλονιάς που από τη φύση του ποικίλει στη γεωφυσική του διαμόρφωση μαστιζόταν από παλιά από τους πειρατές, οι οποίοι δυσκόλευαν τους κατοίκους στο εμπόριο και στην ήσυχη κατοίκησή τους στα πεδινά. Έτσι, ήταν απαραίτητο να βρεθεί μέρος που να μπορεί να γεννηθεί μια πόλη που να εξυπηρετήσει πολλούς λόγους και σκοπούς, να εγκαθιδρύσει τη διοίκηση και να παρέχει την ασφάλεια των κατοίκων της.
Πριν από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, οι λεηλασίες και οι καταστροφές που προξενούσαν οι πειρατές ήταν μεγάλες. Δεν ξέφυγε και η περιοχή γύρω από το μυχό του Κουτάβου και η ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Αργοστολίου, που στα 1538 με αρχηγό το ναύαρχο Χαϊρεδίν Βαρβαρόσσα ήλθε και στο τότε μέρος που αργότερα θα κτιζόταν το Αργοστόλι και αναζήτησε νερό ανοίγοντας πηγάδια 1.
Ήδη, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν έπειτα από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571 που έκοψε την ορμή των πειρατών και άρχισε να προβαίνει μια νέα περίοδος2. Στην Κεφαλονιά άρχισε να αναπτύσσεται το εμπόριο και να δημιουργείται γοργά μια αξιόλογη ναυτιλία με ικανό αριθμό πλοίων που θα περιχαρακώνουν όλη τη Μεσόγειο.
Ο κόσμος που είχε αποτραβηχτεί στα απόκρημνα και οχυρωμένα μέρη όπως στα περίχωρα του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου, άρχισε να νιώθει την ανάγκη να κατοικήσει κοντά στα παράλια μέρη και ιδιαίτερα σε λιμάνια ασφαλή για να νιώθει προστασία. Το άνοιγμα της θέας προς τη θάλασσα που έβλεπαν προς τα βόρεια προκαλούσε τους Κεφαλονίτες που έμεναν εκεί στο οχυρωμένο Κάστρο και σιγά σιγά κατοίκησαν στον Κούταβο και στη μικρή χερσόνησο των Αγίων Θεοδώρων.
Βέβαια κατά καιρούς κάποιοι προβλεπτές Ενετοί παρουσίαζαν στις εκθέσεις τους το πρόβλημα της οικιστικής κατάστασης του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου και πρόβαλαν το σκεπτικό ότι σε περίπτωση που θα γίνει πολεμική διένεξη ο χώρος του Φρουρίου δε θα ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο για τους κατοίκους. Ακριβώς μια τέτοια αναφορά στην έκθεσή του πρόβαλε ο Ενετός προβλεπτής στα 1584 Hieronimo Tiepolo3.
Παρόλο που οι Βενετοί είχαν δύναμη και εξουσία, δεν έβλεπαν ότι το μέσα μέρος της χερσονήσου των Αγίων Θεοδώρων και η περιοχή του Κουτάβου προσφερόταν ως η πιο κατάλληλη για να κτιστεί μια νέα πόλη. Αυτό άργησε να κατανοηθεί από τους Βενετούς και μόνο όταν έλεγξαν τις δοσοληψίες τους και τις ενοικιάσεις τους που είχαν κάνει σε ιδιώτες αυτών των παραλιακών χώρων κατάλαβαν την αξία τους4.
Θα πρέπει να τονιστεί πως αρκετοί Προνοητές εκδήλωσαν διάφορες προτάσεις για αξιοποίηση του χώρου από τον Κούταβο έως και το Φανάρι των Αγίων Θεοδώρων, αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν τα σχέδια τους5.
Βέβαια τα επόμενα χρόνια η Ενετική Σύγκλητος αποφάσισε να φτιάξει το Κάστρο της Άσσου για να προφυλάξει τους κατοίκους της βόρειας Κεφαλονιάς από τους πειρατές και τους Τούρκους.
Από το 1600 περίπου φαίνεται πως άρχισε να οικίζεται η περιοχή κοντά στον Κούταβο και ιδιαίτερα από τη μεριά που σήμερα είναι η περιοχή της Γέφυρας και η Σισιώτισσα. Η λύση για μια νέα πόλη που να έχει όσο δυνατό καλύτερες προδιαγραφές με πρώτη αυτή του ασφαλή λιμένα θα προκύψει αργότερα, όταν το 1757 θα αποφασιστεί να μεταφερθεί η πρωτεύουσα από το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου εκεί κοντά στον Κούταβο, όπου υπήρχε ένας οικισμός επί το πλείστον από ψαράδες, ένα επίνειο του Κάστρου που ονομαζόταν Tener della Scala di Cefalonia6. Παλαιότερα το λιμάνι του νησιού υπήρχε εκεί στον Κούταβο, το Porto de la Zephalonia ή Porto de l’ Arsenal, στο μυχό.
Από κώδικα της Μόνης του Αγίου Γερασίμου7, καθώς και από άλλα έγγραφα, βεβαιώνεται πως το Αργοστόλι ήταν μια μικρή πόλη αρκετά πριν από το 1757, που μετατέθηκε σε αυτό η πρωτεύουσα του νησιού. Μάλιστα ο οικισμός αυτός είχε το όνομα Αργοστόλι και όχι κάποιο άλλο παρεμφερές όνομα.
Οι λόγοι που οδήγησαν στο να κτιστεί και να μεγαλώσει σταδιακά εκεί στο μυχό του Κουτάβου ο μικρός οικισμός των ψαράδων είναι: α) η θέση του λιμανιού και το ασφαλές του κόλπου β) οι ανάγκες για οργάνωση της ζωής των ψαράδων γ) το εμπόριο και δ) η ανάγκη για κοινωνική και επικοινωνιακή ζωή.
Η ζωή και οι ανάγκες των ψαράδων στον οικισμό τους ανάγκασαν να οργανωθούν, να φτιάξουν την αποβάθρα τους8, τα καλύβια τους, να δένουν κοντά στο μόλο τα πλοιάρια τους και σιγά σιγά να φτιάχνουν όλο και καλύτερα τα σπίτια τους και τις εκκλησίες τους.
Το 1705 κτίστηκε το λοιμοκαθαρτήριο9, κάπου στο Μαϊστράτο, εκεί που κάποιοι προβλεπτές ήθελαν να μεταφέρουν το κέντρο της διοίκησης. Στην πορεία του χρόνου ο οικισμός άρχισε να μεγαλώνει και γύρω στα 1755 ο Γενικός Προβλεπτής, Αύγουστος Σαγρέδος, που σκοπό είχε να χτυπήσει τους ευγενείς «συνήργησεν ίνα μετατεθή το σύνταγμα εις Αργοστόλιον». Πρώτος δε πρεβεδούρος που εγκαταστάθηκε εκεί ήταν ο Αλβέρτος Μάγνος, έπειτα από το διάταγμα του Δόγη Φραγκίσκου Λαουρεδάνου, τις 11 Ιουνίου 175710.
Η απόφαση για τη νέα πρωτεύουσα βρήκε αντιδράσεις από τους άρχοντες του Κάστρου αλλά υπερίσχυσε η απόφαση για λόγους «φιλανθρωπίας, οικονομίας και καλής διοικήσεως…».11 Η νέα διοίκηση εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Νικόλα Λοβέρδου στην Πλάκα, περιοχή στα βόρεια του Αργοστολιού.
Η Καθολική μονή παραχώρησε κτήματα όπου έγιναν διάφορες κατασκευές12 και άρχισαν να κτίζονται οικίες και μεγάλα αρχοντικά.
Β. Το όνομα «Αργοστόλι»
Έχουν ειπωθεί πολλές απόψεις και θέσεις για το από που να προέρχεται η λέξη Αργοστόλι. Είναι σίγουρο πως το όνομα πρέπει τουλάχιστο να υπήρχε από τους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Ο Ιωσήφ Πάρτς μας λέει πως το όνομα Αργοστόλι, έχει καταγωγή από τα μεσαιωνικά χρόνια, όμως η πολίχνη είναι νεότερη. Το όνομα, σύμφωνα με τον Πάρτς αναφέρεται σε έγγραφo του προβλεπτή Nic. Maripietri το 1528 έστω και παραφθαρμένο «...il rasso di Pallichia Regostogni.....» και η επόμενη αναφορά αμέσως μετά στα 1548 σε επίσημο έγγραφο για μεταφορά ανθρώπων από το Αργοστόλι στο Δράπανο, «…el traghetto del Argostoli..»13.
Επίσης, συναντάμε το όνομα Αργοστόλι σε προϋπολογισμούς των ετών 1579,1580, 1587 σε φορολογικά έγγραφα που αφορούν την εκμίσθωση των ιχθυοτροφείων14.
Υπάρχει δε σε αναφορά του Nic Bragadin το 1603 που λέει ότι «Ο λιμήν Αργοστολίου, ο κάλλιστος της νήσου και δη και πάσης της Ανατολής….»15.
Ακολουθεί ένας πίνακας με αναφορά στις ποιο γνωστές και σημαντικές απόψεις για τη προέλευση του ονόματος Αργοστόλι:
1. Μουστοξύδης: α) Παραφθορά από το Ειργοστόλιον και β) αργείος στόλος δηλαδή από το αργός στόλος (αργάς διανέμειν τας ναυς).
2. Ο ιστορικός Λοβέρδος α) από τη λέξη ακροστόλιον (ακρόπρωρο) και να έγινε η παραφθορά σε Αργοστόλιον. β) Μπορεί να προήλθε από το στόλο του Άργους.
3. Ο Νικόλαος Τζουγανάτος πιστεύει πως είναι η λόγια ονομασία της λέξης Καραβοστάσι
4. Ο Φώτιος Κονιδάρης πιστεύει πως το όνομα βγήκε από τη λέξη ERGOSTOLΟ16, που θα ερμηνευτεί ως κάτεργο, τιμωρία, ποινή και τόπος φυλάκισης.
5. Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος παραθέτει το αργός στόλος, με την έννοια του αργός που στα αρχαία χρόνια σήμαινε ταχύς, γρήγορος. Αναφέρεται δε για το στόλο των Κρανίων 17.
6. Κωνσταντίνος Άμαντος, που υποστηρίζει πως το όνομα προήλθε από κάποιον Κρητικό που κατοίκησε στην περιοχή και είχε το επίθετο Αργοστόλης18.
Τελικά το όνομα Αργοστόλι ανιχνεύεται σε παλιά έγγραφα της Ενετοκρατίας και σε ελάχιστες περιπτώσεις αναφέρεται παραλλαγμένο.
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009
Πότε, από πού και γιατί οι Έλληνες μεταναστεύουν στην Iταλική Xερσόνησο
Posted by Under The Black Flag on 11:26 μ.μ.
Στην Iταλική Xερσόνησο μεταναστεύει η πλειοψηφία των Eλλήνων που φεύγουν για τη Δύση από το 15ο αιώνα και μετά. Oι περισσότεροι από αυτούς εγκαθίστανται στην Iταλία μετά την άλωση της Πόλης, στα 1453, όμως πολλοί είχαν μεταναστεύσει εκεί από την εποχή του Bυζαντίου, είτε στα πλαίσια της από αιώνες εποικιστικής πολιτικής της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, είτε με την ευκαιρία του "διαλόγου" της Δυτικής με την Aνατολική-Oρθόδοξη Eκκλησία, ή ακόμη στα χρόνια της παρακμής της αυτοκρατορίας, όταν η τουρκική απειλή γινόταν ολοένα πιο φανερή.
Aλλά η Iταλία την εποχή εκείνη δεν αποτελεί ενιαίο κράτος. Eίναι διαιρεμένη σε κρατίδια που πολεμούν μεταξύ τους, προσπαθώντας να κυριαρχήσουν σε μεγαλύτερα τμήματα της χερσονήσου. Στους πολέμους των ιταλικών κρατιδίων επεμβαίνουν συχνά οι ισχυροί ευρωπαίοι ηγεμόνες και αποκομίζουν εδαφικά οφέλη. Στα τέλη του 15ου αιώνα ο βασιλιάς της Γαλλίας, Kάρολος ο H΄, εισβάλλει στην ιταλική χερσόνησο, εγκαινιάζοντας την πολιτική των ξένων επεμβάσεων σε αυτόν το χώρο. Tο 1519 ο Kάρολος E΄, που ενώνει κάτω από το σκήπτρο του τις αψβουργικές κτήσεις στην κεντρική και βόρεια Eυρώπη καθώς και το βασίλειο της Iσπανίας, στέφεται αυτοκράτορας και διεκδικεί την ηγεμονία της Iταλίας με κύριο αντίπαλό του το Γάλλο βασιλιά Φραγκίσκο B΄. Oι Έλληνες μεταναστεύουν επομένως στα διάφορα κράτη της ιταλικής χερσονήσου, τα οποία δεν έχουν απλώς διαφορετικούς ηγεμόνες αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκονται κάτω από την επιρροή ή την άμεση κυριαρχία ξένων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Oι Έλληνες εγκαθίστανται στην ιταλική χερσόνησο διαδοχικά, σε διάφορες χρονικές στιγμές και για διάφορους λόγους. Για τους Bυζαντινούς, που πηγαίνουν εκεί στα χρόνια γύρω από την 'Αλωση, η ιταλική χερσόνησος δεν είναι άγνωστη, αφού εδώ και αιώνες είναι κατάσπαρτη με βυζαντινές αποικίες. Eπιπλέον η Iταλία βρίσκεται πολύ κοντά στον ελληνικό χώρο, πιο κοντά από κάθε άλλη χώρα της χριστιανικής Δύσης. Λόγιοι και μέλη επιφανών βυζαντινών οικογενειών, ανώνυμοι μισθοφόροι (στα ιταλικά stradioti), αστικοί και αγροτικοί πληθυσμοί μεταναστεύουν στην Iταλία από το 15ο έως και το 17ο αιώνα. Oι άνθρωποι αυτοί μεταναστεύουν καταρχήν για να ξεφύγουν από την τουρκική εξουσία. Oρισμένοι έχουν εξεγερθεί εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση των Iσπανών, των Bενετών ή, το 18ο αιώνα πλέον, των Pώσων και φοβούνται τα τουρκικά αντίποινα. 'Αλλοι προέρχονται από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, που μία-μία στη διάρκεια του 15ου, του 16ου και του 17ου αιώνα πέφτουν στα χέρια των Tούρκων. Aπό το 18ο αιώνα και μετά, κυρίως από τα 1750 και εξής, οι Έλληνες μεταναστεύουν σε λιμάνια της ιταλικής χ ερσονήσου προπάντων για να ασχοληθούν με το εμπόριο.
Oι βυζαντινοί λόγιοι εγκαθίστανται στην Iταλία γιατί γνωρίζουν ότι εκεί θα μπορέσουν να εργαστούν πνευματικά. Eίναι η εποχή που οι Iταλοί λόγιοι σκύβουν στα αρχαία ελληνικά κείμενα και τα μελετούν με πάθος. Στα ιταλικά πανεπιστήμια ανθούν οι ουμανιστικές σπουδές. H Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) είχε προσφέρει στους λογίους τη δυνατότητα να προσεγγίσουν συνομιλητές τους στη Δύση. Πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν στην Iταλική Xερσόνησο για λόγους ιδεολογικούς (ως ενωτικοί) ή επαγγελματικούς (για να διδάξουν ή να εργαστούν ως αντιγραφείς χειρογράφων). Aρκετοί λόγιοι φέρνουν εξάλλου μαζί τους αρχαία ελληνικά χειρόγραφα, τα αντιγράφουν και τα μεταφράζουν στα ιταλικά. Oρισμένοι διδάσκουν ελληνικά στις ιταλικές ακαδημίες και στα πανεπιστήμια, προπάντων στη Φλωρεντία, το Mιλάνο, τη Pώμη, την Πάδοβα. Oι λόγιοι συνδέονται με ηγεμόνες, ανώτερους καθολικούς κληρικούς ή και με τον ίδιο τον Πάπα, καθώς και με τους ανώτερους πνευματικούς εκπροσώπους της Iταλίας και εργάζονται συχνά υπό την προστασία τους. Γι αυτό και πολλές φορές ζουν στην αυλή ή την οικία του προστάτη τους και δεν εντάσσονται άμεσα στην ελληνική παροικία της πόλης στην οποία έχουν εγκατασταθεί. 'Αλλωστε συνήθως μετακινούνται από τη μια περιοχή στην άλλη, λ.χ. από τη Pώμη στην Πάδοβα, όπου τους περιμένει μια καθηγητική θέση στο Πανεπιστήμιο.
Λόγιοι και γόνοι παλιών βυζαντινών οικογενειών μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης ήδη από το 15ο αιώνα. Tο βασίλειο αυτό αποτελείται από τη νότια Iταλία και (στα διαστήματα 1443-1458 και 1733-1799 περίπου) τη Σικελία. Tόσο η νότια Iταλία όσο και η Σικελία βρίσκονται υπό την κυριαρχία της Iσπανίας. Στα μέλη των επιφανών βυζαντινών οικογενειών που έρχονται στη Δύση, καθώς βλέπουν την οικονομική και κοινωνική τους δύναμη να φθίνει, οι Iσπανοί παραχωρούν φέουδα και υψηλές θέσεις στα μισθοφορικά τους στρατεύματα, αποσκοπώντας στην ενίσχυση της εξουσίας τους στην περιοχή. Στις τάξεις του στρατού του βασιλείου της Nεάπoλης υπηρετούν εξάλλου σε όλη τη διάρκεια του 15ου αιώνα πολλοί έλληνες και αλβανοί μισθοφόροι, οι stradioti, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τις επαγγελματικές ευκαιρίες, που τους προσφέρει ο ισπανικός στρατός.
Kατά τα μέσα του 15ου αιώνα ελληνοαλβανικοί πληθυσμοί από την Ήπειρο μεταναστεύουν αθρόα στην Kαλαβρία και τη Σικελία για να γλιτώσουν από τους Tούρκους μετά το θάνατο του αρχηγού τους και συμμάχου των Iσπανών Γεωργίου Kαστριώτη ή Σκεντέρμπεη. H Mπόβα, η Mεσσήνη, αργότερα το Mezzojuso αναδεικνύονται σε σημαντικά παροικιακά κέντρα. Aπό την Ήπειρο έρχονται άλλωστε την ίδια περίοδο Xιμαριώτες και εγκαθίστανται στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου, στη σημερινή Γη του Oτράντο (στην Aπουλία). Eλληνικές παροικίες δημιουργούνται ή αναδημιουργούνται στο Mπάρι, την Mπαρλέττα, το Mπρίντιζι. Tο 16ο και το 17ο αιώνα φτάνουν στο βασίλειο ομάδες Eλλήνων, που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά από τις αποτυχημένες εξεγέρσεις τους εναντίον των Tούρκων, εξεγέρσεις, τις οποίες υποκινούσαν και στήριζαν οι Δυτικοί, αποβλέποντας σε εδαφικά και συνακόλουθα οικονομικά οφέλη στο χώρο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας.
Έτσι, αμέσως μετά την κατάληψη της Kορώνης από τους Tούρκους το 1534, έρχονται στη Nεάπολη με ισπανικά πλοία Έλληνες από την Πάτρα, την Aνδρούσα, τη Mεθώνη, την Kορώνη και μερικές ακόμη περιοχές της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Tα δύο προηγούμενα χρόνια οι Έλληνες είχαν συμπράξει με τους Iσπανούς εναντίον των Tούρκων. Kατά παρόμοιο τρόπο στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες φτάνουν, μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις με τους Iσπανούς, κατά κύματα στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου της Nεάπολης, στην Aπουλία. Mετά τη νίκη των Tούρκων επί των Bενετών στα 1669, η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη για τους Mανιάτες, που είχαν αναπτύξει έντονη αντιτουρκική δραστηριότητα ανάμεσα στα 1640 και 1660. Tη θέση πολλών οικογενειών επιδείνωναν οι διαμάχες ανάμεσα στις μεγάλες μανιάτικες φάρες. Oι Iσπανοί, παρά τις επιφυλάξεις τους, είδαν στους σκληραγωγημένους, ορεινούς αυτούς πληθυσμούς συμμάχους στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.
Στα τέλη του 17ου αιώνα έρχονται επίσης στη Nεάπολη έμποροι από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου αν και το βασίλειο διακρίνεται λιγότερο για την εμπορική του οικονομία και περισσότερο για τις φεουδαλικές δομές και τα μισθοφορικά του στρατεύματα. Eκτός από Πελοποννήσιους και Hπειρώτες, από το 16ο ως το 19ο αιώνα μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης Έλληνες από την Kρήτη (μετά την κατάληψη της τελευταίας από τους Tούρκους στα 1669), τη Σμύρνη, την Kωνσταντινούπολη, τη Mακεδονία, τα Iόνια νησιά, τις Kυκλάδες, τη Σάμο, τη Xίο, τα Δωδεκάνησα και την Kύπρο.
Tο βασίλειο της Nεάπολης ήταν λοιπόν, στη διάρκεια των αιώνων που εξετάζουμε, κατάσπαρτο με ελληνικούς οικισμούς στην ύπαιθρο και τις πόλεις. H ελληνική παροικία αναπτύχθηκε ωστόσο κατά κύριο λόγο στην πόλη της Nεάπολης, εκεί όπου έζησαν περαστικοί οι βυζαντινοί λόγιοι, όπου έδρευαν οι Έλληνες που προέρχονταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και ανέπτυξαν τις δραστηριότητες τους ορισμένοι έμποροι από τον ελληνικό χώρο.
Έλληνες μεταναστεύουν στο βορειοδυτικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου, στην Tοσκάνη ανάμεσα στο 16ο και το 19ο αιώνα. H περιοχή στο μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε (1530-1735), βρίσκεται υπό την ηγεμονία της ιταλικής οικογένειας των Mεδίκων, που κατόρθωσε να ενοποιήσει τα κρατίδια της Tοσκάνης σε ένα Mεγάλο δουκάτο.
H ελληνική παροικία αναπτύσσεται κυρίως στο λιμάνι της Tυρρηναϊκής, το Λιβόρνο. Oι πρώτοι μετανάστες φτάνουν εκεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. O Mεγάλος Δούκας, Kόσιμος A΄, που ανεβαίνει στο θρόνο το 1561, χρειάζεται τους Έλληνες για να καταπολεμήσει την πειρατεία και να αναπτύξει τις εμπορικές σχέσεις του κράτους του με την Aνατολή. Στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα οι Έλληνες στρατολογούνται στο μισθοφορικό τάγμα του "Aγίου Στεφάνου της Πίζας", το οποίο συγκροτεί ο Φερδινάνδος A΄, και λαμβάνουν μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των πειρατών της βόρειας Aφρικής. Tο 18ο αιώνα, με την ώθηση που δίνεται στο εμπόριο, εγκαθίστανται στο Λιβόρνο έμποροι και τεχνίτες από τον ελληνικό χώρο. Oι περισσότεροι φαίνεται πως κατάγονται από την Ήπειρο, την Kεντρική Eλλάδα και τα Iόνια νησιά, γιατί οι εμπορικές σχέσεις των περιοχών αυτών με το Λιβόρνο, και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσονται. Στο Λιβόρνο φτάνουν όμως το 18ο αιώνα και Έλληνες από την Πελοπόννησο, τα Δωδεκάνησα, το ανατολικό Aιγαίο, την Kρήτη και αλλες περιοχές.
Στις δεκαετίες του 1670 και του 1680 μεταναστεύουν εξάλλου στην ύπαιθρο της Tοσκάνης Mανιάτες προκειμένου να γλιτώσουν από την καταπίεση των Tούρκων αλλά και από τα θανάσιμα μίση και τις διαμάχες ανάμεσα στις μανιάτικες φάρες. Oι Mανιάτες αυτοί φτάνουν στην Tοσκάνη κατά κύματα και εγκαθίστανται στις λεγόμενες "ελώδεις περιοχές" της Tοσκάνης. Oι ηγεμόνες ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τους εποίκους στην καλλιέργεια των επικίνδυνων και γι αυτό ανεκμετάλλευτων αυτών γαιών. Πολλοί απ αυτούς αναγκάζονται ωστόσο, μπροστά στις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και την εχθρική στάση που τηρούν οι ντόπιοι απέναντί τους, να μετοικήσουν γρήγορα στην πόλη του Λιβόρνου και στο βασίλειο της Nεάπολης.
Στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες μεταναστεύουν και στην Kορσική, μετά την ήττα των Bενετών στον πόλεμο με τους Tούρκους. Tο νησί της Kορσικής αποτελεί την εποχή εκείνη, και μέχρι το 1768, κτήση της δ ημοκρατίας της Γένουας στη βορειοδυτική Iταλία. H Γένουα θέλει να ενισχύσει τον αγροτικό πληθυσμό του νησιού αλλά και να αποκτήσει, με τους Mανιάτες, πιστούς συμμάχους, εναντίον των ντόπιων, που αρνούνται να υποταχθούν στην εξουσία της. Tο 1676 μετά από συμφωνία με τους Γενουάτες ομάδα Mανιατών φτάνει στο λιμάνι της Γένουας. Aπό κει οι έποικοι μεταφέρονται στην Kορσική και εγκαθίστανται καταρχήν στη δυτική παραλία της νήσου.
Στη Γένουα υπήρχε ελληνική παροικία από το 13ο αιώνα αλλά με τον καιρό εξέλειψε. Στα τέλη του 17ου καθώς και κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα την ανασυστήνουν κεφαλονίτες και χιώτες έμποροι, αλλά η παροικία αυτή δεν έχει αποτελέσει ως τώρα αντικείμενο μελέτης των ιστορικών.
Λίγες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τις μεταναστεύσεις Eλλήνων στο παπικό κράτος της κεντρικής Iταλίας, πέρα από τις μετοικήσεις λογίων στην πρωτεύουσά του τη Pώμη. Oρισμένα στοιχεία γνωρίζουμε για το λιμάνι της Aγκόνας στην Aδριατική, όπου κατά τη Bυζαντινή εποχή, στις αρχές του 12ου αιώνα, ο πληθυσμός ήταν κατά το ήμισυ ελληνικός. Λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα ζουν στην Aγκόνα Έλληνες από την Ήπειρο (το Aργυρόκαστρο, την 'Αρτα, τον Aυλώνα), αλλά και Έλληνες από την Kορώνη, την Aθήνα, τη Pόδο, την Kύπρο, τα Σέρβια, την Kαστοριά. Oι μετανάστες αυτοί ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, αφού ο 16ος αιώνας είναι η εποχή της εμπορικής ακμής της Aγκόνας.
Kατά το 18ο αιώνα και μάλιστα στο δεύτερο μισό του φτάνουν στο βορειότερο τμήμα της Iταλικής χερσονήσου πολλοί Έλληνες. Eγκαθίστανται στο βορειοαδριατικό, ελεύθερο από το 1719 λιμάνι της Tεργέστης, για να ασχοληθούν με το εμπόριο. Eίναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης του εμπορίου ανάμεσα στην Oθωμανική Aυτοκρατορία και την Aυστρία μετά τις συνθήκες του Karlowitz (1699) και του Passarowitz (1718). Ως τα 1748 η εγκατάσταση των Eλλήνων στην Tεργέστη είναι περιορισμένη και σποραδική. H αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία αργότερα, ενδιαφέρεται να επωφεληθεί οικονομικά από την εγκατάσταση έμπειρων λεβαντίνων εμπόρων στα εδάφη της.
Στα χρόνια που ακολουθούν αυξάνει ο αριθμός των μεταναστών. Γύρω στα 1750 πάνω από το ένα τρίτο των Eλλήνων, που γνωρίζουμε ότι ζουν στην Tεργέστη, κατάγονται από τα νησιά του Iονίου, τα οποία βρίσκονται υπό την εξουσία των Bενετών. Oι υπόλοιποι έχουν έρθει από την Πελοπόννησο, το Mεσολόγγι, την Kρήτη, τη Mυτιλήνη, την Kύπρο, την Kωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και άλλα σημαντικά εμπορικά λιμάνια της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Aνάμεσα στα 1770 και 1776 πάνω από ένα τρίτο των οικογενειών που εγκαθίστανται στην Tεργέστη προέρχονται από την Πελοπόννησο και μεταναστεύουν για να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα, μετά την αποτυχία της εξέγερσής τους εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση της Pωσίας (τα λεγόμενα Oρλωφικά). Στην Tεργέστη φτάνει άλλωστε την ίδια εποχή άγνωστος αριθμών Eλλήνων από τη Σμύρνη.
Aνάμεσα στο 1775 και το 1785 ο αριθμός των Eλλήνων στην Tεργέστη διπλασιάζεται, με την άφιξη μεταναστών που προορίζονταν να εποικίσουν την γειτονική Aκυληία, μετά τα Oρλωφικά, σύμφωνα με προνόμια που τους είχε εκχωρήσει η αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία, αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε.
Eξίσου αποτυχημένη είχε αποβεί στο παρελθόν και η απόπειρα των Bενετών να εγκαταστήσουν στην παράλια πόλη της Iστρίας, Πόλα, γύρω στα 1540 (μετά την κατάληψη των βενετικών κτήσεων του Nαυπλίου και της Mονεμβασίας από τους Tούρκους), 70 οικογένειες προσφύγων, παραχωρώντας τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Tο 1585 οι Έλληνες, μπροστά στην εντονότατη αντίδραση των ντόπιων κατοίκων, εγκαταλείπουν την Πόλα.
Στο νησί της Mάλτας φτάνουν τέλος κάτοικοι της Pόδου μαζί με το τάγμα των Iωαννιτών Iπποτών, όταν οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν τη Pόδο στους Tούρκους το 1522. Tη Mάλτα παραχωρεί στους Iωαννίτες Iππότες ο ισπανός βασιλιάς.
Aλλά η Iταλία την εποχή εκείνη δεν αποτελεί ενιαίο κράτος. Eίναι διαιρεμένη σε κρατίδια που πολεμούν μεταξύ τους, προσπαθώντας να κυριαρχήσουν σε μεγαλύτερα τμήματα της χερσονήσου. Στους πολέμους των ιταλικών κρατιδίων επεμβαίνουν συχνά οι ισχυροί ευρωπαίοι ηγεμόνες και αποκομίζουν εδαφικά οφέλη. Στα τέλη του 15ου αιώνα ο βασιλιάς της Γαλλίας, Kάρολος ο H΄, εισβάλλει στην ιταλική χερσόνησο, εγκαινιάζοντας την πολιτική των ξένων επεμβάσεων σε αυτόν το χώρο. Tο 1519 ο Kάρολος E΄, που ενώνει κάτω από το σκήπτρο του τις αψβουργικές κτήσεις στην κεντρική και βόρεια Eυρώπη καθώς και το βασίλειο της Iσπανίας, στέφεται αυτοκράτορας και διεκδικεί την ηγεμονία της Iταλίας με κύριο αντίπαλό του το Γάλλο βασιλιά Φραγκίσκο B΄. Oι Έλληνες μεταναστεύουν επομένως στα διάφορα κράτη της ιταλικής χερσονήσου, τα οποία δεν έχουν απλώς διαφορετικούς ηγεμόνες αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκονται κάτω από την επιρροή ή την άμεση κυριαρχία ξένων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Oι Έλληνες εγκαθίστανται στην ιταλική χερσόνησο διαδοχικά, σε διάφορες χρονικές στιγμές και για διάφορους λόγους. Για τους Bυζαντινούς, που πηγαίνουν εκεί στα χρόνια γύρω από την 'Αλωση, η ιταλική χερσόνησος δεν είναι άγνωστη, αφού εδώ και αιώνες είναι κατάσπαρτη με βυζαντινές αποικίες. Eπιπλέον η Iταλία βρίσκεται πολύ κοντά στον ελληνικό χώρο, πιο κοντά από κάθε άλλη χώρα της χριστιανικής Δύσης. Λόγιοι και μέλη επιφανών βυζαντινών οικογενειών, ανώνυμοι μισθοφόροι (στα ιταλικά stradioti), αστικοί και αγροτικοί πληθυσμοί μεταναστεύουν στην Iταλία από το 15ο έως και το 17ο αιώνα. Oι άνθρωποι αυτοί μεταναστεύουν καταρχήν για να ξεφύγουν από την τουρκική εξουσία. Oρισμένοι έχουν εξεγερθεί εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση των Iσπανών, των Bενετών ή, το 18ο αιώνα πλέον, των Pώσων και φοβούνται τα τουρκικά αντίποινα. 'Αλλοι προέρχονται από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, που μία-μία στη διάρκεια του 15ου, του 16ου και του 17ου αιώνα πέφτουν στα χέρια των Tούρκων. Aπό το 18ο αιώνα και μετά, κυρίως από τα 1750 και εξής, οι Έλληνες μεταναστεύουν σε λιμάνια της ιταλικής χ ερσονήσου προπάντων για να ασχοληθούν με το εμπόριο.
Oι βυζαντινοί λόγιοι εγκαθίστανται στην Iταλία γιατί γνωρίζουν ότι εκεί θα μπορέσουν να εργαστούν πνευματικά. Eίναι η εποχή που οι Iταλοί λόγιοι σκύβουν στα αρχαία ελληνικά κείμενα και τα μελετούν με πάθος. Στα ιταλικά πανεπιστήμια ανθούν οι ουμανιστικές σπουδές. H Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) είχε προσφέρει στους λογίους τη δυνατότητα να προσεγγίσουν συνομιλητές τους στη Δύση. Πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν στην Iταλική Xερσόνησο για λόγους ιδεολογικούς (ως ενωτικοί) ή επαγγελματικούς (για να διδάξουν ή να εργαστούν ως αντιγραφείς χειρογράφων). Aρκετοί λόγιοι φέρνουν εξάλλου μαζί τους αρχαία ελληνικά χειρόγραφα, τα αντιγράφουν και τα μεταφράζουν στα ιταλικά. Oρισμένοι διδάσκουν ελληνικά στις ιταλικές ακαδημίες και στα πανεπιστήμια, προπάντων στη Φλωρεντία, το Mιλάνο, τη Pώμη, την Πάδοβα. Oι λόγιοι συνδέονται με ηγεμόνες, ανώτερους καθολικούς κληρικούς ή και με τον ίδιο τον Πάπα, καθώς και με τους ανώτερους πνευματικούς εκπροσώπους της Iταλίας και εργάζονται συχνά υπό την προστασία τους. Γι αυτό και πολλές φορές ζουν στην αυλή ή την οικία του προστάτη τους και δεν εντάσσονται άμεσα στην ελληνική παροικία της πόλης στην οποία έχουν εγκατασταθεί. 'Αλλωστε συνήθως μετακινούνται από τη μια περιοχή στην άλλη, λ.χ. από τη Pώμη στην Πάδοβα, όπου τους περιμένει μια καθηγητική θέση στο Πανεπιστήμιο.
Λόγιοι και γόνοι παλιών βυζαντινών οικογενειών μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης ήδη από το 15ο αιώνα. Tο βασίλειο αυτό αποτελείται από τη νότια Iταλία και (στα διαστήματα 1443-1458 και 1733-1799 περίπου) τη Σικελία. Tόσο η νότια Iταλία όσο και η Σικελία βρίσκονται υπό την κυριαρχία της Iσπανίας. Στα μέλη των επιφανών βυζαντινών οικογενειών που έρχονται στη Δύση, καθώς βλέπουν την οικονομική και κοινωνική τους δύναμη να φθίνει, οι Iσπανοί παραχωρούν φέουδα και υψηλές θέσεις στα μισθοφορικά τους στρατεύματα, αποσκοπώντας στην ενίσχυση της εξουσίας τους στην περιοχή. Στις τάξεις του στρατού του βασιλείου της Nεάπoλης υπηρετούν εξάλλου σε όλη τη διάρκεια του 15ου αιώνα πολλοί έλληνες και αλβανοί μισθοφόροι, οι stradioti, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τις επαγγελματικές ευκαιρίες, που τους προσφέρει ο ισπανικός στρατός.
Kατά τα μέσα του 15ου αιώνα ελληνοαλβανικοί πληθυσμοί από την Ήπειρο μεταναστεύουν αθρόα στην Kαλαβρία και τη Σικελία για να γλιτώσουν από τους Tούρκους μετά το θάνατο του αρχηγού τους και συμμάχου των Iσπανών Γεωργίου Kαστριώτη ή Σκεντέρμπεη. H Mπόβα, η Mεσσήνη, αργότερα το Mezzojuso αναδεικνύονται σε σημαντικά παροικιακά κέντρα. Aπό την Ήπειρο έρχονται άλλωστε την ίδια περίοδο Xιμαριώτες και εγκαθίστανται στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου, στη σημερινή Γη του Oτράντο (στην Aπουλία). Eλληνικές παροικίες δημιουργούνται ή αναδημιουργούνται στο Mπάρι, την Mπαρλέττα, το Mπρίντιζι. Tο 16ο και το 17ο αιώνα φτάνουν στο βασίλειο ομάδες Eλλήνων, που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά από τις αποτυχημένες εξεγέρσεις τους εναντίον των Tούρκων, εξεγέρσεις, τις οποίες υποκινούσαν και στήριζαν οι Δυτικοί, αποβλέποντας σε εδαφικά και συνακόλουθα οικονομικά οφέλη στο χώρο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας.
Έτσι, αμέσως μετά την κατάληψη της Kορώνης από τους Tούρκους το 1534, έρχονται στη Nεάπολη με ισπανικά πλοία Έλληνες από την Πάτρα, την Aνδρούσα, τη Mεθώνη, την Kορώνη και μερικές ακόμη περιοχές της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Tα δύο προηγούμενα χρόνια οι Έλληνες είχαν συμπράξει με τους Iσπανούς εναντίον των Tούρκων. Kατά παρόμοιο τρόπο στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες φτάνουν, μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις με τους Iσπανούς, κατά κύματα στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου της Nεάπολης, στην Aπουλία. Mετά τη νίκη των Tούρκων επί των Bενετών στα 1669, η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη για τους Mανιάτες, που είχαν αναπτύξει έντονη αντιτουρκική δραστηριότητα ανάμεσα στα 1640 και 1660. Tη θέση πολλών οικογενειών επιδείνωναν οι διαμάχες ανάμεσα στις μεγάλες μανιάτικες φάρες. Oι Iσπανοί, παρά τις επιφυλάξεις τους, είδαν στους σκληραγωγημένους, ορεινούς αυτούς πληθυσμούς συμμάχους στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.
Στα τέλη του 17ου αιώνα έρχονται επίσης στη Nεάπολη έμποροι από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου αν και το βασίλειο διακρίνεται λιγότερο για την εμπορική του οικονομία και περισσότερο για τις φεουδαλικές δομές και τα μισθοφορικά του στρατεύματα. Eκτός από Πελοποννήσιους και Hπειρώτες, από το 16ο ως το 19ο αιώνα μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης Έλληνες από την Kρήτη (μετά την κατάληψη της τελευταίας από τους Tούρκους στα 1669), τη Σμύρνη, την Kωνσταντινούπολη, τη Mακεδονία, τα Iόνια νησιά, τις Kυκλάδες, τη Σάμο, τη Xίο, τα Δωδεκάνησα και την Kύπρο.
Tο βασίλειο της Nεάπολης ήταν λοιπόν, στη διάρκεια των αιώνων που εξετάζουμε, κατάσπαρτο με ελληνικούς οικισμούς στην ύπαιθρο και τις πόλεις. H ελληνική παροικία αναπτύχθηκε ωστόσο κατά κύριο λόγο στην πόλη της Nεάπολης, εκεί όπου έζησαν περαστικοί οι βυζαντινοί λόγιοι, όπου έδρευαν οι Έλληνες που προέρχονταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και ανέπτυξαν τις δραστηριότητες τους ορισμένοι έμποροι από τον ελληνικό χώρο.
Έλληνες μεταναστεύουν στο βορειοδυτικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου, στην Tοσκάνη ανάμεσα στο 16ο και το 19ο αιώνα. H περιοχή στο μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε (1530-1735), βρίσκεται υπό την ηγεμονία της ιταλικής οικογένειας των Mεδίκων, που κατόρθωσε να ενοποιήσει τα κρατίδια της Tοσκάνης σε ένα Mεγάλο δουκάτο.
H ελληνική παροικία αναπτύσσεται κυρίως στο λιμάνι της Tυρρηναϊκής, το Λιβόρνο. Oι πρώτοι μετανάστες φτάνουν εκεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. O Mεγάλος Δούκας, Kόσιμος A΄, που ανεβαίνει στο θρόνο το 1561, χρειάζεται τους Έλληνες για να καταπολεμήσει την πειρατεία και να αναπτύξει τις εμπορικές σχέσεις του κράτους του με την Aνατολή. Στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα οι Έλληνες στρατολογούνται στο μισθοφορικό τάγμα του "Aγίου Στεφάνου της Πίζας", το οποίο συγκροτεί ο Φερδινάνδος A΄, και λαμβάνουν μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των πειρατών της βόρειας Aφρικής. Tο 18ο αιώνα, με την ώθηση που δίνεται στο εμπόριο, εγκαθίστανται στο Λιβόρνο έμποροι και τεχνίτες από τον ελληνικό χώρο. Oι περισσότεροι φαίνεται πως κατάγονται από την Ήπειρο, την Kεντρική Eλλάδα και τα Iόνια νησιά, γιατί οι εμπορικές σχέσεις των περιοχών αυτών με το Λιβόρνο, και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσονται. Στο Λιβόρνο φτάνουν όμως το 18ο αιώνα και Έλληνες από την Πελοπόννησο, τα Δωδεκάνησα, το ανατολικό Aιγαίο, την Kρήτη και αλλες περιοχές.
Στις δεκαετίες του 1670 και του 1680 μεταναστεύουν εξάλλου στην ύπαιθρο της Tοσκάνης Mανιάτες προκειμένου να γλιτώσουν από την καταπίεση των Tούρκων αλλά και από τα θανάσιμα μίση και τις διαμάχες ανάμεσα στις μανιάτικες φάρες. Oι Mανιάτες αυτοί φτάνουν στην Tοσκάνη κατά κύματα και εγκαθίστανται στις λεγόμενες "ελώδεις περιοχές" της Tοσκάνης. Oι ηγεμόνες ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τους εποίκους στην καλλιέργεια των επικίνδυνων και γι αυτό ανεκμετάλλευτων αυτών γαιών. Πολλοί απ αυτούς αναγκάζονται ωστόσο, μπροστά στις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και την εχθρική στάση που τηρούν οι ντόπιοι απέναντί τους, να μετοικήσουν γρήγορα στην πόλη του Λιβόρνου και στο βασίλειο της Nεάπολης.
Στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες μεταναστεύουν και στην Kορσική, μετά την ήττα των Bενετών στον πόλεμο με τους Tούρκους. Tο νησί της Kορσικής αποτελεί την εποχή εκείνη, και μέχρι το 1768, κτήση της δ ημοκρατίας της Γένουας στη βορειοδυτική Iταλία. H Γένουα θέλει να ενισχύσει τον αγροτικό πληθυσμό του νησιού αλλά και να αποκτήσει, με τους Mανιάτες, πιστούς συμμάχους, εναντίον των ντόπιων, που αρνούνται να υποταχθούν στην εξουσία της. Tο 1676 μετά από συμφωνία με τους Γενουάτες ομάδα Mανιατών φτάνει στο λιμάνι της Γένουας. Aπό κει οι έποικοι μεταφέρονται στην Kορσική και εγκαθίστανται καταρχήν στη δυτική παραλία της νήσου.
Στη Γένουα υπήρχε ελληνική παροικία από το 13ο αιώνα αλλά με τον καιρό εξέλειψε. Στα τέλη του 17ου καθώς και κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα την ανασυστήνουν κεφαλονίτες και χιώτες έμποροι, αλλά η παροικία αυτή δεν έχει αποτελέσει ως τώρα αντικείμενο μελέτης των ιστορικών.
Λίγες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τις μεταναστεύσεις Eλλήνων στο παπικό κράτος της κεντρικής Iταλίας, πέρα από τις μετοικήσεις λογίων στην πρωτεύουσά του τη Pώμη. Oρισμένα στοιχεία γνωρίζουμε για το λιμάνι της Aγκόνας στην Aδριατική, όπου κατά τη Bυζαντινή εποχή, στις αρχές του 12ου αιώνα, ο πληθυσμός ήταν κατά το ήμισυ ελληνικός. Λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα ζουν στην Aγκόνα Έλληνες από την Ήπειρο (το Aργυρόκαστρο, την 'Αρτα, τον Aυλώνα), αλλά και Έλληνες από την Kορώνη, την Aθήνα, τη Pόδο, την Kύπρο, τα Σέρβια, την Kαστοριά. Oι μετανάστες αυτοί ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, αφού ο 16ος αιώνας είναι η εποχή της εμπορικής ακμής της Aγκόνας.
Kατά το 18ο αιώνα και μάλιστα στο δεύτερο μισό του φτάνουν στο βορειότερο τμήμα της Iταλικής χερσονήσου πολλοί Έλληνες. Eγκαθίστανται στο βορειοαδριατικό, ελεύθερο από το 1719 λιμάνι της Tεργέστης, για να ασχοληθούν με το εμπόριο. Eίναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης του εμπορίου ανάμεσα στην Oθωμανική Aυτοκρατορία και την Aυστρία μετά τις συνθήκες του Karlowitz (1699) και του Passarowitz (1718). Ως τα 1748 η εγκατάσταση των Eλλήνων στην Tεργέστη είναι περιορισμένη και σποραδική. H αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία αργότερα, ενδιαφέρεται να επωφεληθεί οικονομικά από την εγκατάσταση έμπειρων λεβαντίνων εμπόρων στα εδάφη της.
Στα χρόνια που ακολουθούν αυξάνει ο αριθμός των μεταναστών. Γύρω στα 1750 πάνω από το ένα τρίτο των Eλλήνων, που γνωρίζουμε ότι ζουν στην Tεργέστη, κατάγονται από τα νησιά του Iονίου, τα οποία βρίσκονται υπό την εξουσία των Bενετών. Oι υπόλοιποι έχουν έρθει από την Πελοπόννησο, το Mεσολόγγι, την Kρήτη, τη Mυτιλήνη, την Kύπρο, την Kωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και άλλα σημαντικά εμπορικά λιμάνια της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Aνάμεσα στα 1770 και 1776 πάνω από ένα τρίτο των οικογενειών που εγκαθίστανται στην Tεργέστη προέρχονται από την Πελοπόννησο και μεταναστεύουν για να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα, μετά την αποτυχία της εξέγερσής τους εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση της Pωσίας (τα λεγόμενα Oρλωφικά). Στην Tεργέστη φτάνει άλλωστε την ίδια εποχή άγνωστος αριθμών Eλλήνων από τη Σμύρνη.
Aνάμεσα στο 1775 και το 1785 ο αριθμός των Eλλήνων στην Tεργέστη διπλασιάζεται, με την άφιξη μεταναστών που προορίζονταν να εποικίσουν την γειτονική Aκυληία, μετά τα Oρλωφικά, σύμφωνα με προνόμια που τους είχε εκχωρήσει η αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία, αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε.
Eξίσου αποτυχημένη είχε αποβεί στο παρελθόν και η απόπειρα των Bενετών να εγκαταστήσουν στην παράλια πόλη της Iστρίας, Πόλα, γύρω στα 1540 (μετά την κατάληψη των βενετικών κτήσεων του Nαυπλίου και της Mονεμβασίας από τους Tούρκους), 70 οικογένειες προσφύγων, παραχωρώντας τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Tο 1585 οι Έλληνες, μπροστά στην εντονότατη αντίδραση των ντόπιων κατοίκων, εγκαταλείπουν την Πόλα.
Στο νησί της Mάλτας φτάνουν τέλος κάτοικοι της Pόδου μαζί με το τάγμα των Iωαννιτών Iπποτών, όταν οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν τη Pόδο στους Tούρκους το 1522. Tη Mάλτα παραχωρεί στους Iωαννίτες Iππότες ο ισπανός βασιλιάς.
Ο Διάολος είχε τρία παιδιά
Posted by Under The Black Flag on 10:59 μ.μ.
Ο Διάολος είχε τρία παιδιά
Το ένα το έστειλε στην Κρήτη
Το δεύτερο το έστειλε στη Μάνη
Το τρίτο το μικρότερο το έστειλε στην Κεφαλονιά
Επειδή φοβήθηκε να το αφήσει μόνο του, ήρθε κι αυτός εδώ
Το ένα το έστειλε στην Κρήτη
Το δεύτερο το έστειλε στη Μάνη
Το τρίτο το μικρότερο το έστειλε στην Κεφαλονιά
Επειδή φοβήθηκε να το αφήσει μόνο του, ήρθε κι αυτός εδώ
Ονειρα
Posted by Under The Black Flag on 10:36 μ.μ.
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές, χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων. Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία, κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς, θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία. Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ, οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει, κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά : "Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . " Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει, κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει. Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες, θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ "MAL DU DEPART"
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ "MAL DU DEPART"
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
Κατάσκεύη Γαλέρας του 16ου αιώνα στα Χανιά
Posted by Under The Black Flag on 11:10 μ.μ.

Την ανάληψη πρωτοβουλιών για την κατασκευή γαλέρας, η οποία θα σταθμεύει στο παλιό λιμάνι των Χανίων, στο ύψος των Νεωρίων, αποτελώντας πόλο έλξης για τους ξένους και τους έλληνες επισκέπτες της πόλης, ζητά η Ένωση Τουριστικών Καταλυμάτων Νομού Χανίων. Με έγγραφό της προς τον νομάρχη, Γρηγόρη Αρχοντάκη, και τον δήμαρχο Χανίων, Κυριάκο Βιρβιδάκη, η Ένωση επαναφέρει, ουσιαστικά για διάλογο, όπως επισημαίνει, την πρόταση που έχει κάνει κατά το παρελθόν.
Ως πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, η Ένωση ζητά από τους κ. Αρχοντάκη και Βιρβιδάκη «να αναλάβουν πρωτοβουλία να συγκαλέσουν σύσκεψη με το Πολυτεχνείο Κρήτης, το Τεχνικό Επιμελητήριο, το ΕΒΕ Χανίων, την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, το Ναυτικό Μουσείο, άλλους φορείς προκειμένου να ξεκινήσει προσπάθεια ανακατασκευής γαλέρας του 16ου αιώνα».
Αναλυτικά, στο έγγραφό της, η Ένωση Τουριστικών Καταλυμάτων Νομού Χανίων επισημαίνει τα εξής:
«Όλοι μας γνωρίζουμε τα Νεώρια στο παλιό λιμάνι, από τα πιο χαρακτηριστικά και πιο μεγάλα σε όγκο μνημεία της πόλης μας. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον λόγο για τον οποίο κατασκευάστηκαν πριν από 5 αιώνες αντλώντας μεγάλα ποσά από τους προϋπολογισμούς της Βενετίας. Για να προσφέρουν προστασία και συντήρηση στον στόλο της Ανατολικής Μεσογείου για τον ελλιμενισμό των γαλερών της Γαληνότατης Δημοκρατίας, μια σε κάθε νεώριο. Γιατί μπορεί το Ηράκλειο να ήταν η έδρα του Δούκα της Κρήτης και της Βενετσιάνικης διοίκησης, τα Χανιά όμως ήταν ο ναύσταθμος και τα πλοία, οι γαλέρες ήταν η ψυχή της Βενετίας, η δύναμή της και το μέσο του πλουτισμού της.
Τι ήταν αλήθεια οι γαλέρες; Κωπήλατα πλοία μήκους 40 μέτρων, πλάτους 5 μέτρων, 140 τόνων με 24 κουπιά σε κάθε πλευρά που τα χειρίζονταν 3 κωπηλάτες το καθένα. Το πλήρωμα το αποτελούσαν 10 αξιωματικοί, 65 ναύτες και πυροβολητές συν τους 138 κωπηλάτες. Οι κωπηλάτες στην αρχή ήταν σκλάβοι αιχμάλωτοι πολέμου (χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπως του Θερβάντες, του Τούρκου ναυάρχου Τουργκούτ Ρεις, του Μεγάλου Μάγιστρου της Μάλτας Ντε Λα Βαλέτ) καθώς και κατάδικοι που έκτειαν τις ποινές τους. Πολλοί από τους κατάδικους δεν προλάβαιναν να ολοκληρώσουν την ποινή τους καθώς είτε πέθαιναν από τις κακουχίες ή τα ναυάγια και τις ναυμαχίες. Όχι ότι η τύχη των καταδικασθέντων καταχραστών του δημοσίου χρήματος ήταν καλύτερη, καθώς στις υγρές υπόγειες φυλακές της Βενετίας σύντομα πέθαιναν από φυματίωση. Αργότερα τον 16ο αιώνα καθώς οι ανάγκες του στόλου διαρκώς αυξάνονταν, η Γερουσία της Βενετίας ψήφισε νόμο περί αναγκαστικής ναυτολόγησης πληρωμάτων από τις κτήσεις της Δημοκρατίας. Έτσι και η Κρήτη κλήθηκε να πληρώσει τη συμμετοχή της. Με βάση τις απογραφές πληθυσμού που διενεργούσαν οι Βενετοί καλούνταν κάθε χωριό να δώσει για θητεία ορισμένων ετών κάποιο ή κάποια άτομα. Η επιλογή γινόταν συνήθως από τους δημογέροντες του χωριού, ενώ οι λοιποί κάτοικοι συνεισέφεραν είτε οικονομικά είτε με εργασία στην οικογένεια του ναυτολογούμενου.
Οι ναυτολογούμενοι κωπηλάτες τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τους κατάδικους ή τους αιχμαλώτους, έχοντας το προνόμιο να διατηρούν τα μαλλιά τους για να ξεχωρίσουν σε περίπτωση ναυαγίου ή ναυμαχίας.
Δεν ήταν όμως μόνο πολεμικά πλοία οι γαλέρες για να εξασφαλίσουν τους θαλάσσιους δρόμους ανοικτούς, ήταν και για τη μεταφορά φορτίων και επιβατών των Δυτικοευρωπαίων προσκυνητών που τον 13ο και 14ο αιώνα έσπευδαν να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους στην Ιερουσαλήμ, των χιλιάδων στρατιωτικών και διοικητικών υπαλλήλων της Δημοκρατίας (από την Κύπρο μέχρι τα παράλια της Δαλματίας) αλλά και των επιθεωρητών που κάθε καλοκαίρι επισκέπτονταν τους κατά τόπους διοικητές (προβλέπτορες, ρέκτορες κ.λπ.) για να αξιολογήσουν το έργο τους στην αναφορά τους προς το Συμβούλιο των Δέκα και τη Γερουσία.
Δύο ήταν οι βασικοί εμπορικοί δρόμοι που κινούνταν οι γαλέρες. Ο ένας της Ανατολικής Μεσόγειου όπου έφτασαν μέχρι τα παράλια της Συρίας και της Αιγύπτου και φόρτωναν τα πολύτιμα εμπορεύματα (μπαχαρικά, μετάξια, πορσελάνη, τσάι, χαλίκι κ.λπ.) που καραβάνια και πλοία Αράβων εμπόρων είχαν μεταφέρει ως εκεί από την Ινδία, τη Μαλαισία, την Κίνα. Ως συνέχεια με ενδιάμεσους σταθμούς ανεφοδιασμού την Κύπρο ή την Κρήτη, τη Μεθώνη ή την Κορώνη και τα παράλια της Ιλλυρίας ή Δαλματίας έφταναν στη Βενετία όπου ερχόταν οι έμποροι τυ Βορρά από τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Γαλλία για να τα αγοράσουν μετά φέρνοντάς τα στις χώρες τους και ο πλούτος συνέρρεε στη Βενετία.
Ο άλλος δρόμος για τις γαλέρες ήταν αυτός της Δύσης όπου ακολουθώντας την ακτογραμμή της Ιβηρικής εξέρχονταν στον Βισκαϊκό κόλπο για να φτάσουν στις ακτές της Φλάνδρας και της Βρετανίας, μεταφέροντας τα προϊόντα της Ανατολής και γυρίζοντας πίσω με μαλλί, κασσίτερο, μεταλλουργικά προϊόντα.
Ήταν δε τόσο αξιόπιστα πλοία στα ταξίδια τους ώστε τη διαδρομή από τα Δυτικά παράλια της Ιταλίας στις ακτές της Μάγχης, στο Σαουθάμπτον την κάλυπταν σε διάστημα λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Τα πλοία αυτά ήταν επίσης φορείς διακίνησης πολιτισμού. Με κάποιες από τις γαλέρες αυτές κατέφθασαν στην πόλη μας Βερονέζοι και Μιλανέζοι αρχιτέκτονες και μηχανικοί με τα σχέδιά τους για να επιμεληθούν Δημοσίων μεγάρων, υδραγωγείων και λοιπών κτισμάτων. Με κάποιες από τις γαλέρες ταξίδεψαν στη Βενετία ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, ο Μάρκος Μουσούρος και άλλοι διάσημοι Κρητικοί για να βρουν το πεπρωμένο τους στη δόξα. Με τα πλοία αυτά μεταφερόταν η αύρα της Αναγέννησης που ξεπηδούσε στην Ιταλία του 16ου και 17ου αιώνα στην Κρήτη για να επηρεάσει τις τέχνες και τα γράμματα στο νησί, έτσι ώστε η Κρήτη κατά τους 2 αυτούς αιώνες να αποτελεί την εξαίρεση από το σκοτάδι που κάλυπτε τον Ελλαδικό χώρο κάτω από τη σκλαβιά του Τούρκου. Οι γαλέρες λοιπόν αυτές τους χειμερινούς μήνες ξαπόσταιναν μέσα στα νεώρια του λιμανιού των Χανίων επισκευαζόμενες για να είναι έτοιμες την άνοιξη να ξανοιχτούν στη θάλασσα ξανά.
Σήμερα υπάρχουν 2 γαλέρες στον κόσμο. Η μια αυθεντική από την εποχή του Σουλτάνου Μωάμεθ ΙV (1648-1687), ο οποίος ήταν Σουλτάνος κατά την κατάληψη της Κρήτης και βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης. Η άλλη κατασκευάστηκε το 1971 και βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο Βαρκελώνης, είναι δε πιστή ανακατασκευή της ναυαρχίδας του Δον Χουάν του Αυστριακού στη ναυμαχία της Ναύπακτου το 1571 (στην οποία σημειωτέον έλαβαν μέρος και 5 γαλέρες από την Κρήτη). Ήταν δε μια από τις μεγαλύτερες γαλέρες (γαλεάσα) που κατασκευάστηκαν με μήκος 60 μέτρα και 400 άτομα πλήρωμα.
Με την παρούσα επιστολή μας θέλουμε να επανέλθουμε σε παλαιότερη πρότασή μας προς τον νομάρχη Χανίων και τον δήμαρχο Χανίων να αναλάβουν πρωτοβουλία να συγκαλέσουν σύσκεψη με το Πολυτεχνείο Κρήτης, το Τεχνικό Επιμελητήριο, το ΕΒΕ Χανίων, την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, το Ναυτικό Μουσείο, άλλους φορείς προκειμένου να ξεκινήσει προσπάθεια ανακατασκευής γαλέρας του 16ου αιώνα.
Η πρόταση κατασκευής γαλέρας θα πρέπει να γίνει σε συνεργασία με την περιφέρεια του Βένετο, τον Δήμο της Βενετίας και τη ναυπηγική σχολή του Πολυτεχνείου της Βενετίας (μια από τις καλύτερες της Ευρώπης).
Με τον τρόπο αυτό θα υπάρξει χρηματοδότηση του έργου μέσα από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στόχο έχουν την ενίσχυση των διακρατικών πολιτιστικών προσπαθειών όπως το Cultur Med, αλλά και η προσπάθεια του Δήμου που θέλει να εντάξει την πόλη μας, συγχρόνως με την ανάδειξη των τειχών, στις ιστορικές πόλεις της Ευρώπης θα ενισχυθεί.
Η εν λόγω γαλέρα θα ελλιμενίζεται τα καλοκαίρια στο παλαιό λιμάνι Χανίων έξω ακριβώς από τα Νεώρια, τον φυσικό της χώρο, θα λειτουργεί ως πλωτό μουσείο με δυνατότητα επίσκεψης στο εσωτερικό της, τα αμπάρια της, τους πάγκους των κωπηλατών, στην καμπίνα του κυβερνήτη με τους ναυτικούς χάρτες, στα μεταφερόμενα εμπορεύματα της εποχής, στον οπλισμό, στα είδη διατροφής που είχε στη διάθεση του το πλήρωμα κ.λπ. Παράλληλα θα γίνει αξιοποίηση σε 2 από τα υπάρχοντα νεώρια, το μεν ένα θα απεικονίζει τα εργαλεία και τα μέσα ενός ταρσανά της εποχής και θα αποτελεί χώρο φύλαξης αυτής κατά τους χειμερινούς μήνες, ενώ το άλλο μέσα από κούκλες - ομοιώματα ένα λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου όπου Βενετσιάνοι έμποροι αγοράζουν κάθε λογής εμπορεύματα από αυτόχθονες Άραβες, μια σκηνή που ζωντανεύει μέσα από ήχους, οσμές και παραστάσεις της Ανατολής, και θα δείχνει τη διαδρομή της γαλέρας μέσα από τους αιώνες της ακμής της (13ος - 17ος) στη Μεσόγειο».
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009
Πειρατικά Πλοία και Δράση Πειρατών στο Αιγαίο
Posted by Under The Black Flag on 9:28 μ.μ.
Ο Γιώργος Λεονάρδος στο βιβλίο του: «Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής», αναφέρει:
«…μιας και μιλώ συνέχεια για πλεούμενα , θα πρέπει, νομίζω, να δώσω μια εικόνα για τα είδη των πλοίων που έπλεαν στις θάλασσες την εποχή εκείνη.
• Κατ’ αρχήν, η ονομασία «γαλέρα» προέρχεται από την ονομασία του ψαριού γαλέος ………………..πρόκειται για ένα κωπήλατο ( με κουπιά) πολεμικό πλοίο
με μια σειρά κωπηλατών από κάθε μπάντα. Οι μεγάλες όμως ποσότητες νερού που κατανάλωναν οι κωπηλάτες της την υποχρέωναν σε συχνούς σταθμούς, που ήταν ένα μεγάλο μειονέκτημα για πλοίο».
• Άλλος τύπος πλεούμενου ήταν η γαλιότα, σκάφος κατεξοχήν πειρατών λόγω του μικρού βυθίσματος και της ευελιξίας του. Κινούνταν και με κουπιά και με πανιά. Κάθε κουπί το χειρίζονταν μόνο τρεις κωπηλάτες.
• Άλλος τύπος είναι το γαλιόνι , που κινούνταν μόνο με πανιά. Είχε όμως το μειονέκτημα να μένει στάσιμο στη μπουνάτσα, με αποτέλεσμα να γίνεται εύκολος στόχος των αντιπάλων.
• Τέλος, υπήρχε και η γαλεάσσα ή γαλεώνα, που κινούνταν και με κουπιά και με πανιά και διέθετε πάνω και κάτω κουβέρτα (κατάστρωμα), που προφύλασσε τους κωπηλάτες της. Ήταν ένα τεράστιο δυσκίνητο πλοίο, με τρία ή τέσσερα κατέρτια, που μπορούσε να φέρει δέκα πυροβόλα στην πλώρη και οχτώ στην πρύμη.
Στο βιβλίο «Ιστορία της Πειρατείας», της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, βρίσκουμε πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για την πειρατεία, αλλά και για τους τύπους των πλεούμενων της πειρατείας.
«Τα πλοία που ταξιδεύουν στη Μεσόγειο αυτή την εποχή είναι δύο διαφορετικών τύπων. Τα ιστιοφόρα και τα κωπήλατα.
Τα ιστιοφόρα είναι ψηλά πλοία για να αντέχουν στις θάλασσες και φαρδιά για να αποθηκεύουν τα εμπορεύματα. Είναι γρήγορα πλοία, αλλά εξαρτώνται απόλυτα από τις καιρικές συνθήκες (τους ανέμους). Δεν μπορούν να κάνουν εύκολα μανούβρες και να μπαίνουν και να βγαίνουν σε κλειστά (μικρά λιμάνια). Μεγάλα ιστιοφόρα είναι οι κορβέτες και οι φρεγάτες, μικρότερα ιστιοφόρα είναι οι Πολάκες, οι Ταρτάνες και τα μπριγκαντίνια.
Φρεγάτα μεγάλο ιστιοφόρο, αρχικά ήταν εξοπλισμένη με 24-18 Κανόνια, αργότερα έφτασαν να έχουν έως και 40 κανόνια. Είχαν τετράγωνα πανιά αλλά και φλόκους. Συνήθως οι Άγγλοι με φρεγάτες κούρσευαν Γαλλικά πλοία. Το πλήρωμά τους κυμαινόταν από 200 έως 500 άνδρες.
Οι κορβέτες έμοιαζαν με τις φρεγάτες αλλά ήταν μικρότερα και ελαφρότερα πλοία.
Η Ταρτάνα είχε ένα πανί λατίνι(τρίγωνο)ή τετράγωνο και ένα φλόκο.Τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά εμπορευμάτων αλλά και για το ψάρεμα.
Η πολάκα ήταν εμπορικό ιστιοφόρο. Είχε τετράγωνα πανιά.
Μπριγκαντίνι.
Τα κωπήλατα είναι τα λεγόμενα μακρά πλοία. Μακριά και χαμηλά, στενά και περισσότερο ευέλικτα. Στηρίζονται στην προωθητική δύναμη των κουπιών και βοηθητικά μόνο στα ιστία. Συνήθως κινούνταν σε παράκτιες περιοχές κι ήταν πλοία καταδίωξης, είχαν μεγαλύτερη ευελιξία. Η γαλέρα ήταν το βασικό δείγμα μακρού πλοίου. Μακρά πλοία ήταν επίσης οι γαλιότες, φελούκες, σεμπέκ, αλλά κυρίως οι φούστες. Όλοι αυτοί οι τύποι πλοίων κινούνταν με κουπιά αλλά είχαν και λίγα πανιά».
Η κωπήλατη γαλιότα ήταν ειδικά κατασκευασμένη για καταδρομές, είχε 1 κατάρτι για το βοηθητικό πανί και 16-2- πάγκους από κάθε πλευρά για να κάθονται οι κωπηλάτες. Δεν είχε κανόνια παρά μόνον2-3 πετριέρες (μηχανές που πετούσαν πέτρες και όπλα οι κωπηλάτες (μουσκέτα).
Ελληνική σακολέβα πρωτοκατασκευάστηκε στη Λήμνο, όταν οι Τούρκοι απαγόρευσαν στους Έλληνες τα φτιάχνουν μεγάλα σκάφη όπως τα μπρίκια.
Φελούκα ήταν ένα ελαφρό πλεούμενο που ταξίδευε με πανιά και με κουπιά.
Το σεμπέκ ήταν ιστιοφόρο με πανιά και κουπιά.
Βέβαια με την πάροδο του χρόνου και την πείρα που αποκτούσαν οι ναυτικοί, έφτιαχναν καινούργιους μικτούς τύπους πλοίων, που εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες τους.
Ανάλογος με το είδος αλλά και το μέγεθος του πλοίου ήταν και ο αριθμός των ναυτικών που επέβαιναν σε κάθε σκάφος. Επίσης κι εξοπλισμός του σε κανόνια ήταν ανάλογος με το μέγεθος και το είδος του.
Αναφερόμενος στη ζωή των πειρατών και στις συνθήκες που ζούσαν όταν τους έπιαναν άλλοι πειρατές ο Γ. Λεονάρδος γράφει, τα όσα ομολογεί ένας σύντροφος του Μπαρμαρόσα στις πειρατικές εξορμήσεις:
………οι Ιππότες έπεσαν πάνω μας με το μεγάλο καράβι και λογχοφόροι πήδηξαν στο πλεούμενό μας. Παραδοθήκαμε. Μας έδεσαν με αλυσίδες και μας ανέβασαν στο καράβι τους. Από εκεί μας έριξαν στον πάτο του ιστιοφόρου. …………….…….. στην ανάκριση οι Ιππότες δεν πίστεψαν τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε αν ήμασταν Έλληνες ή Τούρκοι. Γι αυτούς, όπως έλεγαν, το ίδιο άπιστοι ήμασταν.
…………………………………………………………………………………………………
…….. την Τρίτη μέρα έπεσαν πάνω μας τρεις στρατιώτες και χτυπώντας μας με το μαστίγιο, μας πήραν και μας έβαλαν στη θέση τριών κωπηλατών, που λίγο πριν είχαν πεθάνει τραβώντας κουπί. Μας αλυσόδεσαν στους πάγκους και με άλλες δυο καμτσικές μας έδειξαν ότι δεν χωρατεύουν και ότι πρέπει να κωπηλατούμε με όλη τη δύναμή μας. Εδώ θα πρέπει να περιγράψω τη διαβίωσή μας στο κάτεργο
Γιατί δεν ήταν διαβίωση αυτή ήταν φυλακή. Ήταν μια πλωτή κόλαση, στην οποία παρακαλούσες να πεθάνεις μια ώρα αρχύτερα, με την ελπίδα ότι στην άλλη κόλαση , αυτή του κάτω κόσμου, οι συνθήκες θα ήταν ανθρωπινότερες. Η ελπίδα ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο.
Όπως μάθαμε αργότερα, το ιστιοφόρο που μας αιχμαλώτισε ήταν η ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών, που είχαν εγκατασταθεί στη Ρόδο κι έκανε περιπολίες, δηλαδή πειρατικές επιδρομές, εναντίον των απίστων Τούρκων και Ελλήνων αδιακρίτως.
Από αυτό σπάνια έβγαινες ζωντανός, αν είχες, βέβαια, εσύ ή οι συγγενείς σου να πληρώσεις τα λύτρα της απελευθέρωσής σου. Σε διαφορετική περίπτωση , άφηνες εκεί την τελευταία σου πνοή, όπως οι τρεις προηγούμενοι κωπηλάτες που αντικαταστήσαμε και άλλοι πολλοί που ακολούθησαν στη διάρκεια της αιχμαλωσίας μας.
Ήμασταν δεμένοι με αλυσίδες από το ένα πόδι στο σανίδι κάτω από τον πάγκο. Το άλλο πόδι ήταν ελεύθερο να ακουμπάει στον μπροστινό πάγκο, για να βάζουμε δύναμη και να τραβάμε κουπί. Στον κάθε πάγκο, μπορούσαν να καθίσουν τρεις, τέσσερις ή και πέντε κωπηλάτες. Ο πάγκος καλυπτόταν από δέρμα προβάτων και ανάμεσα βάζαμε πανιά και μαλλιά, για να μην τρώγεται ο κώλος μας. Εκεί καθόμασταν εκεί κοιμόμασταν, εκεί κάναμε το ψιλό, εκεί κάναμε και το χοντρό μας.
Λόγω της αποφοράς (βρώμας), οι αξιωματικοί πάνω στο κατάστρωμα είχαν μαντηλάκια βρεγμένα με άρωμα, που τα έβαζαν μέσα στη μύτη τους.
…………………………………………………………………………
Όταν ανοιγόμασταν στο πέλαγος , μας περνούσαν χειροπέδες, για να μην μπορούμε να κινηθούμε και ενδεχομένως να επαναστατήσουμε, σε περίπτωση που κοντραριζόμασταν με εχθρικό πλοίο.
Μας φοβόνταν τότε οι αξιωματικοί της γαλέρας. Μπορούσαν να έρθουν τα πάνω κάτω. Να ριχτούν αυτοί αλυσοδεμένοι στα κουπιά και να βγούμε εμείς καπεταναίοι στην επιφάνεια. Γι αυτό και έπεφταν ανελέητοι πάνω μας και μας μαστίγωναν με μανία.
Κάτεργο: Πλοίο του μεσαίωνα, με τρεις σειρές κουπιά, που χειρίζονταν βαρυποινίτες κακοποιοί αλλά και πρώην σοβαροί πολίτες που είχαν καταδικαστεί για χρέη, καθώς επίσης και σκλάβοι που αιχμαλωτίζονταν κατά τη διάρκεια πειρατικών επιδρομών.
Γράμμα Αξώτη (Ναξιώτη) σκλάβου των κουρσάρων.
« Σάμπως και ο Μεγαλοδύναμος Θεός θέλησε να με παιδέψει για τα πολλά και αμέτρητα κρίματα, όπου έχω, έκανα αυτό το κακοπόδαρο ταξίδι, για να σκλαβωθά και να τυραγνιστώ και να χαλάσω το σπίτι μου, να καταφρονέσω τα αγαπημένα μου και γλυκύτατά μου παιδάκια και να σου δώσω κι εσένα αγάπη μου , παντοτινή πίκρα και αναστεναγμούς.
…………………………………………………………………………………………..
….. κάμε την καρδιά σου ατσάλινη και μετρήσου, γίνου άντρας και γυναίκα, να μην αμπαντονάρης ( να μην εγκαταλειφθείς) με την πίκρα, γιατί καλόν ήτονε να μην ήθελα λάχει μα σάμπως και έλαχε, δόξα σοι ο Θεός, που με παιδεύγει, για τα κρίματά μου, για τίποτ’ άλλο δεν τονε παρακαλώ, μόνο να κάμει ελεημοσύνη σε λόγου μου και όχι δικαιοσύνη και να λυπηθεί εσένα και τα παιδάκια μου.
Γράφω σου τα βάσανά και το παίδεμα που ηπέρασα, ώστε νάρθουμε εδώ στην Τρίπολη και δε σου τάγραφα, για να μην πικραθείς, μα πάκλι να ξέρεις να ευχαριστήσεις το Θεό πως εγλύτωσα από τα χέρια του τυράννου που μ’ έπιασε κι έπεσα σε καλά χέρια εδώ.
Μισεύγοντας ( φεύγοντας ) την Τετράδι βράδυ τις δυο του Ιουλίου άνα μίλι μακριά παό την Ικαρία βρεθήκασι δυο γαλιότες μαυρισμένες και πιάνουσί μας και το πρώτο πράμα που εκάμασι , μ’ έβαλαν μπρούμητα και με κρατούσασι πέντε νομάτοι κι μ’ ένα ξύλο με δέρνανε γδυμένο μόνο με το βρακί . Μου έκαναν τα κρέατά μου μαύρα σαν το τσουκάλι , μου λένε που βρίσκεται η αρμάδα.
Ύστερα με φωνάζει και μου λέει μπρε έχεις να αγοραστείς; Λέγω, αφέντη, φτωχός άνθρωπος είμαι και πήγαινα με το καίκι ναύρω δέκα άσπρα(χρήματα) να ζήσω τα παιδιά μου.
Μου γύρευε πολλά. Πήγαμε στην Αμοργό ήρθαν να αγοράσουν ένα καίκι εμένα και τους συντρόφους. Συμφώνησαν στα 200 ρεάλια, αλλά αυτός πήρε τα ρεάλια ,πήρε εμάς κάμποσους λαϊκούς και καλογέρους και πήγε Στην Σαντορίνη και πήρε κι από κει.
Κάναμε 35 μέρες μεσ’ τη γαλιότα καθημερινά ξυλιές, κλωτσιές, πεινασμένοι και δε μας ηδόνανε παρά ένα καμμάτι παξιμάδι το πρωί, μουχλιασμένο , που δεν τότρωγε ο χοίροςκαι μια τάσα νερό βρωμισμένο και άλλο τόσο το βράδυ. Νύχτα μέρα κουβαριασμένοι από κάτω στη φρεγάδα που δεν μπορούσαμε να ξαπλώσουμε το ποδάρι μας μια πιθαμή και από κάτω μας λάμες τα σίδερα και κουπιά. Κι όχι άλλο τίποτας οι ψείρες , που με φάγασι ζωντανό.
………………………………………………………………………………………..
Ερχόμενοι εδώ στην Τρίπολη, ήρθε ο Μπαϊράμης, τζη Πιαλίδαινας ο γυιός, τση Σουλτάνας υ αδερφός και εγόρασέ με και με παίρνει στον οντά του και μου δίνει ρούχα και αλλάζω. Μου δίνει να φάγω και να πιώ, και ανάπαψη και συντροφιές νύχτα και μέρα και δε μου λείπει άλλο, μόνο ο στερεμός σου. Ο Θεός τις ημέρες μου να του τις δώνει χρόνους και αν δεν είμαι ‘ γω άξιος να του τα’ ανταμείψω, ο Θεός να του το ανταμείψει.
Παρακαλώ σε κάμε λειτουργία στη Μητρόπολη στην Καπέλλα, στου Καπουτσίνους(καλόγερους Καθολικούς) και πες στους παπάδες να παρακαλούν για τη λευτεριά μουκαι σε όλες τις εκκλησίες μπορεί η χάρη τους να με βοηθήσει τον αμαρτωλό.
Ώχου και αλλοίμονο, αγάπη μου, και νάθελε να σε ξαναδώ να μην έχω τον στερεμό σου και να καίγομαι, ώχου παιδάκια μου, μωρουδάκια μου, ώχου γλυκήτατά μου, ω φως των ματιών μου.
…………………………………………………………………………………….
Οι αναστεναγμοί καίνε τα χείλη μου και δεν έχω δροσισμό, τα μάτια μου δεν σταματάνε να τρέχουν λίγο νερό πίνω και πιο πολύ φαρμάκι κι όσες μπουκιές τρώω τόσους αναστεναγμούς βγάζω.
……………………………………………………………………………………….
Παρακαλώσε για το Θεό, μη πικραίνεσαι, μόνο σκέψου και βοήθησέμε. Πούλησε το αμπέλι, τα χωράφια κι ότι άλλο έχομε και δώσε τα άσπρα (χρήματα) στη (Σουλτάνα) να γράψει εκείνη πως τα πήρε για να λευτερωθώ.
Μη μ’ αφήσεις αγάπη μου να χαθώ, λυπήσουμε και πάλι σου ξαναλέγω μη πικραίνεσαι.
……………………………………………………………………………….
Τα μάτια μου μου τρέχουν σαν τον ποταμό και δεν μπορώνα τα σκολάσω, η καρδιά μου άφτει και βράζει σα χαράκωμα, μα δόξα σοι ο Θεός».
ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Κοντά στη Νίσυρο (στα Δωδεκάνησα), βρίσκεται το Νησί της Παναγιάς. Είναι ένας ξερόβραχος ακατοίκητος, χωρίς ούτε ένα φύλλο πράσινο, που οι κατακόρυφες πλαγιές του γκρεμίζονται στη θάλασσα. Στην κορυφή του νησιού υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι και μια μικρή σκήτη (κελί), με δύο καλογέρους. Οι Νισυριώτες ψαράδες άφηναν στις σχισμάδες των βράχων λίγα τρόφιμα , λίγο κρασί και κάποιο ζεστό ρούχο. Σ’ αυτό το βράχο πήγε και ο Τζαννής (παλιός πειρατής) για να προσευχηθεί και να μετανιώσει για τα κρίματά του.
Οι καλόγεροι έφτιαξαν μια βαρκούλα και την κατέβαζαν με βαρούλκο (ειδικό μηχανισμό), από τα απόκρημνα βράχια.
Οι δυο πήγαιναν στη Νίσυρο για να ψωνίσουν ότι χρειάζονταν κι ο ένας έμενε πίσω, για να βοηθήσει και να ανεβάσει τη βάρκα με το βαρούλκο.
Έτσι έγινε και τούτη τη φορά. Οι δυο καλόγεροι έφυγαν κι έμεινε ο Τζαννής να περιμένει. Όταν γύρισαν ο καλόγερος άρχισε να ανεβάζει τη βάρκα που του φάνηκε βαριά και ήταν σκεπασμένη με ένα καραβόπανο.
« Τι φέρατε εκεί ευλογημένοι; τους φώναξε».
«Ανέβασέ μας και θα δεις!» του αποκρίθηκε μπουκωμένη μια φωνή.
Ο καλόγερος τους ανέβασε και τότε μέσα από τη βάρκα πετάχτηκαν έξη πειρατές.
Ο Τζαννής έτρεξε και πήρε το σπαθί του.
«Καλόγερε δώσε μας το θησαυρό είπαν οι Κουρσάροι, τους συντρόφους σου τους σφάξαμε γιατί δεν θέλησαν να μαρτυρήσουν που έχετε κρυμμένο το θησαυρό αν δεν θες να πας να τους ανταμώσεις μίλα!»
Δεν υπάρχει θησαυρός τους είπε ο καλόγερος , αλλά αυτοί και πάλι δεν τον πίστεψαν. Τότε έγινε άγρια μάχη όπου σκοτώθηκαν οι έξη πειρατές αλλά και ο καλόγερος. Από τότε το νησί ονομάστηκε το «Νησί του Καλογέρου».
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη εκδ. Ωκεανίδα.
ΝΑΞΟΣ
«Οι Κασώτες τερατές».
Ο παπά-Σκεποφύακας επαντρεψένε τη θυγατέραν του μ’ ένα βοσκό. Την άλλη μέρα ο βοσκός εδιάηκενε για το κοπάδι ντου και ήκαμενε έξε μήνες να πάει στο χωριό, γιατί εφοβούντανε να μην του πάρουνε τα ζα Κασώτες τερατές. Επήενε ο παπά-Σκεποφύακας στ΄ακρωτήρι και τούπενε.
- Βρε είντα χάλια είναι εφτά που κάνεις, και απότι επαντρεύτης δεν περνάς πια από το χωριό να’ δης τη’ υναίκα σου, σκιάξε τα ζα μεσ’ στσι φίδες (Θάμνους) να μη φαίνουνταινε και έλα να πάμε στο χωριό.
- Δεν έρχομαι, πεθερέ, γιατί θα μου πάρουνε οι τερατές τα ζα. Ύστερα από πολλή ώρα τον εκατάφερένε ο παππάς να πάνε στο χωριό.
Στο δρόμο που πααίνανε, όντε ν’ επατούσανε σε μια κορφή που τη λένε «Λεπρό» εύρισενε και κοίταξενε ο βοσκός απίσω ντου και είδενε ένα καίκι, που ήραζενε στον Πάνορμο και λέει του παπά:
- Θωρείς το πεθερέ, το καίκι που πάει ν’ αράξει;
-Θωρώ το.
-Έ, εκείνο δα, έχει μέσα τερατές και θα μου πάρουνε τα ζα.
-Μωρέ άντε μα δε στα παίρνουνε.
-Πήγε ο βοσκός στο χωριό, μα την άλλη μέρα που πήενε για το κοπάδι ντου, τούχανε πάρει εκατό ζα».
Αφηγητής Γ. Κ. Χουζούρης
«To σπουδαιότερο εισόδημα των Μανιατών _γράφει κάποιος περιηγητής- είναι η πειρατεία, το δε μεγαλύτερον εμπόριον είναι των αιχμαλώτων. Το Οίτυλον (περιοχή της Μάνης), λεγόταν Μέγα Αλγέριον, παντού αιχμαλωτίζουν, πωλούντες τους μεν χριστιανούς εις τους Τούρκους, τους δε Τούρκους εις τους χριστιανούς…»
( Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821).
« Μόλις τα βοσκοκόπελα, από τις βίγλες, βιγλατούρια και μεροβίγλια που είχε το νησί – γράφει ο κ. Μπαρδάνης- εβλέπανε τους πειρατές να πλησιάζουνε τη Νάξο,
ετρέχανε και εξεκουδουνούσανε τα ζα, για να μην προδίδουν τα κουδούνια την ύπαρξη των ζώων μέσα στις ρεματιές κι έτσι εγλυτώνανε από τους πειρατές.
Ύστερα εζωνόντανε τα όσα κουδούνια μπορούσανε και τα εσείανε, τρέχοντας, στις βουνοκορφές για να ειδοποιούσανε έτσι τις οικογένειές τους να πάνε στους κρυψώνες τους, στις γύρω σπηλιές των βουνών».
Με το σείσιμο των κουδουνιών παραπλανούσαν ασφαλώς τους πειρατές και για την πραγματική θέση των κοπαδιών
(Μ. Μπαρδάνη: Η Απεραθίτικη γλώσσα, εφημ. «Ναξιακό Μέλλον», Αυγ. 1974).
ΠΑΡΟΣ
« Άντρο , Αίγινα και Πάρο περιβόλι των κουρσάρω». Αιγινήτικη παροιμία.
H Πάρος και η Αντίπαρος εξ αιτίας της θέσης τους στις Κυκλάδες και των κατάλληλων λιμανιών τους, ιδιαίτερα της Νάουσας, υπήρξαν σχεδόν μόνιμα, σ’ όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας-Τουρκοκρατίας, καταφύγια κι ορμητήρια των διαφόρων κουρσάρων και πειρατών Φράγκων, Ελλήνων, Τούρκων και άλλων.
«Μανιάτες, Κρητικοί , Κεφαλονίτες, Μαλτέζοι ,Κορσικανοί, Μαγιορκίνοι, λογής Ευρωπαίοι, άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού», πολλοί απ΄ αυτούς παντρεμένοι στο νησί, έχοντας τα λιμάνια και τους όρμους σαν βάση, στήνοντας παγίδες και κάνοντας διάφορες εξορμήσεις, λεηλατούσαν κι άρπαζαν τα διάφορα περαστικά καράβια ή λήστευαν τα γειτονικά νησιά, «όπου σκλάβωναν άντρες, γυναίκες, αρπάζανε ζώα, διαγουμίζανε σπίτια και σχεδίν ανεμπόδιστοι διαπράττανε κάθε ασχήμια».
Μέχρι δικές τους αποθήκες διέθεταν οι κουρσάροι πάνω στο νησί, για τη φύλαξη, αποθήκευση και διάθεση της πλούσιας λαφυραγωγίας τους. Εδώ φέρνανε και πουλούσανε τα διάφορα λάφυρα από τις ληστείες τους.
«Αλλά η διαγωγή τους δεν ήταν καλή …..κι επάνω στους τόπους που τους φιλοξενούσαν στην Πάρο και στην Αντίπαρο».
Κι εκεί παρόλο που διατηρούσαν αποθήκες γεμάτες με ότι είχαν κλέψει , άρπαζαν ότι θέλανε κι εξευτελίζανε τους αγαθούς νησιώτες. Συμπεριφέρονταν τόσο βίαια, που οι κάτοικοι της Νάουσας της Πάρου, απελπισμένοι με όσα τράβαγαν απ΄αυτούς, αποφασίσανε στα 1676 να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και ζήτησαν από τις τουρκικές αρχές να τους δοθεί κάποιος άλλος τόπος για να εγκατασταθούν.
Οι Παριανοί, μη μπορώντας να τα βάλουν ανοιχτά με τους πειρατές- κι επειδή οι τούρκοι δεν τους έδωσαν άλλο χώρο για να κατοικήσουν- άλλοτε προσπαθούσαν να τους εξευμενίσουν (τους πειρατές) κι άλλοτε να τους καταδώσουν στους Τούρκους. Αν τους κατέδιδαν στους Τούρκους οι πειρατές τους εκδικούνταν , αν πάλι έκρυβαν από φόβο τους κουρσάρους τους τιμωρούσαν οι Τούρκοι, ότι και να έκαναν πάντα εύρισκαν τον μπελά τους.
Το 1537 ο Βαρβαρόσσα επιτέθηκε με τόση αγριότητα στην Πάρο και λεηλάτησε, σκότωσε όχι μόνον αυτούς που αντιστάθηκαν αλλά και τους γέροντες. Τους νέους δε τους πήρε για κωπηλάτες στα πλοία του, τα πιο μικρά αγόρια τα έστειλε στη σχολή της Κωνσταντινούπολης για να γίνουν Γενίτσαροι.
Η παράδοση έχει ως εξής:
Το φρούριο του Κεφάλου (ΑΓ. Αντωνίου) πολιορκείται από τους Τούρκους του Χαϊριδίν Βαρβαρόσσα στα 1537. Εκεί έχουν οχυρωθεί οι γενναίοι του Ενετού δυνάστη Σαγρέδο Βερνάδο και αμύνονται ανδρεία. Στην απόκρουση των επιθέσεων βοηθούν και οι ντόπιοι. Και τότε κάποιος Τούρκος ντύνεται γυναίκα και παρουσιάζεται κάτω από τα τείχη, παρακαλώντας και εκλιπαρώντας:
- Ανοίξτε, είμαι χριστιανή και έγκυος. Θα με πιάσουν οι άπιστοι.
- Φυσικά η είσοδός της επιτράπηκε και τότε μαζί με τη γυναίκα (Τούρκο), μπήκαν και οι βάρβαροι και πήρανε το κάστρο. Τότε ήτανε που σφάξανε χιλιάδες παριανούς κατοίκους εξανδραπόδησαν τόσους.
Αφηγ. Ιωάννης Φραντζής-Ντετόρος, Πάρος.
«……Πάρο, μηλιά μυριστική, μήλο του Παραδείσου.
Πάρο και τι σου οργίσθηκε αυτός ο Παρπαρούσης…».
• Ο Γιώργος Λεονάρδος στο Βιβλίο του: Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής , αναφέρει ότι ο πειρατής γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και αργότερα αφού εξισλαμίστηκε έγινε αρχηγός του Τουρκικού στόλου.
• Το Μάϊο του 1668 Καταστράφηκε η Παρκιά από τον Καπλάν Πασά και πολιορκήθηκε η Καταπολιανή.
• Αργότερα ο Μουσταφά Καπλάν στράφηκε εναντίον των νησιών
Κτυπά πρώτα την Πολύκανδρο (Φολέγανδρο), κατόπι τη Σίκινο, το Δεσποτικό, τη Σίφνο και φτάνει στην Παρκιά.
Σύμφωνα με την παράδοση :
- Μια μέρα Σαρακινοί πειρατές κα΄νανε επιδρομή στην Πάρο και λεηλάτησαν και την Καταπολιανή. Κλέψανε την εκκλησία αλλά θέλανε να κλέψουν και το Κιβώριο της Αγίας Τράπεζας. Το κατεβάσανε και προσπαθούσαν να το βγάλουν από τον ναό και να το μεταφέρουν στο καράβι τους . Αλλά όσο πλησιάζανε στην πόρτα της εκκλησίας τόσο αυτό μεγάλωνε και γινόταν ασήκωτο: Τόσο που στο τέλος δεν μπορούσαν να το σηκώσουν. Οι πειρατές θημωμένοι το σπάσανε και φύγανε. Σήμερα το κιβώριο υπάρχει στην εκκλησία με τα σημάδια από το σπάσιμο και το ξανακόλλημά του.
ΣΙΦΝΟΣ
Η Σίφνος γνώρισε κι αυτή πολλές πειρατικές επιδρομές. Η σπουδαιότερη είναι αυτή που συνδέεται με την Παναγία τη Χρυσοπηγή κι έγινε θρύλος. Αναφέρεται στην σωτηρία τριών γυναικών που πήγαν να προσκυνήσουν και βρέθηκαν μπροστά στους κουρσάρους που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα μέσα στην εκκλησία.
Η σωτηρία τους αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας.
Να τι λέει η παράδοση:
«Το γιοφύρι.
Χριστιανές αγνές ψυχές αφοσιωμένες στην πίστη η γριά Τριπολιτσιά μ΄ άλλες δυο γειτόνισσες πήγαιναν κάθε Σάβατο βράδυ στη Χρυσοπηγή, άναβαν τα καντήλια της Μεγαλόχαρης και την ελιβάνιζαν και με την αυγή ήταν στη λειτουργία του χωριού τους.
Τότε κουρσάροι ερήμαζαν τα νησιά, νωρείς είχαν δει από τις βίγλες (παρατηρητήρια) τα κλέφτικα τσερνίκια (πειρατικά πλοία) να περνούν κοντά στο νησί. Όλη τη νύχτα οι νησιώτες περίμεναν από στιγμή σε στιγμή τους κουρσάρους να φανούν.
Οι προσκυνήτριες όμως ήταν οπλισμένες με την πίστη τους, άμα ψήλωσε η πούλια πήραν κεριά, λάδι και λιβάνι κι εξεκίνησαν για το Σαββατιάτικο τάξιμό τους.
Μόλις είδαν ψηλά από το βουνό την εκκλησία που είναι στο ακρογιάλι σκοτεινή αγριεύτηκαν, γιατί τότε δεν έμενε κανένα ξωκλήσι σβηστό.
¨Όταν μπήκαν στην αυλή της εκκλησίας τότε η μία είδε ένα καϊκι στον κάβο, αλλά πίστεψαν, πως ήταν ψαράδικο. Όταν όμως έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας,άκουσαν βαρύ ρουχαλητό.
- Κουρσάροι είπαν! Στάθηκαν λίγο διστακτικές, μα η πίστη τους νίκησε.
Πάμε να ανάψομε την Παναγία , είπε η γριά Τριπολιτσά , η Χάρη της δεν θα μας αφήσει να χαθούμε.
Πέρασαν δίπλα από τους κοιμησμένους κουρσάρους, έφτασαν στο τέμπλο, άναψαν τα καντήλια, ελιβάνισαν, επροσκύνησαν , προσευχήθηκαν και ξεκίνησαν να φύγουν
Είχαν φτάσει πια στο κατώφλι , όταν ένας κουρσάρος ξύπνησε αγριεμένος από τη μυρωδιά του λιβανιού, ξαφνιάστηκαν κι οι υπόλοιποι και πήραν τα γιαταγάνια τους και βγήκαν από την εκκλησιά, πλησίασαν τις γυναίκες με υψωμένα τα γιαταγάνια , όμως ξαφνικά η γη σκίστηκε μετά από έναν μεγάλο σεισμό ,η θάλασσα μπήκε ανάμεσά τους και οι πειρατές μείναν από τη μια πλευρά κι οι γυναίκες από την άλλη. Οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν και έφυγαν να πάνε να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στην εκκλησία του χωριού τους»
ΑΜΟΡΓΟΣ
Οι πειρατικές επιδρομές κατά της Αμοργού ξεκίνησαν από τα βάθη της Αρχαιότητας και συνεχίστηκαν και σε μεταγενέστερες εποχές όπως στην εποχή του Βυζαντίου και της Ενετοκρατίας-Τουρκοκρατίας.
Το 1797 Μανιάτες πειρατές λεηλάτησαν κι εγύμνωσαν τον τόπο.
Άδειασαν τα σπίτια (οι ιδιοκτήτες τα είχαν εγκαταλείψει και είχαν φύγει στα βουνά), έσπασαν τα σεντούκια, τα γράμματά τους όλα χάθηκαν και δεν τους άφησαν ούτε ένα ρούχο.
Τους Μανιάτες καταδίωξαν κάποια παλικάρια από την Αμοργό.
« να βγάλουν τότες όνομα’ ς Ανατολή και Δύσι,
‘ςτην Αμοργόν άλλην φοράν κλέπτης να μη πατήση».
Φαίνεται ότι οι Αμοργιανοί λόγω της λεηλασίας από τους πειρατές ζήτησαν από τους Τούρκους να μην πληρώσουν φόρους για τρία χρόνια, αλλά οι Τούρκοι δεν συμφώνησαν και τους είπαν ότι θα τους τιμωρήσουν αν δεν καταβάλουν τον επιβεβλημένο φόρο.
Πειρατές στα Παραδείσια
Πειρατές άραξαν στα Παραδείσια και σκορπίστηκαν για να ληστέψουν . Πήγαν στην Κάτω Μεριά στην Κολοφάνα, αλλά οι κάτοικοι που είχαν ειδοποιηθεί κρύφτηκαν. Οι άντρες έστησαν καρτέρι στους πειρατές και παρόλο που αυτοί είχαν ανάψει φωτιές για να έρθουν να τους πάρουν με τις βάρκες , οι Αμοργιανοί τους επιτέθηκαν και σκότωσαν τους περισσότερους , μόνο λίγοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν πέφτοντας στην θάλασσα.
Δυο πειρατές όμως κρύφτηκαν σε μια σπηλιά και το πρωί κατεβαίνοντας στον Όρμο του Κάτω Κάμπου βρήκαν δύο γυναίκες και τις πήραν αιχμάλωτες μαζί τους. Στον Κάβο του Τρούλλα είδαν το πλοίο τους να κόβει βόλτεςανοιχτά ,τους έκαναν σινιάλο με φωτιές και ήρθε μια βάρκα και τους πήρε μαζί και με τις δυα γυναίκες. Η μια είχε μαζί της το μωρό της. Οι γυναίκες φτάνοντας στον Κάβο Βούλγαρη της Κέρου έκλαιγαν απαρηγόρητες που έφευγαν μακριά από το νησί και τους δικούς τους.Οι πειρατές για να διασκεδάσουν έβαλαν τις γυναίκες να τραγουδήσουν με το ζόρι .
Η πρώτη τραγούδησε:
« Όμορφο πουν’ το κάτεργο (πλοίο) κι όμορφα π’ αρμενίζει
κι όμορφοι πούν’ οι ναύτες του κι αυτός που τους ορίζει».
Η δεύτερη μωρομάνα τραγουδά:
«Κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια νανούρισέ το κι αν σου γυρέψει και βυζί , σκύψε και βύζαξέ το’.
Ο καπετάνιος του πειρατικού λυπήθηκε τον πόνο της δεύτερης γυναίκας και τις άφησε ελεύθερες στον Κάβο του Τρούλλη.
Ο Άγιος κάνει το θαύμα του.
Στον κάμπο τις Καλοταρίτισσας άντρες και γυναίκες θέριζαν αμέριμνοι. Ανάμεσά τους και μια μωρομάνα που θήλαζε πιο πέρα το μωρό της και τούπαιζε στην ανεμόκουνια. Ξαφνικά πλάκωσαν πειρατές. άντρες και γυναίκες έτρεξαν για να σωθούν, η μάνα όμως πιάστηκε. Οι πειρατές την πήραν μαζί τους κι άφησαν στην κούνια το μωρό παρά τις παρακλήσεις της. Το πλοίο ανοίχτηκε στο πέλαγος.
Περνώντας μπροστά από το ξωκλήσι που τόσες φορές είχε ανάψει το καντήλι, η γυναίκα προσευχήθηκε θερμά για τη σωτηρία της . Τότε έγινε το θαύμα. Το πλοίο έμεινε ακίνητο, δεν πήγαινε ούτε μπρος ,ούτε πίσω. Οι πειρατές τότε φοβήθηκαν κατάλαβαν, γύρισαν πίσω στον όρμο της Καλοταρίτισσας κι άφησαν τη γυναίκα λεύτερη.
Δημοτικό τραγούδι της Αμοργού « Ο Σκλάβος».
« Σαράντα κάτεργα’ μεστα κι εξηνταδυό φρεάδες.
Κ’ είχομεν σκλάβους εκατό στην άλυσι βαρμένους,
Στην άλυσι, στα σίδερα και στην βαρειά καδένα
Κι ο σκλάβος ενεστέναξε κι εστάθη η φρεάδα.
-Ποιος είναι π’ αναστέναξε και στάθη η φρεάδα ;
αν είν’ από τους σκλάβους μου να τον ελευτερώσω
κι αν είν’ από τη λεβεντιά λουφέ να της εδώσω.
-Εγώ’ μαι π’ ανεστέναξα και στήθη η φρεάδα.
- Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε γδυμνόν σ’ αφήκαν;
-Μηδέ πεινώ, μήτε διψώ, μηδέ γδυμνιό μ’ αφήκες,
της νιότης μου θυμήθηκα, της δόλιας μου γυναίκας,
που’ μουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος,
εχτές πουλούν τα ρούχα μου, σήμερον τα’ άρματά μου,
αύριον την γυναίκα μου την ευλογούνε μ’ άλλον.
-Σκλάβε ξανατραγούδησε και να σε ελευτερώσω.
……………………………………………………
Κι ο σκλάβος ετραγούδησε κι ο πειρατής του έδωσε τη λευτεριά του.
ΣΧΟΙΝΟΥΣΑ
Το ου 1816 ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή στη Σχοινούσα, αιχμαλωτίζει Ναξιώτικη βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά του και τους αφήνουν γυμνούς να γυρίσουν στη χώρα.
Να τι λέει η Παράδοση:
Η σπηλιά του Μανιάτη.
Κάποτε , λέει, ένας πειρατής από τη Μάνη, βγήκε στη Σχοινούσα για να ληστέψει, για πειρατεία. Διάλεξε να ληστέψει την εκκλησία «Παναγία η Ακαθή».
Την ώρα της ληστείας, έβλεπε την εικόνα και νόμιζε πως τον παρακολουθεί συνέχεια ( έχεις προσέξει μερικές εικόνες πούναι έτσι ζωγραφισμένες, που τα μάτια τους θαρρείς πως σε κοιτάζουνε, όπου κι αν πας;). Νευρίασε κι αυτός κι έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα και την τρύπησε.
Μετά πήρε τη λεία του κατέβηκε για να φύγει και στο δρόμο του γλίστρησε κι έπεσε κάτω , πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε.
Από τότε πια πήρε τ’ όνομα « η σπηλιά του Μανιάτη». Η σπηλιά είναι κοντά στην ακρογιαλιά, δίπλα στο πηγάδι, πάνω ακριβώς από το λιμανάκι.
Αφηγ. Γεώργιος Ι. Τζαννετής, Εκπαιδευτικός.
Καλόξυλος Νάξου»
ΑΝΑΦΗ
Η Ανάφη είναι περήφανη για τον τρομερό πειρατή που έβγαλε τον Ιωάννη Δελοκάβο
Ήτανε άντρας θηρίο. Έζησε επί Φραγκοκρατίας κι όργωσε όλο το Αιγαίο με τα καράβια του. Το 1269 ελευθέρωσε την πατρίδα του, Ανάφη από τους Φράγκους και την παρέδωσε λεύτερη στους πατριώτες του. Έτσι το νησί έμεινε ελεύθερο μέχρι το 1307 που το κατέλαβε ο Γιαννούλης Γοζαδίνος.
Άλλοι λένε πως καταγόταν από την Ανάφη κι άλλοι πως ήταν Ιταλός και μάλιστα Γενοβέζος.
ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ
Στο Β. Α. μέρος του Παλαιοκάστρου της Φολέγαντρος και σε τριάντα μέτρα από τη θάλασσα βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά. Φαίνεται ότι στην παλιά εποχή χρησίμευε σαν Ιερός χώρος γιατί βρέθηκαν αγαλματίδια, κομμάτια από αγγεία κλπ
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας η σπηλιά χρησίμευε σαν καταφύγιο των κατοίκων από τους πειρατές.
Η επιδρομή στη Χρυσοσπηλιά:
Στα 1770 η χώρα του νησιού ήταν χτισμένη στο Παλαιόκαστρο , πάνω από την Παναγιά , στο Νότιο μέρος του νησιού. Στο βορεινό μέρος του Παλαιοκάστρου βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά
Εκεί έτρεχαν οι κάτοικοι για να γλιτώσουν από τους πειρατές (μιας και έχει και μπόλικο νερό). Σε μια τέτοια επιδρομή οι κάτοικοι κρύφτηκαν οι πειρατές όμως οργισμένοι άρχισαν να τους ψάχνουν.
Εκεί σε ένα μονοπάτι πρόλαβαν μια γριά πούτρεχε προς το σπήλαιο. Η γριά βαστούσε μαζί και τη σβία της (ρόκα), για να ασχολείται όσο θα κρατά η πολιορκία. Την πιάσανε όμως οι πειρατές στα « Ελληνικά σκαλιά» και της λένε:
- Πες μας που είναι οι άλλοι και θα σου χαρίσουμε τη ζωή.
-Η γριά αναγκάστηκε να τους δείξει τη σπηλιά.
Όταν οι πειρατές πέτυχαν το σκοπό τους, τη βασάνισαν και τη σπρώξανε στο γκρεμό, όπου κομματιάστηκε. Εκεί έπεσε κοντά σε μια μικρή σπηλιά που ονομάστηκε «της γριάς το σπηλίδι».
Μπροστά στο στόμιο της Χρυσοσπηλιάς υπήρχε φαίνεται παλαιότερα τοίχος με πολεμίστρες για να αμύνονται οι πολιορκημένοι. Οι πειρατές κατέβηκαν στη σπηλιά και ανατίναξαν το τοίχος με βαρέλια μπαρούτι και θειάφι, με αποτέλεσμα άλλοι να σκοτωθούν κι άλλοι να πεθάνουν από ασφυξία.
Στην επιδρομή αυτή σκοτωθήκανε όλοι οι κάτοικοι του νησιού».
Αφηγ. Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Φολέγανδρος
Από επίσημα όμως ιστορικά στοιχεία φαίνεται ότι στα 1715 εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, όχι όμως όλοι όπως λέει η παράδοση, έτσι η ζωή συνεχίστηκε πάνω στο νησί.
Μια άλλη παράδοση λέει ότι :
Την 1η Μαΐου του1790, παρουσιάστηκαν έξω από το νησί δεκαοχτώ πειρατικά αλγερινά πλοία –φούστες- που κατευθύνονταν στην ακτή της Πλάκας.
Τότε φοβισμένοι οι κάτοικοι κατέφυγαν στην εκκλησιά της Παναγιάς πάνω στο βουνό.
Με δεήσεις και δάκρυα στα μάτια μετέφεραν την εικόνα της Παναγίας στην άκρη του ψηλού βράχου που απ΄κάτω απλωνόταν η θάλασσα και παρακαλούσαν τη Μεγαλόχαρη να τους προστατέψει.
Αμέσως ένας δυνατός βοριάς φύσηξε και όλα τα πειρατικά πλοία βούλιαξαν. Κανένας από το πλήρωμα των πλοίων δεν σώθηκε, εκτός από έναν αιχμάλωτο χριστιανό, που κολυμπώντας έφτασε στην παραλία της Πλάκας.
Αυτός είπε στους Φολεγανδρίτες ότι μια αστραπή που’ ρχότανε απ’ το βουνό –από την εικόνα- αναποδογύρισε τα πλοία.
Από τότε η Πρωτομαγιά θεωρείται πολύ μεγάλη γιορτή για τους κατοίκους του νησιού.
Αφηγ. Πέτρος Γαβαλάς, Φολέγανδρος
ΚΙΜΩΛΟΣ ή Αργκεντιέρα.
Η Κίμωλος από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα υπέφερε πολύ από τους Κουρσάρους και τους πειρατές. Στην Παναγιά την Πανωβάρδια οι Κιμωλιάτες φυλάγανε βάρδια γιατί φοβόντουσαν τους κλέφτες (είχανε δηλ παρατηρητήριο). Μόλις βλέπανε πλεούμενο ειδοποιούσαν τους κατοίκους κι εκείνοι κλείνονταν στο Κάστρο ( που το είχαν φτιάξει οι Βενετοί),μαζί με τα ζώα τους.
Παρόλα αυτά στα 1638 οι κουρσάροι αποβιβάζονται στην Κίμωλο και καίνε το μοναδικό χωριό, με τους διακόσιους κατοίκους του, με αποτέλεσμα να ρίξουν τους Κιμωλιάτες σε πολύ μεγάλη φτώχια.
¨οσοι μπόρεσαν να καταφύγουν στη Σίφνο επέστρεψαν και πξανάκτισαν το κάστρο τους όμως και πάλι τους περίμενε η ίδια τύχη, ώσπου στο τέλος έγινε ορμητήριο χριστιανών πειρατών. Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Βενετοί επέβαλαν φορολογίες στο νησί αλλά και στρατολογούσαν ανθρώπους για να κάνουν κουπί.
Συχνά ο Βενέτικος στόλος άραζε στα λιμάνια της Πάρου, της Κιμώλου, της Μήλοτ, της Νάξου για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει και να καταληστέψει τους κατοίκους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, « οι Βενετοί έκοψαν όλα τα ληόδεντρα στο νησί, κατά τους πολέμους που είχαν εναντίον των Τούρκων».
« Η Βενετιά τον έστειλε τους Τούρκους να γυρεύει, τους ορθοδόξους χριστιανούς , γιάντα να τους παιδεύει;».
Χαρακτηριστικό της αθλιότητας που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο νησί, γράφει ο Χ. Μουστάκας και πόσο υπέφεραν οι φτωχοί κάτοικοί του είναι το πιο κάτω περιστατικό.
«Ένας από τους πειρατές της Μάλτας, βγήκε από το πλοίο του με δέκα περίπου πάνοπλους συντρόφους του. Οι πειρατές άρχισαν να ληστεύουν τους κατοίκους του νησιού. Την ίδια ώρα ο αρχιπειρατής έτρωγε στο σπίτι του Γάλλου προξένου. Κάποια στιγμή έφτασε τρέχοντας ένας πειρατής για να αναφέρει στον καπετάνιο του, ότι ένα πλοίο πάνοπλο εχθρικό, είχε μπει στο λιμάνι».
Ο αρχιπειρατής ζήτησε αμέσως να φέρουν αυτόν που είχε τοποθετηθεί στη σκοπιά για να παρακολουθεί το πέλαγος και δεν ειδοποίησε ότι κάποιο πλοίο πλησιάζει.
Ο Κιμωλιάτης έφτασε τρέμοντας αλλά στάθηκε τυχερός γιατί το πλοίο δεν ήταν Τούρκικο αλλά Γαλλικό κι έπειτα κι από παράκληση του προξένου ο νησιώτης δεν τιμωρήθηκε.
Παλαιότερα για τον ίδιο λόγο κάποιος άλλος παρατηρητής τιμωρήθηκε πολύ σκληρά από άλλον πειρατή. Αφού τον χτύπησε πολύ άσχημα , διέταξε να του γκρεμίσουν το σπίτι του και δεν του επέτρεψε να το ξανακτίσει.
ΜΗΛΟΣ
Η Μήλος εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για τη Σμύρνη και για την Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι (καλό λιμάνι), έγινε φωλιά πειρατών ξένων αλλά και ντόπιων. Όλο το διάστημα από το 17ο ως και το 19ο αι.
Το 1678 γράφει ο Γραμματέας της Ολλανδικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη:
« Στη Μήλο συγκεντρώνονται πολλοί κουρσάροι , εδώ φέρνουν τα λάφυρα τους και γίνονται αγοραπωλησίες. Η Καθολική Εκκλησία έχει ένα μοναστήρι Καπουτσίνων (είδος Μοναχών) που είναι υπό την προστασία του Γάλλου Προξένου. Η Μήλος πληρώνει κάθε χρόνο στο Σουλτάνο πέντε χιλιάδες τάλληρα».
Οι φοβεροί πειρατές Μανέττας, Αρμακόλας, Κατραμάς, Λόλιος, Φραγκόπουλος όλο το χειμώνα τον περνούσαν στο νησί, τρώγοντας, πίνοντας και διασκεδάζοντας. Ο φοβερός αρχιπειρατής Καψής είχε στήσει το βασίλειό του στη Μήλο. «ο βασιλεύς της Μήλου», όπως τον αποκαλούσαν.
« Ήτον εις Μήλον υπανδρεμένος
ήτον και καπετάνιος ξακουσμένος
είχε και μίαν γυναίκα από το κάστρο
κι έλαμπε το πρόσωπό της ως τα’ άστρο».
Στα 1624 αναφέρεται ότι Τυνήσιοι πειρατές κουρσεύουν ένα ολλανδικό πλοίοπου ταξίδευε μέσω Μήλου και Σμύρνης για την Πόλη.
Ο Πατήρ Σωζέ ένας Γάλλος Ισουίτης (Καθολικός παπάς ), από τη Νάξο γράφει: «Ο Ιωάννης Καψής παρόλο που δεν καταγόταν από μεγάλη και πλούσια οικογένεια κατόρθωσε να ανακηρυχθεί κύριος του νησιού.
Οι Κάτοικοι της Μήλου άνθρωποι αντρειωμένοι, θαύμαζαν τα κατορθώματα του Καψή κι επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν τον Τουρκικό ζυγό τον αναγνώρισαν άρχοντά τους.
Στον Μητροπολιτικό Ναό των Ελλήνων ο Λατίνος Επίσκοπος του κρέμασε στο λαιμό χρυσή αλυσίδα και ο λαός φώναξε:
-Ζήτω ο Καψής.
Κατοίκησε σε ένα μεγάλο σπίτι που το φρουρούσαν 25 ένοπλοι στρατιώτες, όταν δε έβγαινε από το σπίτι τον συνόδευαν 50 ένοπλοι.
Προσπάθησε να φέρεται σωστά και δίκαια ώστε να τον σέβονται οι κάτοικοι του νησιού και απένεμε δικαιοσύνη δίκαια και χωρίς να μεροληπτεί.
Η βασιλεία του διήρκεσε τρία χρόνια και θα διαρκούσε περισσότερο αν ο Καψής δεν εμπιστευόταν τους Τούρκους.
Η Πύλη, βλέποντας τα μέτρα που έπαιρνε ο Καψής και την αγάπη που του είχαν οι Μηλιοί θέλησαν να τον καταστρέψουν , όχι όμως με φανερή επίθεση.
Έστειλαν τρεις γαλέρες με την πρόφαση να εισπράξουν τους φόρους.
Μόλις οι Γαλέρες αγκυροβόλησαν ο Διοικητής τον επισκέφθηκε και τον διαβεβαίωσε για την εκτίμηση που του είχε ο Σουλτάνος και ότι θα συνέχιζε να τον εκτιμά όσο ο Κψής θα αναγνώριζε ως αφέντη το Σουλτάνο. Κατόπιν κάλεσε τον Καψή στη Γαλέρα. Ο Καψής για να μην φανεί εχθρικός απέναντι στους Τούρκους επισκέφθηκε το πλοίο συνοδευόμενος μόνο από 12 στρατιώτες.
Μόλις επιβιβάστηκε στο πλοίο τον περικύκλωσαν του αφαίρεσαν τη χρυσή αλυσίδα από το λαιμό και τον έδεσαν με αλυσίδες . Αμέσως δε σήκωσαν τα πανιά και ξεκίνησαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν.
Οι Καπουτσίνοι (Καθολικοί καλόγεροι) έχτισαν οικία που έμοιαζε με Ακρόπολη (Κάστρο), αν και δεν ήταν παρά μόνο η εκκλησία με έξη-επτά κελιά.
¨όταν έμαθε για το κτίσμα ο Καπετάν Πασάς, έστειλε 30 γαλέρες, οι οποίες μόλις έφτασαν διέταξαν τους μοναχούς να βγουν έξω από το κτίριο και μετά από τρεις ώρες το έκαψαν».
Αυτό έγινε στα 1682, επειδή ο Καθολικός επίσκοπος είχε στέψει μέσα σ’ αυτήν την εκκλησία , βασιλιά της μήλου τον Καψή.
Η πειρατεία στη Μήλο, όπως και στα άλλα νησιά συνεχίστηκε ασταμάτητα μέχρι τα χρόνια του Καποδίστρια . Ο ναύαρχος Μιαούλης έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην πειρατεία , στις νότιες δε Κυκλάδες την καταστολή της Πειρατείας ανάλαβε ο Μ. Σούτσος.
ΣΥΡΟΣ
« Άι μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου, γιούργαρε τσι εχθροί μας
γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες
κι αιφνίδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες…». Λαϊκό Συριανό.
Από την αρχαιότητα ακόμα η Σύρος όπως και τα άλλα Κυκλαδονήσια υπέφερε τα πάνδεινα από τους πειρατές.
Αλλά εκτός από τα αρχαία χρόνια από τον 7ο -11ο αιώνα η Σύρα υπέφερε από τους πειρατές και περισσότερο από τους Σαρακηνούς.
Τα τοπωνύμια Καστρί και Πύργος φανερώνουν οχυρές τοποθεσίες που πήγαιναν οι κάτοικοι για να προφυλαχθούν από τους πειρατές. Και το Βιγλοστάσι (Στην Ποσειδωνία), σήμαινε κάποια βίγλα απ ‘ όπου άναβαν φωτιά και ειδοποιούσαν για τους πειρατές που πλάκωσαν.
Στις αρχές του 13ου αιώνα η Σύρα καταλήφθηκε όπως κι άλλες Κυκλάδες από το Σανούδο και τον 16ο αι. από τον Βαρβαρόσσα.Σ’ όλο το 18 αι και στις αρχές του 19ουαι.ο πληθυσμός υπέφερε πολύ κι εκεί που άλλοτε ευημερούσε,
τώρα είχε αποδεκατιστεί. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην κορυφή του λόφου για ασφάλεια.
Τούρκοι, Σαρακινοί, Έλληνες, Δυτικοί όλων των ειδών οι κουρσάρει πέρασαν από το νησί.
Στα 1617 ο Αλή τσελεπής Καπουδάν Πασάς έκανε φοβερή επιδρομή στη Σύρο.
Μόλις τις βραδινές φάνηκε στο πέλαγος ολόκληρη η αρμάδα του Τουρκικού στόλου της Άσπρης θάλασσας, τρόμος κατέλαβε τους Συριανούς που πανικόβλητοι έφευγαν όλοι προς τα όρη, πολίτες και ιερείς.
« Τον Τούρκο στόλαρχο κατέβηκε να υποδεχθεί ο καθολικός Επίσκοπος Κάργας. Ο Πασάς ζήτησε από τον Επίσκοπο να του παραδώσει αμέσως τους Καθολικούς Ιερείς αλλά εκείνος του ανακοίνωσε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.
Τότε ο πασάς εξοργίστηκε και συνέλαβε τον Επίσκοπο μαζί με τον παππά που τον συνόδευε, Μιχαήλ Βουτσίνο. Και διέταξε αμέσως να λεηλατήσουν την πόλη.
Η καταδίωξη ήταν φοβερή και γινόταν σε βουνά, σπηλιές, ναούς ( όπου έπαιρναν τα ιερά σκεύη και άμφια )και σπίτια, απ’ όπου έκλεβαν ότι πολύτιμο εύρισκαν. Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι δεν ήξεραν που να κρυφτούν.
Έκαψαν τα αρχεία της Επισκοπής και της κοινότητας, έκαψαν τους ανεμόμυλους και πολλά σπίτια. Επίσης συνέλαβαν πολλούς κατοίκους που τους οδήγησαν στις τουρκικές γαλέρες.
Ο Πασάς την άλλη μέρα απαγχόνισε τον Επίσκοπο και τον ιερέα καθώς και πολλούς από τους άρχοντες ( Προεστούς)και έφυγε παίρνοντας μαζί του 300 αιχμαλώτους. Άφησε όμως πίσω του ένα πλοίο, με έναν Τούρκο Αγά και την εντολή να δεχτεί την καταβολή λύτρων, ώστε να εξαγορασθούν από τις οικογένειές τους, όσοι αιχμάλωτοι μπορούσαν γι αυτούς να πληρώσουν οι δικοί τους.
Όταν έφυγε ο πασάς πολλοί από τους κατοίκους έφυγαν τρομοκρατημένοι για τη γειτονική Τήνο».
Τα βάσανα των νησιωτών από τον Μοροζίνη περιγράφει ο Μπουνιαλής.
« Μόνο σας λέγω κλαύσατε για τη χριστιανοσύνη
για τούτα όλα τα νησιά στο κρίμα όπου γίνει.
Αν στέκουν με τα’ Αγαρηνούς ή με τους Φράγκους λάχουν
Εις όποια χέρια τύχουσι, τούτα οι Ρωμαίοι τά’ χουν.
Τα κάτεργα σηκώνονται και πιάνουσι στη Σύρα
Και τα χαράτσια όρισαν από δεκεί κι επήραν».
Οι Συριανοί όπως και οι υπόλοιποι νησιώτες, όταν βοηθούσαν από φόβο τους Φράγκους, έβρισκαν το μπελά τους από τους Τούρκους το ίδιο συνέβαινε όταν βοηθούσαν τους Τούρκους.
Πάντως σίγουρα προτιμούσαν να πληρώνουν τους φόρους στους τούρκους παρά να λεηλατούνται και να πουλιούνται δούλοι.
Εξαιτίας των επιδρομών οι Συριανοί φρόντισαν να επιδιορθώσουν τα τείχη του Κάστρου τους. Στα τείχη της πόλης υπήρχαν επτά ή Οκτώ πύλες- Καστρόπορτες που το βραδάκι έκλειναν. Η πόρτα που βρισκόταν προς το λιμάνι έκλεινε στις 9 το βράδυ πριν κλείσει χτυπούσε η καμπάνα για να θυμίσει στους κατοίκους ότι πρέπει να βιαστούν να επιστρέψουν . Αυτή η συνήθεια παρέμεινε (το κτύπημα της καμπάνας ) κι έτσι ακόμη κι όταν κτίστηκε η Ερμούπολη στις 9 το βράδυ οι καμπάνες των εκκλησιών εξακολουθούσαν να κτυπούν.
Παραδόσεις:
Οι Πειρατές συλλαμβάνουν τρεις γυναίκες.
Κάποτε τρεις γυναίκες βγήκαν στην Επάνω Μεριά στο λόφο Μύτακα στις θέσεις «Πλάτος» και «Κουλούρα» για να μαζέψουν χόρτα. Ξαφνικά μια ομάδα πειρατών που είχε αράξει στη Βαρβαρούσα ανέβηκε στο βουνό χωρίς να γίνει αντιληπτή από τις γυναίκες.
Η ομάδα συνέλαβε τις γυναίκες και τις πήρεγια να πουληθούν ως σκλάβες στην αγορά των δούλων στο Αλγέρι.
Η μια από τις γυναίκες έχοντας ακούσει τα δεινά που περνούσαν οι σκλάβοι, καταράστηκε το μέρος που τις συνέλαβαν.
«ανάθεμά σε Μύτακα και Πλάτος και Κουλούρα
θάρρευα είναι Μεσσαριά κι ανέβαινα σιγούρα».
Η μία παό τις τρεις γυναίκες εξαγοράσθηκε από την οικογένειά της (πλήρωσε η οικογένεια) και απελευθερώθηκε.
Η Κιουρά του Πάγου.
« Μια μέρα κοντά στην εκκλησία «Κιουρά του Πάγου» ή «Μεγαλόχαρη του Πάγου», ξεκουραζόντουσαν άντρες και γυναίκες από την κούραση του θερισμού.
Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται να πλησιάζουν είκοσι περίπου κουρσάροι από την πλευρά του Γαλησσά. έντρομοι όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στη μικρή εκκλησία.
Οι πειρατές κάθισαν να ξεκουραστούν στην αυλή της εκκλησίας μιας και ήταν σίγουροι ότι οι χωρικοί δεν μπορούσαν από πουθενά να διαφύγουν.
Τότε έγινε το θαύμα: Άνοιξε ο τοίχος (γύρω στο ένα μέτρο)πίσω από το ιερό και τότε όλοι οι χωρικοί βγήκαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους πειρατές.
Όταν οι πειρατές έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα δεν βρήκαν κανένα ενώ το ρήγμα στον τοίχο είχε από μόνο του και πάλι κλειστεί.
Βιβλιογραφία:
«Πειρατεία στο Αιγαίο». Νίκου Κεφαλληνιάδη. Εκδ. Φιλλιπότης Iστορικά στοιχεία και παραδόσεις.
Ιστορικά Μυθιστορήματα.
«Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής» Γιώργος Λεονάρδος . Εκδ. « Νέα Σύνορα»
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη. Εκδ. Ωκεανίδα.
« Μηνάς ο Ρέμπελος» Κωστή Μπαστιά». Εκδοτική Αθηνών.
«Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου». Γιάννη Μαγκλή. Εκδ. Δωρικός
«…μιας και μιλώ συνέχεια για πλεούμενα , θα πρέπει, νομίζω, να δώσω μια εικόνα για τα είδη των πλοίων που έπλεαν στις θάλασσες την εποχή εκείνη.
• Κατ’ αρχήν, η ονομασία «γαλέρα» προέρχεται από την ονομασία του ψαριού γαλέος ………………..πρόκειται για ένα κωπήλατο ( με κουπιά) πολεμικό πλοίο
με μια σειρά κωπηλατών από κάθε μπάντα. Οι μεγάλες όμως ποσότητες νερού που κατανάλωναν οι κωπηλάτες της την υποχρέωναν σε συχνούς σταθμούς, που ήταν ένα μεγάλο μειονέκτημα για πλοίο».
• Άλλος τύπος πλεούμενου ήταν η γαλιότα, σκάφος κατεξοχήν πειρατών λόγω του μικρού βυθίσματος και της ευελιξίας του. Κινούνταν και με κουπιά και με πανιά. Κάθε κουπί το χειρίζονταν μόνο τρεις κωπηλάτες.
• Άλλος τύπος είναι το γαλιόνι , που κινούνταν μόνο με πανιά. Είχε όμως το μειονέκτημα να μένει στάσιμο στη μπουνάτσα, με αποτέλεσμα να γίνεται εύκολος στόχος των αντιπάλων.
• Τέλος, υπήρχε και η γαλεάσσα ή γαλεώνα, που κινούνταν και με κουπιά και με πανιά και διέθετε πάνω και κάτω κουβέρτα (κατάστρωμα), που προφύλασσε τους κωπηλάτες της. Ήταν ένα τεράστιο δυσκίνητο πλοίο, με τρία ή τέσσερα κατέρτια, που μπορούσε να φέρει δέκα πυροβόλα στην πλώρη και οχτώ στην πρύμη.
Στο βιβλίο «Ιστορία της Πειρατείας», της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, βρίσκουμε πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για την πειρατεία, αλλά και για τους τύπους των πλεούμενων της πειρατείας.
«Τα πλοία που ταξιδεύουν στη Μεσόγειο αυτή την εποχή είναι δύο διαφορετικών τύπων. Τα ιστιοφόρα και τα κωπήλατα.
Τα ιστιοφόρα είναι ψηλά πλοία για να αντέχουν στις θάλασσες και φαρδιά για να αποθηκεύουν τα εμπορεύματα. Είναι γρήγορα πλοία, αλλά εξαρτώνται απόλυτα από τις καιρικές συνθήκες (τους ανέμους). Δεν μπορούν να κάνουν εύκολα μανούβρες και να μπαίνουν και να βγαίνουν σε κλειστά (μικρά λιμάνια). Μεγάλα ιστιοφόρα είναι οι κορβέτες και οι φρεγάτες, μικρότερα ιστιοφόρα είναι οι Πολάκες, οι Ταρτάνες και τα μπριγκαντίνια.
Φρεγάτα μεγάλο ιστιοφόρο, αρχικά ήταν εξοπλισμένη με 24-18 Κανόνια, αργότερα έφτασαν να έχουν έως και 40 κανόνια. Είχαν τετράγωνα πανιά αλλά και φλόκους. Συνήθως οι Άγγλοι με φρεγάτες κούρσευαν Γαλλικά πλοία. Το πλήρωμά τους κυμαινόταν από 200 έως 500 άνδρες.
Οι κορβέτες έμοιαζαν με τις φρεγάτες αλλά ήταν μικρότερα και ελαφρότερα πλοία.
Η Ταρτάνα είχε ένα πανί λατίνι(τρίγωνο)ή τετράγωνο και ένα φλόκο.Τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά εμπορευμάτων αλλά και για το ψάρεμα.
Η πολάκα ήταν εμπορικό ιστιοφόρο. Είχε τετράγωνα πανιά.
Μπριγκαντίνι.
Τα κωπήλατα είναι τα λεγόμενα μακρά πλοία. Μακριά και χαμηλά, στενά και περισσότερο ευέλικτα. Στηρίζονται στην προωθητική δύναμη των κουπιών και βοηθητικά μόνο στα ιστία. Συνήθως κινούνταν σε παράκτιες περιοχές κι ήταν πλοία καταδίωξης, είχαν μεγαλύτερη ευελιξία. Η γαλέρα ήταν το βασικό δείγμα μακρού πλοίου. Μακρά πλοία ήταν επίσης οι γαλιότες, φελούκες, σεμπέκ, αλλά κυρίως οι φούστες. Όλοι αυτοί οι τύποι πλοίων κινούνταν με κουπιά αλλά είχαν και λίγα πανιά».
Η κωπήλατη γαλιότα ήταν ειδικά κατασκευασμένη για καταδρομές, είχε 1 κατάρτι για το βοηθητικό πανί και 16-2- πάγκους από κάθε πλευρά για να κάθονται οι κωπηλάτες. Δεν είχε κανόνια παρά μόνον2-3 πετριέρες (μηχανές που πετούσαν πέτρες και όπλα οι κωπηλάτες (μουσκέτα).
Ελληνική σακολέβα πρωτοκατασκευάστηκε στη Λήμνο, όταν οι Τούρκοι απαγόρευσαν στους Έλληνες τα φτιάχνουν μεγάλα σκάφη όπως τα μπρίκια.
Φελούκα ήταν ένα ελαφρό πλεούμενο που ταξίδευε με πανιά και με κουπιά.
Το σεμπέκ ήταν ιστιοφόρο με πανιά και κουπιά.
Βέβαια με την πάροδο του χρόνου και την πείρα που αποκτούσαν οι ναυτικοί, έφτιαχναν καινούργιους μικτούς τύπους πλοίων, που εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες τους.
Ανάλογος με το είδος αλλά και το μέγεθος του πλοίου ήταν και ο αριθμός των ναυτικών που επέβαιναν σε κάθε σκάφος. Επίσης κι εξοπλισμός του σε κανόνια ήταν ανάλογος με το μέγεθος και το είδος του.
Αναφερόμενος στη ζωή των πειρατών και στις συνθήκες που ζούσαν όταν τους έπιαναν άλλοι πειρατές ο Γ. Λεονάρδος γράφει, τα όσα ομολογεί ένας σύντροφος του Μπαρμαρόσα στις πειρατικές εξορμήσεις:
………οι Ιππότες έπεσαν πάνω μας με το μεγάλο καράβι και λογχοφόροι πήδηξαν στο πλεούμενό μας. Παραδοθήκαμε. Μας έδεσαν με αλυσίδες και μας ανέβασαν στο καράβι τους. Από εκεί μας έριξαν στον πάτο του ιστιοφόρου. …………….…….. στην ανάκριση οι Ιππότες δεν πίστεψαν τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε αν ήμασταν Έλληνες ή Τούρκοι. Γι αυτούς, όπως έλεγαν, το ίδιο άπιστοι ήμασταν.
…………………………………………………………………………………………………
…….. την Τρίτη μέρα έπεσαν πάνω μας τρεις στρατιώτες και χτυπώντας μας με το μαστίγιο, μας πήραν και μας έβαλαν στη θέση τριών κωπηλατών, που λίγο πριν είχαν πεθάνει τραβώντας κουπί. Μας αλυσόδεσαν στους πάγκους και με άλλες δυο καμτσικές μας έδειξαν ότι δεν χωρατεύουν και ότι πρέπει να κωπηλατούμε με όλη τη δύναμή μας. Εδώ θα πρέπει να περιγράψω τη διαβίωσή μας στο κάτεργο
Γιατί δεν ήταν διαβίωση αυτή ήταν φυλακή. Ήταν μια πλωτή κόλαση, στην οποία παρακαλούσες να πεθάνεις μια ώρα αρχύτερα, με την ελπίδα ότι στην άλλη κόλαση , αυτή του κάτω κόσμου, οι συνθήκες θα ήταν ανθρωπινότερες. Η ελπίδα ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο.
Όπως μάθαμε αργότερα, το ιστιοφόρο που μας αιχμαλώτισε ήταν η ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών, που είχαν εγκατασταθεί στη Ρόδο κι έκανε περιπολίες, δηλαδή πειρατικές επιδρομές, εναντίον των απίστων Τούρκων και Ελλήνων αδιακρίτως.
Από αυτό σπάνια έβγαινες ζωντανός, αν είχες, βέβαια, εσύ ή οι συγγενείς σου να πληρώσεις τα λύτρα της απελευθέρωσής σου. Σε διαφορετική περίπτωση , άφηνες εκεί την τελευταία σου πνοή, όπως οι τρεις προηγούμενοι κωπηλάτες που αντικαταστήσαμε και άλλοι πολλοί που ακολούθησαν στη διάρκεια της αιχμαλωσίας μας.
Ήμασταν δεμένοι με αλυσίδες από το ένα πόδι στο σανίδι κάτω από τον πάγκο. Το άλλο πόδι ήταν ελεύθερο να ακουμπάει στον μπροστινό πάγκο, για να βάζουμε δύναμη και να τραβάμε κουπί. Στον κάθε πάγκο, μπορούσαν να καθίσουν τρεις, τέσσερις ή και πέντε κωπηλάτες. Ο πάγκος καλυπτόταν από δέρμα προβάτων και ανάμεσα βάζαμε πανιά και μαλλιά, για να μην τρώγεται ο κώλος μας. Εκεί καθόμασταν εκεί κοιμόμασταν, εκεί κάναμε το ψιλό, εκεί κάναμε και το χοντρό μας.
Λόγω της αποφοράς (βρώμας), οι αξιωματικοί πάνω στο κατάστρωμα είχαν μαντηλάκια βρεγμένα με άρωμα, που τα έβαζαν μέσα στη μύτη τους.
…………………………………………………………………………
Όταν ανοιγόμασταν στο πέλαγος , μας περνούσαν χειροπέδες, για να μην μπορούμε να κινηθούμε και ενδεχομένως να επαναστατήσουμε, σε περίπτωση που κοντραριζόμασταν με εχθρικό πλοίο.
Μας φοβόνταν τότε οι αξιωματικοί της γαλέρας. Μπορούσαν να έρθουν τα πάνω κάτω. Να ριχτούν αυτοί αλυσοδεμένοι στα κουπιά και να βγούμε εμείς καπεταναίοι στην επιφάνεια. Γι αυτό και έπεφταν ανελέητοι πάνω μας και μας μαστίγωναν με μανία.
Κάτεργο: Πλοίο του μεσαίωνα, με τρεις σειρές κουπιά, που χειρίζονταν βαρυποινίτες κακοποιοί αλλά και πρώην σοβαροί πολίτες που είχαν καταδικαστεί για χρέη, καθώς επίσης και σκλάβοι που αιχμαλωτίζονταν κατά τη διάρκεια πειρατικών επιδρομών.
Γράμμα Αξώτη (Ναξιώτη) σκλάβου των κουρσάρων.
« Σάμπως και ο Μεγαλοδύναμος Θεός θέλησε να με παιδέψει για τα πολλά και αμέτρητα κρίματα, όπου έχω, έκανα αυτό το κακοπόδαρο ταξίδι, για να σκλαβωθά και να τυραγνιστώ και να χαλάσω το σπίτι μου, να καταφρονέσω τα αγαπημένα μου και γλυκύτατά μου παιδάκια και να σου δώσω κι εσένα αγάπη μου , παντοτινή πίκρα και αναστεναγμούς.
…………………………………………………………………………………………..
….. κάμε την καρδιά σου ατσάλινη και μετρήσου, γίνου άντρας και γυναίκα, να μην αμπαντονάρης ( να μην εγκαταλειφθείς) με την πίκρα, γιατί καλόν ήτονε να μην ήθελα λάχει μα σάμπως και έλαχε, δόξα σοι ο Θεός, που με παιδεύγει, για τα κρίματά μου, για τίποτ’ άλλο δεν τονε παρακαλώ, μόνο να κάμει ελεημοσύνη σε λόγου μου και όχι δικαιοσύνη και να λυπηθεί εσένα και τα παιδάκια μου.
Γράφω σου τα βάσανά και το παίδεμα που ηπέρασα, ώστε νάρθουμε εδώ στην Τρίπολη και δε σου τάγραφα, για να μην πικραθείς, μα πάκλι να ξέρεις να ευχαριστήσεις το Θεό πως εγλύτωσα από τα χέρια του τυράννου που μ’ έπιασε κι έπεσα σε καλά χέρια εδώ.
Μισεύγοντας ( φεύγοντας ) την Τετράδι βράδυ τις δυο του Ιουλίου άνα μίλι μακριά παό την Ικαρία βρεθήκασι δυο γαλιότες μαυρισμένες και πιάνουσί μας και το πρώτο πράμα που εκάμασι , μ’ έβαλαν μπρούμητα και με κρατούσασι πέντε νομάτοι κι μ’ ένα ξύλο με δέρνανε γδυμένο μόνο με το βρακί . Μου έκαναν τα κρέατά μου μαύρα σαν το τσουκάλι , μου λένε που βρίσκεται η αρμάδα.
Ύστερα με φωνάζει και μου λέει μπρε έχεις να αγοραστείς; Λέγω, αφέντη, φτωχός άνθρωπος είμαι και πήγαινα με το καίκι ναύρω δέκα άσπρα(χρήματα) να ζήσω τα παιδιά μου.
Μου γύρευε πολλά. Πήγαμε στην Αμοργό ήρθαν να αγοράσουν ένα καίκι εμένα και τους συντρόφους. Συμφώνησαν στα 200 ρεάλια, αλλά αυτός πήρε τα ρεάλια ,πήρε εμάς κάμποσους λαϊκούς και καλογέρους και πήγε Στην Σαντορίνη και πήρε κι από κει.
Κάναμε 35 μέρες μεσ’ τη γαλιότα καθημερινά ξυλιές, κλωτσιές, πεινασμένοι και δε μας ηδόνανε παρά ένα καμμάτι παξιμάδι το πρωί, μουχλιασμένο , που δεν τότρωγε ο χοίροςκαι μια τάσα νερό βρωμισμένο και άλλο τόσο το βράδυ. Νύχτα μέρα κουβαριασμένοι από κάτω στη φρεγάδα που δεν μπορούσαμε να ξαπλώσουμε το ποδάρι μας μια πιθαμή και από κάτω μας λάμες τα σίδερα και κουπιά. Κι όχι άλλο τίποτας οι ψείρες , που με φάγασι ζωντανό.
………………………………………………………………………………………..
Ερχόμενοι εδώ στην Τρίπολη, ήρθε ο Μπαϊράμης, τζη Πιαλίδαινας ο γυιός, τση Σουλτάνας υ αδερφός και εγόρασέ με και με παίρνει στον οντά του και μου δίνει ρούχα και αλλάζω. Μου δίνει να φάγω και να πιώ, και ανάπαψη και συντροφιές νύχτα και μέρα και δε μου λείπει άλλο, μόνο ο στερεμός σου. Ο Θεός τις ημέρες μου να του τις δώνει χρόνους και αν δεν είμαι ‘ γω άξιος να του τα’ ανταμείψω, ο Θεός να του το ανταμείψει.
Παρακαλώ σε κάμε λειτουργία στη Μητρόπολη στην Καπέλλα, στου Καπουτσίνους(καλόγερους Καθολικούς) και πες στους παπάδες να παρακαλούν για τη λευτεριά μουκαι σε όλες τις εκκλησίες μπορεί η χάρη τους να με βοηθήσει τον αμαρτωλό.
Ώχου και αλλοίμονο, αγάπη μου, και νάθελε να σε ξαναδώ να μην έχω τον στερεμό σου και να καίγομαι, ώχου παιδάκια μου, μωρουδάκια μου, ώχου γλυκήτατά μου, ω φως των ματιών μου.
…………………………………………………………………………………….
Οι αναστεναγμοί καίνε τα χείλη μου και δεν έχω δροσισμό, τα μάτια μου δεν σταματάνε να τρέχουν λίγο νερό πίνω και πιο πολύ φαρμάκι κι όσες μπουκιές τρώω τόσους αναστεναγμούς βγάζω.
……………………………………………………………………………………….
Παρακαλώσε για το Θεό, μη πικραίνεσαι, μόνο σκέψου και βοήθησέμε. Πούλησε το αμπέλι, τα χωράφια κι ότι άλλο έχομε και δώσε τα άσπρα (χρήματα) στη (Σουλτάνα) να γράψει εκείνη πως τα πήρε για να λευτερωθώ.
Μη μ’ αφήσεις αγάπη μου να χαθώ, λυπήσουμε και πάλι σου ξαναλέγω μη πικραίνεσαι.
……………………………………………………………………………….
Τα μάτια μου μου τρέχουν σαν τον ποταμό και δεν μπορώνα τα σκολάσω, η καρδιά μου άφτει και βράζει σα χαράκωμα, μα δόξα σοι ο Θεός».
ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Κοντά στη Νίσυρο (στα Δωδεκάνησα), βρίσκεται το Νησί της Παναγιάς. Είναι ένας ξερόβραχος ακατοίκητος, χωρίς ούτε ένα φύλλο πράσινο, που οι κατακόρυφες πλαγιές του γκρεμίζονται στη θάλασσα. Στην κορυφή του νησιού υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι και μια μικρή σκήτη (κελί), με δύο καλογέρους. Οι Νισυριώτες ψαράδες άφηναν στις σχισμάδες των βράχων λίγα τρόφιμα , λίγο κρασί και κάποιο ζεστό ρούχο. Σ’ αυτό το βράχο πήγε και ο Τζαννής (παλιός πειρατής) για να προσευχηθεί και να μετανιώσει για τα κρίματά του.
Οι καλόγεροι έφτιαξαν μια βαρκούλα και την κατέβαζαν με βαρούλκο (ειδικό μηχανισμό), από τα απόκρημνα βράχια.
Οι δυο πήγαιναν στη Νίσυρο για να ψωνίσουν ότι χρειάζονταν κι ο ένας έμενε πίσω, για να βοηθήσει και να ανεβάσει τη βάρκα με το βαρούλκο.
Έτσι έγινε και τούτη τη φορά. Οι δυο καλόγεροι έφυγαν κι έμεινε ο Τζαννής να περιμένει. Όταν γύρισαν ο καλόγερος άρχισε να ανεβάζει τη βάρκα που του φάνηκε βαριά και ήταν σκεπασμένη με ένα καραβόπανο.
« Τι φέρατε εκεί ευλογημένοι; τους φώναξε».
«Ανέβασέ μας και θα δεις!» του αποκρίθηκε μπουκωμένη μια φωνή.
Ο καλόγερος τους ανέβασε και τότε μέσα από τη βάρκα πετάχτηκαν έξη πειρατές.
Ο Τζαννής έτρεξε και πήρε το σπαθί του.
«Καλόγερε δώσε μας το θησαυρό είπαν οι Κουρσάροι, τους συντρόφους σου τους σφάξαμε γιατί δεν θέλησαν να μαρτυρήσουν που έχετε κρυμμένο το θησαυρό αν δεν θες να πας να τους ανταμώσεις μίλα!»
Δεν υπάρχει θησαυρός τους είπε ο καλόγερος , αλλά αυτοί και πάλι δεν τον πίστεψαν. Τότε έγινε άγρια μάχη όπου σκοτώθηκαν οι έξη πειρατές αλλά και ο καλόγερος. Από τότε το νησί ονομάστηκε το «Νησί του Καλογέρου».
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη εκδ. Ωκεανίδα.
ΝΑΞΟΣ
«Οι Κασώτες τερατές».
Ο παπά-Σκεποφύακας επαντρεψένε τη θυγατέραν του μ’ ένα βοσκό. Την άλλη μέρα ο βοσκός εδιάηκενε για το κοπάδι ντου και ήκαμενε έξε μήνες να πάει στο χωριό, γιατί εφοβούντανε να μην του πάρουνε τα ζα Κασώτες τερατές. Επήενε ο παπά-Σκεποφύακας στ΄ακρωτήρι και τούπενε.
- Βρε είντα χάλια είναι εφτά που κάνεις, και απότι επαντρεύτης δεν περνάς πια από το χωριό να’ δης τη’ υναίκα σου, σκιάξε τα ζα μεσ’ στσι φίδες (Θάμνους) να μη φαίνουνταινε και έλα να πάμε στο χωριό.
- Δεν έρχομαι, πεθερέ, γιατί θα μου πάρουνε οι τερατές τα ζα. Ύστερα από πολλή ώρα τον εκατάφερένε ο παππάς να πάνε στο χωριό.
Στο δρόμο που πααίνανε, όντε ν’ επατούσανε σε μια κορφή που τη λένε «Λεπρό» εύρισενε και κοίταξενε ο βοσκός απίσω ντου και είδενε ένα καίκι, που ήραζενε στον Πάνορμο και λέει του παπά:
- Θωρείς το πεθερέ, το καίκι που πάει ν’ αράξει;
-Θωρώ το.
-Έ, εκείνο δα, έχει μέσα τερατές και θα μου πάρουνε τα ζα.
-Μωρέ άντε μα δε στα παίρνουνε.
-Πήγε ο βοσκός στο χωριό, μα την άλλη μέρα που πήενε για το κοπάδι ντου, τούχανε πάρει εκατό ζα».
Αφηγητής Γ. Κ. Χουζούρης
«To σπουδαιότερο εισόδημα των Μανιατών _γράφει κάποιος περιηγητής- είναι η πειρατεία, το δε μεγαλύτερον εμπόριον είναι των αιχμαλώτων. Το Οίτυλον (περιοχή της Μάνης), λεγόταν Μέγα Αλγέριον, παντού αιχμαλωτίζουν, πωλούντες τους μεν χριστιανούς εις τους Τούρκους, τους δε Τούρκους εις τους χριστιανούς…»
( Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821).
« Μόλις τα βοσκοκόπελα, από τις βίγλες, βιγλατούρια και μεροβίγλια που είχε το νησί – γράφει ο κ. Μπαρδάνης- εβλέπανε τους πειρατές να πλησιάζουνε τη Νάξο,
ετρέχανε και εξεκουδουνούσανε τα ζα, για να μην προδίδουν τα κουδούνια την ύπαρξη των ζώων μέσα στις ρεματιές κι έτσι εγλυτώνανε από τους πειρατές.
Ύστερα εζωνόντανε τα όσα κουδούνια μπορούσανε και τα εσείανε, τρέχοντας, στις βουνοκορφές για να ειδοποιούσανε έτσι τις οικογένειές τους να πάνε στους κρυψώνες τους, στις γύρω σπηλιές των βουνών».
Με το σείσιμο των κουδουνιών παραπλανούσαν ασφαλώς τους πειρατές και για την πραγματική θέση των κοπαδιών
(Μ. Μπαρδάνη: Η Απεραθίτικη γλώσσα, εφημ. «Ναξιακό Μέλλον», Αυγ. 1974).
ΠΑΡΟΣ
« Άντρο , Αίγινα και Πάρο περιβόλι των κουρσάρω». Αιγινήτικη παροιμία.
H Πάρος και η Αντίπαρος εξ αιτίας της θέσης τους στις Κυκλάδες και των κατάλληλων λιμανιών τους, ιδιαίτερα της Νάουσας, υπήρξαν σχεδόν μόνιμα, σ’ όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας-Τουρκοκρατίας, καταφύγια κι ορμητήρια των διαφόρων κουρσάρων και πειρατών Φράγκων, Ελλήνων, Τούρκων και άλλων.
«Μανιάτες, Κρητικοί , Κεφαλονίτες, Μαλτέζοι ,Κορσικανοί, Μαγιορκίνοι, λογής Ευρωπαίοι, άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού», πολλοί απ΄ αυτούς παντρεμένοι στο νησί, έχοντας τα λιμάνια και τους όρμους σαν βάση, στήνοντας παγίδες και κάνοντας διάφορες εξορμήσεις, λεηλατούσαν κι άρπαζαν τα διάφορα περαστικά καράβια ή λήστευαν τα γειτονικά νησιά, «όπου σκλάβωναν άντρες, γυναίκες, αρπάζανε ζώα, διαγουμίζανε σπίτια και σχεδίν ανεμπόδιστοι διαπράττανε κάθε ασχήμια».
Μέχρι δικές τους αποθήκες διέθεταν οι κουρσάροι πάνω στο νησί, για τη φύλαξη, αποθήκευση και διάθεση της πλούσιας λαφυραγωγίας τους. Εδώ φέρνανε και πουλούσανε τα διάφορα λάφυρα από τις ληστείες τους.
«Αλλά η διαγωγή τους δεν ήταν καλή …..κι επάνω στους τόπους που τους φιλοξενούσαν στην Πάρο και στην Αντίπαρο».
Κι εκεί παρόλο που διατηρούσαν αποθήκες γεμάτες με ότι είχαν κλέψει , άρπαζαν ότι θέλανε κι εξευτελίζανε τους αγαθούς νησιώτες. Συμπεριφέρονταν τόσο βίαια, που οι κάτοικοι της Νάουσας της Πάρου, απελπισμένοι με όσα τράβαγαν απ΄αυτούς, αποφασίσανε στα 1676 να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και ζήτησαν από τις τουρκικές αρχές να τους δοθεί κάποιος άλλος τόπος για να εγκατασταθούν.
Οι Παριανοί, μη μπορώντας να τα βάλουν ανοιχτά με τους πειρατές- κι επειδή οι τούρκοι δεν τους έδωσαν άλλο χώρο για να κατοικήσουν- άλλοτε προσπαθούσαν να τους εξευμενίσουν (τους πειρατές) κι άλλοτε να τους καταδώσουν στους Τούρκους. Αν τους κατέδιδαν στους Τούρκους οι πειρατές τους εκδικούνταν , αν πάλι έκρυβαν από φόβο τους κουρσάρους τους τιμωρούσαν οι Τούρκοι, ότι και να έκαναν πάντα εύρισκαν τον μπελά τους.
Το 1537 ο Βαρβαρόσσα επιτέθηκε με τόση αγριότητα στην Πάρο και λεηλάτησε, σκότωσε όχι μόνον αυτούς που αντιστάθηκαν αλλά και τους γέροντες. Τους νέους δε τους πήρε για κωπηλάτες στα πλοία του, τα πιο μικρά αγόρια τα έστειλε στη σχολή της Κωνσταντινούπολης για να γίνουν Γενίτσαροι.
Η παράδοση έχει ως εξής:
Το φρούριο του Κεφάλου (ΑΓ. Αντωνίου) πολιορκείται από τους Τούρκους του Χαϊριδίν Βαρβαρόσσα στα 1537. Εκεί έχουν οχυρωθεί οι γενναίοι του Ενετού δυνάστη Σαγρέδο Βερνάδο και αμύνονται ανδρεία. Στην απόκρουση των επιθέσεων βοηθούν και οι ντόπιοι. Και τότε κάποιος Τούρκος ντύνεται γυναίκα και παρουσιάζεται κάτω από τα τείχη, παρακαλώντας και εκλιπαρώντας:
- Ανοίξτε, είμαι χριστιανή και έγκυος. Θα με πιάσουν οι άπιστοι.
- Φυσικά η είσοδός της επιτράπηκε και τότε μαζί με τη γυναίκα (Τούρκο), μπήκαν και οι βάρβαροι και πήρανε το κάστρο. Τότε ήτανε που σφάξανε χιλιάδες παριανούς κατοίκους εξανδραπόδησαν τόσους.
Αφηγ. Ιωάννης Φραντζής-Ντετόρος, Πάρος.
«……Πάρο, μηλιά μυριστική, μήλο του Παραδείσου.
Πάρο και τι σου οργίσθηκε αυτός ο Παρπαρούσης…».
• Ο Γιώργος Λεονάρδος στο Βιβλίο του: Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής , αναφέρει ότι ο πειρατής γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και αργότερα αφού εξισλαμίστηκε έγινε αρχηγός του Τουρκικού στόλου.
• Το Μάϊο του 1668 Καταστράφηκε η Παρκιά από τον Καπλάν Πασά και πολιορκήθηκε η Καταπολιανή.
• Αργότερα ο Μουσταφά Καπλάν στράφηκε εναντίον των νησιών
Κτυπά πρώτα την Πολύκανδρο (Φολέγανδρο), κατόπι τη Σίκινο, το Δεσποτικό, τη Σίφνο και φτάνει στην Παρκιά.
Σύμφωνα με την παράδοση :
- Μια μέρα Σαρακινοί πειρατές κα΄νανε επιδρομή στην Πάρο και λεηλάτησαν και την Καταπολιανή. Κλέψανε την εκκλησία αλλά θέλανε να κλέψουν και το Κιβώριο της Αγίας Τράπεζας. Το κατεβάσανε και προσπαθούσαν να το βγάλουν από τον ναό και να το μεταφέρουν στο καράβι τους . Αλλά όσο πλησιάζανε στην πόρτα της εκκλησίας τόσο αυτό μεγάλωνε και γινόταν ασήκωτο: Τόσο που στο τέλος δεν μπορούσαν να το σηκώσουν. Οι πειρατές θημωμένοι το σπάσανε και φύγανε. Σήμερα το κιβώριο υπάρχει στην εκκλησία με τα σημάδια από το σπάσιμο και το ξανακόλλημά του.
ΣΙΦΝΟΣ
Η Σίφνος γνώρισε κι αυτή πολλές πειρατικές επιδρομές. Η σπουδαιότερη είναι αυτή που συνδέεται με την Παναγία τη Χρυσοπηγή κι έγινε θρύλος. Αναφέρεται στην σωτηρία τριών γυναικών που πήγαν να προσκυνήσουν και βρέθηκαν μπροστά στους κουρσάρους που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα μέσα στην εκκλησία.
Η σωτηρία τους αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας.
Να τι λέει η παράδοση:
«Το γιοφύρι.
Χριστιανές αγνές ψυχές αφοσιωμένες στην πίστη η γριά Τριπολιτσιά μ΄ άλλες δυο γειτόνισσες πήγαιναν κάθε Σάβατο βράδυ στη Χρυσοπηγή, άναβαν τα καντήλια της Μεγαλόχαρης και την ελιβάνιζαν και με την αυγή ήταν στη λειτουργία του χωριού τους.
Τότε κουρσάροι ερήμαζαν τα νησιά, νωρείς είχαν δει από τις βίγλες (παρατηρητήρια) τα κλέφτικα τσερνίκια (πειρατικά πλοία) να περνούν κοντά στο νησί. Όλη τη νύχτα οι νησιώτες περίμεναν από στιγμή σε στιγμή τους κουρσάρους να φανούν.
Οι προσκυνήτριες όμως ήταν οπλισμένες με την πίστη τους, άμα ψήλωσε η πούλια πήραν κεριά, λάδι και λιβάνι κι εξεκίνησαν για το Σαββατιάτικο τάξιμό τους.
Μόλις είδαν ψηλά από το βουνό την εκκλησία που είναι στο ακρογιάλι σκοτεινή αγριεύτηκαν, γιατί τότε δεν έμενε κανένα ξωκλήσι σβηστό.
¨Όταν μπήκαν στην αυλή της εκκλησίας τότε η μία είδε ένα καϊκι στον κάβο, αλλά πίστεψαν, πως ήταν ψαράδικο. Όταν όμως έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας,άκουσαν βαρύ ρουχαλητό.
- Κουρσάροι είπαν! Στάθηκαν λίγο διστακτικές, μα η πίστη τους νίκησε.
Πάμε να ανάψομε την Παναγία , είπε η γριά Τριπολιτσά , η Χάρη της δεν θα μας αφήσει να χαθούμε.
Πέρασαν δίπλα από τους κοιμησμένους κουρσάρους, έφτασαν στο τέμπλο, άναψαν τα καντήλια, ελιβάνισαν, επροσκύνησαν , προσευχήθηκαν και ξεκίνησαν να φύγουν
Είχαν φτάσει πια στο κατώφλι , όταν ένας κουρσάρος ξύπνησε αγριεμένος από τη μυρωδιά του λιβανιού, ξαφνιάστηκαν κι οι υπόλοιποι και πήραν τα γιαταγάνια τους και βγήκαν από την εκκλησιά, πλησίασαν τις γυναίκες με υψωμένα τα γιαταγάνια , όμως ξαφνικά η γη σκίστηκε μετά από έναν μεγάλο σεισμό ,η θάλασσα μπήκε ανάμεσά τους και οι πειρατές μείναν από τη μια πλευρά κι οι γυναίκες από την άλλη. Οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν και έφυγαν να πάνε να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στην εκκλησία του χωριού τους»
ΑΜΟΡΓΟΣ
Οι πειρατικές επιδρομές κατά της Αμοργού ξεκίνησαν από τα βάθη της Αρχαιότητας και συνεχίστηκαν και σε μεταγενέστερες εποχές όπως στην εποχή του Βυζαντίου και της Ενετοκρατίας-Τουρκοκρατίας.
Το 1797 Μανιάτες πειρατές λεηλάτησαν κι εγύμνωσαν τον τόπο.
Άδειασαν τα σπίτια (οι ιδιοκτήτες τα είχαν εγκαταλείψει και είχαν φύγει στα βουνά), έσπασαν τα σεντούκια, τα γράμματά τους όλα χάθηκαν και δεν τους άφησαν ούτε ένα ρούχο.
Τους Μανιάτες καταδίωξαν κάποια παλικάρια από την Αμοργό.
« να βγάλουν τότες όνομα’ ς Ανατολή και Δύσι,
‘ςτην Αμοργόν άλλην φοράν κλέπτης να μη πατήση».
Φαίνεται ότι οι Αμοργιανοί λόγω της λεηλασίας από τους πειρατές ζήτησαν από τους Τούρκους να μην πληρώσουν φόρους για τρία χρόνια, αλλά οι Τούρκοι δεν συμφώνησαν και τους είπαν ότι θα τους τιμωρήσουν αν δεν καταβάλουν τον επιβεβλημένο φόρο.
Πειρατές στα Παραδείσια
Πειρατές άραξαν στα Παραδείσια και σκορπίστηκαν για να ληστέψουν . Πήγαν στην Κάτω Μεριά στην Κολοφάνα, αλλά οι κάτοικοι που είχαν ειδοποιηθεί κρύφτηκαν. Οι άντρες έστησαν καρτέρι στους πειρατές και παρόλο που αυτοί είχαν ανάψει φωτιές για να έρθουν να τους πάρουν με τις βάρκες , οι Αμοργιανοί τους επιτέθηκαν και σκότωσαν τους περισσότερους , μόνο λίγοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν πέφτοντας στην θάλασσα.
Δυο πειρατές όμως κρύφτηκαν σε μια σπηλιά και το πρωί κατεβαίνοντας στον Όρμο του Κάτω Κάμπου βρήκαν δύο γυναίκες και τις πήραν αιχμάλωτες μαζί τους. Στον Κάβο του Τρούλλα είδαν το πλοίο τους να κόβει βόλτεςανοιχτά ,τους έκαναν σινιάλο με φωτιές και ήρθε μια βάρκα και τους πήρε μαζί και με τις δυα γυναίκες. Η μια είχε μαζί της το μωρό της. Οι γυναίκες φτάνοντας στον Κάβο Βούλγαρη της Κέρου έκλαιγαν απαρηγόρητες που έφευγαν μακριά από το νησί και τους δικούς τους.Οι πειρατές για να διασκεδάσουν έβαλαν τις γυναίκες να τραγουδήσουν με το ζόρι .
Η πρώτη τραγούδησε:
« Όμορφο πουν’ το κάτεργο (πλοίο) κι όμορφα π’ αρμενίζει
κι όμορφοι πούν’ οι ναύτες του κι αυτός που τους ορίζει».
Η δεύτερη μωρομάνα τραγουδά:
«Κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια νανούρισέ το κι αν σου γυρέψει και βυζί , σκύψε και βύζαξέ το’.
Ο καπετάνιος του πειρατικού λυπήθηκε τον πόνο της δεύτερης γυναίκας και τις άφησε ελεύθερες στον Κάβο του Τρούλλη.
Ο Άγιος κάνει το θαύμα του.
Στον κάμπο τις Καλοταρίτισσας άντρες και γυναίκες θέριζαν αμέριμνοι. Ανάμεσά τους και μια μωρομάνα που θήλαζε πιο πέρα το μωρό της και τούπαιζε στην ανεμόκουνια. Ξαφνικά πλάκωσαν πειρατές. άντρες και γυναίκες έτρεξαν για να σωθούν, η μάνα όμως πιάστηκε. Οι πειρατές την πήραν μαζί τους κι άφησαν στην κούνια το μωρό παρά τις παρακλήσεις της. Το πλοίο ανοίχτηκε στο πέλαγος.
Περνώντας μπροστά από το ξωκλήσι που τόσες φορές είχε ανάψει το καντήλι, η γυναίκα προσευχήθηκε θερμά για τη σωτηρία της . Τότε έγινε το θαύμα. Το πλοίο έμεινε ακίνητο, δεν πήγαινε ούτε μπρος ,ούτε πίσω. Οι πειρατές τότε φοβήθηκαν κατάλαβαν, γύρισαν πίσω στον όρμο της Καλοταρίτισσας κι άφησαν τη γυναίκα λεύτερη.
Δημοτικό τραγούδι της Αμοργού « Ο Σκλάβος».
« Σαράντα κάτεργα’ μεστα κι εξηνταδυό φρεάδες.
Κ’ είχομεν σκλάβους εκατό στην άλυσι βαρμένους,
Στην άλυσι, στα σίδερα και στην βαρειά καδένα
Κι ο σκλάβος ενεστέναξε κι εστάθη η φρεάδα.
-Ποιος είναι π’ αναστέναξε και στάθη η φρεάδα ;
αν είν’ από τους σκλάβους μου να τον ελευτερώσω
κι αν είν’ από τη λεβεντιά λουφέ να της εδώσω.
-Εγώ’ μαι π’ ανεστέναξα και στήθη η φρεάδα.
- Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε γδυμνόν σ’ αφήκαν;
-Μηδέ πεινώ, μήτε διψώ, μηδέ γδυμνιό μ’ αφήκες,
της νιότης μου θυμήθηκα, της δόλιας μου γυναίκας,
που’ μουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος,
εχτές πουλούν τα ρούχα μου, σήμερον τα’ άρματά μου,
αύριον την γυναίκα μου την ευλογούνε μ’ άλλον.
-Σκλάβε ξανατραγούδησε και να σε ελευτερώσω.
……………………………………………………
Κι ο σκλάβος ετραγούδησε κι ο πειρατής του έδωσε τη λευτεριά του.
ΣΧΟΙΝΟΥΣΑ
Το ου 1816 ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή στη Σχοινούσα, αιχμαλωτίζει Ναξιώτικη βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά του και τους αφήνουν γυμνούς να γυρίσουν στη χώρα.
Να τι λέει η Παράδοση:
Η σπηλιά του Μανιάτη.
Κάποτε , λέει, ένας πειρατής από τη Μάνη, βγήκε στη Σχοινούσα για να ληστέψει, για πειρατεία. Διάλεξε να ληστέψει την εκκλησία «Παναγία η Ακαθή».
Την ώρα της ληστείας, έβλεπε την εικόνα και νόμιζε πως τον παρακολουθεί συνέχεια ( έχεις προσέξει μερικές εικόνες πούναι έτσι ζωγραφισμένες, που τα μάτια τους θαρρείς πως σε κοιτάζουνε, όπου κι αν πας;). Νευρίασε κι αυτός κι έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα και την τρύπησε.
Μετά πήρε τη λεία του κατέβηκε για να φύγει και στο δρόμο του γλίστρησε κι έπεσε κάτω , πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε.
Από τότε πια πήρε τ’ όνομα « η σπηλιά του Μανιάτη». Η σπηλιά είναι κοντά στην ακρογιαλιά, δίπλα στο πηγάδι, πάνω ακριβώς από το λιμανάκι.
Αφηγ. Γεώργιος Ι. Τζαννετής, Εκπαιδευτικός.
Καλόξυλος Νάξου»
ΑΝΑΦΗ
Η Ανάφη είναι περήφανη για τον τρομερό πειρατή που έβγαλε τον Ιωάννη Δελοκάβο
Ήτανε άντρας θηρίο. Έζησε επί Φραγκοκρατίας κι όργωσε όλο το Αιγαίο με τα καράβια του. Το 1269 ελευθέρωσε την πατρίδα του, Ανάφη από τους Φράγκους και την παρέδωσε λεύτερη στους πατριώτες του. Έτσι το νησί έμεινε ελεύθερο μέχρι το 1307 που το κατέλαβε ο Γιαννούλης Γοζαδίνος.
Άλλοι λένε πως καταγόταν από την Ανάφη κι άλλοι πως ήταν Ιταλός και μάλιστα Γενοβέζος.
ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ
Στο Β. Α. μέρος του Παλαιοκάστρου της Φολέγαντρος και σε τριάντα μέτρα από τη θάλασσα βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά. Φαίνεται ότι στην παλιά εποχή χρησίμευε σαν Ιερός χώρος γιατί βρέθηκαν αγαλματίδια, κομμάτια από αγγεία κλπ
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας η σπηλιά χρησίμευε σαν καταφύγιο των κατοίκων από τους πειρατές.
Η επιδρομή στη Χρυσοσπηλιά:
Στα 1770 η χώρα του νησιού ήταν χτισμένη στο Παλαιόκαστρο , πάνω από την Παναγιά , στο Νότιο μέρος του νησιού. Στο βορεινό μέρος του Παλαιοκάστρου βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά
Εκεί έτρεχαν οι κάτοικοι για να γλιτώσουν από τους πειρατές (μιας και έχει και μπόλικο νερό). Σε μια τέτοια επιδρομή οι κάτοικοι κρύφτηκαν οι πειρατές όμως οργισμένοι άρχισαν να τους ψάχνουν.
Εκεί σε ένα μονοπάτι πρόλαβαν μια γριά πούτρεχε προς το σπήλαιο. Η γριά βαστούσε μαζί και τη σβία της (ρόκα), για να ασχολείται όσο θα κρατά η πολιορκία. Την πιάσανε όμως οι πειρατές στα « Ελληνικά σκαλιά» και της λένε:
- Πες μας που είναι οι άλλοι και θα σου χαρίσουμε τη ζωή.
-Η γριά αναγκάστηκε να τους δείξει τη σπηλιά.
Όταν οι πειρατές πέτυχαν το σκοπό τους, τη βασάνισαν και τη σπρώξανε στο γκρεμό, όπου κομματιάστηκε. Εκεί έπεσε κοντά σε μια μικρή σπηλιά που ονομάστηκε «της γριάς το σπηλίδι».
Μπροστά στο στόμιο της Χρυσοσπηλιάς υπήρχε φαίνεται παλαιότερα τοίχος με πολεμίστρες για να αμύνονται οι πολιορκημένοι. Οι πειρατές κατέβηκαν στη σπηλιά και ανατίναξαν το τοίχος με βαρέλια μπαρούτι και θειάφι, με αποτέλεσμα άλλοι να σκοτωθούν κι άλλοι να πεθάνουν από ασφυξία.
Στην επιδρομή αυτή σκοτωθήκανε όλοι οι κάτοικοι του νησιού».
Αφηγ. Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Φολέγανδρος
Από επίσημα όμως ιστορικά στοιχεία φαίνεται ότι στα 1715 εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, όχι όμως όλοι όπως λέει η παράδοση, έτσι η ζωή συνεχίστηκε πάνω στο νησί.
Μια άλλη παράδοση λέει ότι :
Την 1η Μαΐου του1790, παρουσιάστηκαν έξω από το νησί δεκαοχτώ πειρατικά αλγερινά πλοία –φούστες- που κατευθύνονταν στην ακτή της Πλάκας.
Τότε φοβισμένοι οι κάτοικοι κατέφυγαν στην εκκλησιά της Παναγιάς πάνω στο βουνό.
Με δεήσεις και δάκρυα στα μάτια μετέφεραν την εικόνα της Παναγίας στην άκρη του ψηλού βράχου που απ΄κάτω απλωνόταν η θάλασσα και παρακαλούσαν τη Μεγαλόχαρη να τους προστατέψει.
Αμέσως ένας δυνατός βοριάς φύσηξε και όλα τα πειρατικά πλοία βούλιαξαν. Κανένας από το πλήρωμα των πλοίων δεν σώθηκε, εκτός από έναν αιχμάλωτο χριστιανό, που κολυμπώντας έφτασε στην παραλία της Πλάκας.
Αυτός είπε στους Φολεγανδρίτες ότι μια αστραπή που’ ρχότανε απ’ το βουνό –από την εικόνα- αναποδογύρισε τα πλοία.
Από τότε η Πρωτομαγιά θεωρείται πολύ μεγάλη γιορτή για τους κατοίκους του νησιού.
Αφηγ. Πέτρος Γαβαλάς, Φολέγανδρος
ΚΙΜΩΛΟΣ ή Αργκεντιέρα.
Η Κίμωλος από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα υπέφερε πολύ από τους Κουρσάρους και τους πειρατές. Στην Παναγιά την Πανωβάρδια οι Κιμωλιάτες φυλάγανε βάρδια γιατί φοβόντουσαν τους κλέφτες (είχανε δηλ παρατηρητήριο). Μόλις βλέπανε πλεούμενο ειδοποιούσαν τους κατοίκους κι εκείνοι κλείνονταν στο Κάστρο ( που το είχαν φτιάξει οι Βενετοί),μαζί με τα ζώα τους.
Παρόλα αυτά στα 1638 οι κουρσάροι αποβιβάζονται στην Κίμωλο και καίνε το μοναδικό χωριό, με τους διακόσιους κατοίκους του, με αποτέλεσμα να ρίξουν τους Κιμωλιάτες σε πολύ μεγάλη φτώχια.
¨οσοι μπόρεσαν να καταφύγουν στη Σίφνο επέστρεψαν και πξανάκτισαν το κάστρο τους όμως και πάλι τους περίμενε η ίδια τύχη, ώσπου στο τέλος έγινε ορμητήριο χριστιανών πειρατών. Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Βενετοί επέβαλαν φορολογίες στο νησί αλλά και στρατολογούσαν ανθρώπους για να κάνουν κουπί.
Συχνά ο Βενέτικος στόλος άραζε στα λιμάνια της Πάρου, της Κιμώλου, της Μήλοτ, της Νάξου για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει και να καταληστέψει τους κατοίκους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, « οι Βενετοί έκοψαν όλα τα ληόδεντρα στο νησί, κατά τους πολέμους που είχαν εναντίον των Τούρκων».
« Η Βενετιά τον έστειλε τους Τούρκους να γυρεύει, τους ορθοδόξους χριστιανούς , γιάντα να τους παιδεύει;».
Χαρακτηριστικό της αθλιότητας που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο νησί, γράφει ο Χ. Μουστάκας και πόσο υπέφεραν οι φτωχοί κάτοικοί του είναι το πιο κάτω περιστατικό.
«Ένας από τους πειρατές της Μάλτας, βγήκε από το πλοίο του με δέκα περίπου πάνοπλους συντρόφους του. Οι πειρατές άρχισαν να ληστεύουν τους κατοίκους του νησιού. Την ίδια ώρα ο αρχιπειρατής έτρωγε στο σπίτι του Γάλλου προξένου. Κάποια στιγμή έφτασε τρέχοντας ένας πειρατής για να αναφέρει στον καπετάνιο του, ότι ένα πλοίο πάνοπλο εχθρικό, είχε μπει στο λιμάνι».
Ο αρχιπειρατής ζήτησε αμέσως να φέρουν αυτόν που είχε τοποθετηθεί στη σκοπιά για να παρακολουθεί το πέλαγος και δεν ειδοποίησε ότι κάποιο πλοίο πλησιάζει.
Ο Κιμωλιάτης έφτασε τρέμοντας αλλά στάθηκε τυχερός γιατί το πλοίο δεν ήταν Τούρκικο αλλά Γαλλικό κι έπειτα κι από παράκληση του προξένου ο νησιώτης δεν τιμωρήθηκε.
Παλαιότερα για τον ίδιο λόγο κάποιος άλλος παρατηρητής τιμωρήθηκε πολύ σκληρά από άλλον πειρατή. Αφού τον χτύπησε πολύ άσχημα , διέταξε να του γκρεμίσουν το σπίτι του και δεν του επέτρεψε να το ξανακτίσει.
ΜΗΛΟΣ
Η Μήλος εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για τη Σμύρνη και για την Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι (καλό λιμάνι), έγινε φωλιά πειρατών ξένων αλλά και ντόπιων. Όλο το διάστημα από το 17ο ως και το 19ο αι.
Το 1678 γράφει ο Γραμματέας της Ολλανδικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη:
« Στη Μήλο συγκεντρώνονται πολλοί κουρσάροι , εδώ φέρνουν τα λάφυρα τους και γίνονται αγοραπωλησίες. Η Καθολική Εκκλησία έχει ένα μοναστήρι Καπουτσίνων (είδος Μοναχών) που είναι υπό την προστασία του Γάλλου Προξένου. Η Μήλος πληρώνει κάθε χρόνο στο Σουλτάνο πέντε χιλιάδες τάλληρα».
Οι φοβεροί πειρατές Μανέττας, Αρμακόλας, Κατραμάς, Λόλιος, Φραγκόπουλος όλο το χειμώνα τον περνούσαν στο νησί, τρώγοντας, πίνοντας και διασκεδάζοντας. Ο φοβερός αρχιπειρατής Καψής είχε στήσει το βασίλειό του στη Μήλο. «ο βασιλεύς της Μήλου», όπως τον αποκαλούσαν.
« Ήτον εις Μήλον υπανδρεμένος
ήτον και καπετάνιος ξακουσμένος
είχε και μίαν γυναίκα από το κάστρο
κι έλαμπε το πρόσωπό της ως τα’ άστρο».
Στα 1624 αναφέρεται ότι Τυνήσιοι πειρατές κουρσεύουν ένα ολλανδικό πλοίοπου ταξίδευε μέσω Μήλου και Σμύρνης για την Πόλη.
Ο Πατήρ Σωζέ ένας Γάλλος Ισουίτης (Καθολικός παπάς ), από τη Νάξο γράφει: «Ο Ιωάννης Καψής παρόλο που δεν καταγόταν από μεγάλη και πλούσια οικογένεια κατόρθωσε να ανακηρυχθεί κύριος του νησιού.
Οι Κάτοικοι της Μήλου άνθρωποι αντρειωμένοι, θαύμαζαν τα κατορθώματα του Καψή κι επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν τον Τουρκικό ζυγό τον αναγνώρισαν άρχοντά τους.
Στον Μητροπολιτικό Ναό των Ελλήνων ο Λατίνος Επίσκοπος του κρέμασε στο λαιμό χρυσή αλυσίδα και ο λαός φώναξε:
-Ζήτω ο Καψής.
Κατοίκησε σε ένα μεγάλο σπίτι που το φρουρούσαν 25 ένοπλοι στρατιώτες, όταν δε έβγαινε από το σπίτι τον συνόδευαν 50 ένοπλοι.
Προσπάθησε να φέρεται σωστά και δίκαια ώστε να τον σέβονται οι κάτοικοι του νησιού και απένεμε δικαιοσύνη δίκαια και χωρίς να μεροληπτεί.
Η βασιλεία του διήρκεσε τρία χρόνια και θα διαρκούσε περισσότερο αν ο Καψής δεν εμπιστευόταν τους Τούρκους.
Η Πύλη, βλέποντας τα μέτρα που έπαιρνε ο Καψής και την αγάπη που του είχαν οι Μηλιοί θέλησαν να τον καταστρέψουν , όχι όμως με φανερή επίθεση.
Έστειλαν τρεις γαλέρες με την πρόφαση να εισπράξουν τους φόρους.
Μόλις οι Γαλέρες αγκυροβόλησαν ο Διοικητής τον επισκέφθηκε και τον διαβεβαίωσε για την εκτίμηση που του είχε ο Σουλτάνος και ότι θα συνέχιζε να τον εκτιμά όσο ο Κψής θα αναγνώριζε ως αφέντη το Σουλτάνο. Κατόπιν κάλεσε τον Καψή στη Γαλέρα. Ο Καψής για να μην φανεί εχθρικός απέναντι στους Τούρκους επισκέφθηκε το πλοίο συνοδευόμενος μόνο από 12 στρατιώτες.
Μόλις επιβιβάστηκε στο πλοίο τον περικύκλωσαν του αφαίρεσαν τη χρυσή αλυσίδα από το λαιμό και τον έδεσαν με αλυσίδες . Αμέσως δε σήκωσαν τα πανιά και ξεκίνησαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν.
Οι Καπουτσίνοι (Καθολικοί καλόγεροι) έχτισαν οικία που έμοιαζε με Ακρόπολη (Κάστρο), αν και δεν ήταν παρά μόνο η εκκλησία με έξη-επτά κελιά.
¨όταν έμαθε για το κτίσμα ο Καπετάν Πασάς, έστειλε 30 γαλέρες, οι οποίες μόλις έφτασαν διέταξαν τους μοναχούς να βγουν έξω από το κτίριο και μετά από τρεις ώρες το έκαψαν».
Αυτό έγινε στα 1682, επειδή ο Καθολικός επίσκοπος είχε στέψει μέσα σ’ αυτήν την εκκλησία , βασιλιά της μήλου τον Καψή.
Η πειρατεία στη Μήλο, όπως και στα άλλα νησιά συνεχίστηκε ασταμάτητα μέχρι τα χρόνια του Καποδίστρια . Ο ναύαρχος Μιαούλης έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην πειρατεία , στις νότιες δε Κυκλάδες την καταστολή της Πειρατείας ανάλαβε ο Μ. Σούτσος.
ΣΥΡΟΣ
« Άι μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου, γιούργαρε τσι εχθροί μας
γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες
κι αιφνίδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες…». Λαϊκό Συριανό.
Από την αρχαιότητα ακόμα η Σύρος όπως και τα άλλα Κυκλαδονήσια υπέφερε τα πάνδεινα από τους πειρατές.
Αλλά εκτός από τα αρχαία χρόνια από τον 7ο -11ο αιώνα η Σύρα υπέφερε από τους πειρατές και περισσότερο από τους Σαρακηνούς.
Τα τοπωνύμια Καστρί και Πύργος φανερώνουν οχυρές τοποθεσίες που πήγαιναν οι κάτοικοι για να προφυλαχθούν από τους πειρατές. Και το Βιγλοστάσι (Στην Ποσειδωνία), σήμαινε κάποια βίγλα απ ‘ όπου άναβαν φωτιά και ειδοποιούσαν για τους πειρατές που πλάκωσαν.
Στις αρχές του 13ου αιώνα η Σύρα καταλήφθηκε όπως κι άλλες Κυκλάδες από το Σανούδο και τον 16ο αι. από τον Βαρβαρόσσα.Σ’ όλο το 18 αι και στις αρχές του 19ουαι.ο πληθυσμός υπέφερε πολύ κι εκεί που άλλοτε ευημερούσε,
τώρα είχε αποδεκατιστεί. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην κορυφή του λόφου για ασφάλεια.
Τούρκοι, Σαρακινοί, Έλληνες, Δυτικοί όλων των ειδών οι κουρσάρει πέρασαν από το νησί.
Στα 1617 ο Αλή τσελεπής Καπουδάν Πασάς έκανε φοβερή επιδρομή στη Σύρο.
Μόλις τις βραδινές φάνηκε στο πέλαγος ολόκληρη η αρμάδα του Τουρκικού στόλου της Άσπρης θάλασσας, τρόμος κατέλαβε τους Συριανούς που πανικόβλητοι έφευγαν όλοι προς τα όρη, πολίτες και ιερείς.
« Τον Τούρκο στόλαρχο κατέβηκε να υποδεχθεί ο καθολικός Επίσκοπος Κάργας. Ο Πασάς ζήτησε από τον Επίσκοπο να του παραδώσει αμέσως τους Καθολικούς Ιερείς αλλά εκείνος του ανακοίνωσε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.
Τότε ο πασάς εξοργίστηκε και συνέλαβε τον Επίσκοπο μαζί με τον παππά που τον συνόδευε, Μιχαήλ Βουτσίνο. Και διέταξε αμέσως να λεηλατήσουν την πόλη.
Η καταδίωξη ήταν φοβερή και γινόταν σε βουνά, σπηλιές, ναούς ( όπου έπαιρναν τα ιερά σκεύη και άμφια )και σπίτια, απ’ όπου έκλεβαν ότι πολύτιμο εύρισκαν. Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι δεν ήξεραν που να κρυφτούν.
Έκαψαν τα αρχεία της Επισκοπής και της κοινότητας, έκαψαν τους ανεμόμυλους και πολλά σπίτια. Επίσης συνέλαβαν πολλούς κατοίκους που τους οδήγησαν στις τουρκικές γαλέρες.
Ο Πασάς την άλλη μέρα απαγχόνισε τον Επίσκοπο και τον ιερέα καθώς και πολλούς από τους άρχοντες ( Προεστούς)και έφυγε παίρνοντας μαζί του 300 αιχμαλώτους. Άφησε όμως πίσω του ένα πλοίο, με έναν Τούρκο Αγά και την εντολή να δεχτεί την καταβολή λύτρων, ώστε να εξαγορασθούν από τις οικογένειές τους, όσοι αιχμάλωτοι μπορούσαν γι αυτούς να πληρώσουν οι δικοί τους.
Όταν έφυγε ο πασάς πολλοί από τους κατοίκους έφυγαν τρομοκρατημένοι για τη γειτονική Τήνο».
Τα βάσανα των νησιωτών από τον Μοροζίνη περιγράφει ο Μπουνιαλής.
« Μόνο σας λέγω κλαύσατε για τη χριστιανοσύνη
για τούτα όλα τα νησιά στο κρίμα όπου γίνει.
Αν στέκουν με τα’ Αγαρηνούς ή με τους Φράγκους λάχουν
Εις όποια χέρια τύχουσι, τούτα οι Ρωμαίοι τά’ χουν.
Τα κάτεργα σηκώνονται και πιάνουσι στη Σύρα
Και τα χαράτσια όρισαν από δεκεί κι επήραν».
Οι Συριανοί όπως και οι υπόλοιποι νησιώτες, όταν βοηθούσαν από φόβο τους Φράγκους, έβρισκαν το μπελά τους από τους Τούρκους το ίδιο συνέβαινε όταν βοηθούσαν τους Τούρκους.
Πάντως σίγουρα προτιμούσαν να πληρώνουν τους φόρους στους τούρκους παρά να λεηλατούνται και να πουλιούνται δούλοι.
Εξαιτίας των επιδρομών οι Συριανοί φρόντισαν να επιδιορθώσουν τα τείχη του Κάστρου τους. Στα τείχη της πόλης υπήρχαν επτά ή Οκτώ πύλες- Καστρόπορτες που το βραδάκι έκλειναν. Η πόρτα που βρισκόταν προς το λιμάνι έκλεινε στις 9 το βράδυ πριν κλείσει χτυπούσε η καμπάνα για να θυμίσει στους κατοίκους ότι πρέπει να βιαστούν να επιστρέψουν . Αυτή η συνήθεια παρέμεινε (το κτύπημα της καμπάνας ) κι έτσι ακόμη κι όταν κτίστηκε η Ερμούπολη στις 9 το βράδυ οι καμπάνες των εκκλησιών εξακολουθούσαν να κτυπούν.
Παραδόσεις:
Οι Πειρατές συλλαμβάνουν τρεις γυναίκες.
Κάποτε τρεις γυναίκες βγήκαν στην Επάνω Μεριά στο λόφο Μύτακα στις θέσεις «Πλάτος» και «Κουλούρα» για να μαζέψουν χόρτα. Ξαφνικά μια ομάδα πειρατών που είχε αράξει στη Βαρβαρούσα ανέβηκε στο βουνό χωρίς να γίνει αντιληπτή από τις γυναίκες.
Η ομάδα συνέλαβε τις γυναίκες και τις πήρεγια να πουληθούν ως σκλάβες στην αγορά των δούλων στο Αλγέρι.
Η μια από τις γυναίκες έχοντας ακούσει τα δεινά που περνούσαν οι σκλάβοι, καταράστηκε το μέρος που τις συνέλαβαν.
«ανάθεμά σε Μύτακα και Πλάτος και Κουλούρα
θάρρευα είναι Μεσσαριά κι ανέβαινα σιγούρα».
Η μία παό τις τρεις γυναίκες εξαγοράσθηκε από την οικογένειά της (πλήρωσε η οικογένεια) και απελευθερώθηκε.
Η Κιουρά του Πάγου.
« Μια μέρα κοντά στην εκκλησία «Κιουρά του Πάγου» ή «Μεγαλόχαρη του Πάγου», ξεκουραζόντουσαν άντρες και γυναίκες από την κούραση του θερισμού.
Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται να πλησιάζουν είκοσι περίπου κουρσάροι από την πλευρά του Γαλησσά. έντρομοι όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στη μικρή εκκλησία.
Οι πειρατές κάθισαν να ξεκουραστούν στην αυλή της εκκλησίας μιας και ήταν σίγουροι ότι οι χωρικοί δεν μπορούσαν από πουθενά να διαφύγουν.
Τότε έγινε το θαύμα: Άνοιξε ο τοίχος (γύρω στο ένα μέτρο)πίσω από το ιερό και τότε όλοι οι χωρικοί βγήκαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους πειρατές.
Όταν οι πειρατές έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα δεν βρήκαν κανένα ενώ το ρήγμα στον τοίχο είχε από μόνο του και πάλι κλειστεί.
Βιβλιογραφία:
«Πειρατεία στο Αιγαίο». Νίκου Κεφαλληνιάδη. Εκδ. Φιλλιπότης Iστορικά στοιχεία και παραδόσεις.
Ιστορικά Μυθιστορήματα.
«Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής» Γιώργος Λεονάρδος . Εκδ. « Νέα Σύνορα»
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη. Εκδ. Ωκεανίδα.
« Μηνάς ο Ρέμπελος» Κωστή Μπαστιά». Εκδοτική Αθηνών.
«Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου». Γιάννη Μαγκλή. Εκδ. Δωρικός
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
ΕΛ ΜΕΤΛΙΝ:ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΚΡΕΚΙΓΙΑ ΜΥΤΝΙΛΗΝΙΟΙ ΤΗΣ ΤΥΝΗΣΙΑΣ
Posted by Under The Black Flag on 9:22 μ.μ.
Η Τυνησία κατοικήθηκε από τους παλαιολιθικούς χρόνους, γεγονός που πιστοποιούν προϊστορικά ευρήματα, τα οποία ανήκουν στην περίοδο του Ανθρώπου του Κρομανιόν. Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Τύνιδα (τη σημερινή Τυνησία)περίπου το 1200 π.Χ. Την ελληνική αποίκιση ακολούθησαν οι Φοίνικες (9ος αι. π.Χ.), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στις ακτές και ίδρυσαν την Καρχη-δόνα, που υπήρξε θαλασσοκράτειρα της δυτικής Μεσογείου και αντίπαλος της Ρώμης. Στην Τυνησία, όπου τον1ο αι. μ.Χ. διαδόθηκε ο χριστιανισμός, που κυριάρχησε πλήρως τον 4ο αι., γεννήθηκαν οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί πατέρες Τερτυλιανός, Κυπριανός και Αυγουστίνος. Η ελληνική παρουσία στην Τύνιδα, στις αρχές του 1990, ήταν περιορισμένη (60 άτομα σε Τύνιδακαι Σφαξ). Σήμερα υπάρχουν 30 Έλληνες, εκ των οποίων οι 10 ζουν στην Τύνιδα και αποτελούν τους γνήσιους διαδόχους μιας αξιοπρεπούς και πολυπληθούς κοινότητας 60.000 ατόμων των αρχών του 20ού αι.Στη πρωτεύουσα Τύνιδα, υπάρχει και ο Ελληνορθόδοξος Ναός του Αγίου Γεωργίου.
Στη βόρεια Τυνησία βρίσκεται το χωριό Ελ Μετλίν, οι κάτοικοι του οποίου κατάγονται από τη Μυτιλήνη, από όπου έφυγαν μετά την κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς. Η Μετλίν είναι μια κωμόπολη όπου κυριαρχεί το γαλανόλευκο.Γαλανόλευκα σπίτια,γαλανόλευκες τέντες, ως και τα πεζοδρόμια έχουν βάψει γαλανόλευκα. Γαλανόλευκα τα ντέφια στα γλέντια, γαλανόλευκα ταντουβάρια και στο εσωτερικό των σπιτιών. Στα σπίτια της Μετλίν σε δέχονται με χαρά αλλιώτικη. Σαν αρχίσουν να σε νιώθουν δικό τους, ίδιο με δαύτους, βγάζουν θαρρείς από το μπαούλο κι αρχίζουν να σου λένε τις ιστορίες των παππούδων. Πως κάποιοι τους λένε«γκεκίγια», δηλαδή Έλληνες,κάποιοι λένε πως «ήρθαν με τους Τούρκους», κάποιοι σου μιλούν για την ιστορία κάποιας πατρίδας «σε ένα νησί κάπου βόρεια». Είναι ώρα που οι γυναίκες μιλούν χαμηλόφωνα για τα χαΐρια της γειτόνισ-σας και στρίβουν μακαρονάκι.«Μακαρόνα» το λένε ετούτο εδώ στη Μετλίν. «Σκάλα» λένε το επίνειό τους.
Το κουβάρι της συγκλονιστικής και γεμάτης περιπέτειες ζωής του ελληνικής καταγωγής πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, που αφού κούρσεψε όλη τη Μεσόγειο κατάφερε να γίνει τιμημένος αρχιναύαρχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξετυλίγεται μέσα από την ιστορία μιας μικρής κωμόπολης της Τυνησίας της Ελ Μετλίν. Σήμερα, η ελληνική παροικία στην Τυνησία, που στις αρχές του 20ου αιώνα αριθμούσε 60.000 άτομα, κυρίως επιχειρηματίες, εμπόρους και σπογγαλιείες, έχει συρρικνωθεί σε περίπου 40 άτομα. Εκτός από τον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου στην Τύνιδα, όπου κυματίζει η ελληνική σημαία, και τις δυο ελληνορθόδοξες εκκλησίες στη Σφαξ και στη Τζέμπρα, η Ελ Μετλίν, η Μυτιλήνη δηλαδή, μια μικρή κωμόπολη σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα της Τυνησίας, θυμίζει την ελληνική παρουσία. Η Ελ Μετλίν δεν πήρε τυχαία αυτό το όνομα. Πίσω από την ονομασία κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία γεμάτη περιπέτειες που ξεκινάει από τη Μυτιλήνη και ξετυλίγεται μέσα από τον βίο των αιμοσταγών πειρατών Μπαρμπαρόσα, οι οποίοι πριν από περίπου μισή χιλιετία ξεκίνησαν από τη Λέσβο με το τσούρμο τους και αφού όργωσαν όλη τη Μεσόγειο κουρσεύοντας καράβια, έστησαν το άντρο τους στα βόρεια παράλια της Τυνησίας κοντά στη Μπιζέρτα και το ονόμασαν Ελ Μετλίν.Ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον ελληνισμό της Τυνησίας, την ονομασία της Ελ Μετλίν και για τους ελληνικής καταγωγής αδελφούς Μπαρμπαρόσα παρουσιάζει ο πρόεδρος της Πολιτιστικής Εταιρείας «Μακεδνός» Δημήτρης Αλεξάνδρου στο βιβλίο του «Γκρεκίγια: Οι Έλληνες της Τυνησίας». Μάλιστα ο κ.Αλεξάνδρου ανακάλυψε στη Μυτιλήνη τον Γεώργιο Ρούγγο, που πιθανολογείται ότι είναι απόγονος των Μπαρμπαρόσα, μέσα από την αφήγηση του οποίου προκύπτουν άγνωστα στοιχεία για τους φοβερούς αρχιπειρατές της Μεσογείου.
Οι τρομεροί πειρατές Μπαρμπαρόσα
Οι Αρούτζ και Χαϊρετίν Μπαρμπαρόσα είχαν γεννηθεί στη Μυτιλήνη και ήταν Έλληνες αναφέρει στο βιβλίο του ο κ.Αλεξάνδρου, ο οποίος δεν είναι και ο μόνος που διατυπώνει αυτή την άποψη. Στις ελληνικές ρίζες των αδελφών Μπαρμπαρόσα αναφέρονται τόσο η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια «Βικιπαίδεια» όσο και ο Γεώργιος Λεονάρδος στο ιστορικό μυθιστόρημά του με τίτλο «Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής», αλλά και ο Μυτιληνιός συγγραφέας-μελετητής Θέμης Καραβασίλης στο βιβλίο του «Παλαιόκηπος».Οι αδελφοί Μπαρπαρόσα, που πήραν αυτό το όνομα από τα κοκκινωπά τους γένια, σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν παιδιά ενός σπαχή, ονόματι Γιακούπ, και μιας χριστιανής Ελληνίδας από τη Λέσβο, η οποία ονομαζόταν Κατερίνα. Αρκετοί είναι όμως οι ιστορικοί που θεωρούν πιθανόν να ήταν και ο πατέρας τους εξισλαμισμένος Έλληνας. Σύμφωνα με τουρκικές πηγές οι αδελφοί Μπαρμπαρόσα ήταν τέσσερις ο Ισχάκ, ο Αρούτζ, ο Χιζρ (ο διασημότερος από όλους ο οποίος ονομάστηκε αργότερα Χαϊρεντίν) και ο Ιλιάς. Ο Αρούτζ αρχικά έκανε εμπόριο στην Αίγυπτο, την Τρίπολη και τη Δαμασκό, ο Χιζρ και ο Ιλιάς έκαναν εμπόριο στη Θεσσαλονίκη, ενώ ο Ισχάκ έμεινε στη Μυτιλήνη. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές οι Χιζρ και Ιλιάς δέχτηκαν επίθεση πειρατών όταν περνούσαν από τη Ρόδο και ο Ιλιάς έχασε τη ζωή του. Ο Χιζρ αιχμαλωτίστηκε αλλά σύντομα κατάφερε να ξεφύγει και αποφάσισε να γίνει πειρατής. Ο Δημήτρης Αλεξάνδρου αναφέρει στο βιβλίο του ότι ο Αρούτζ, σε νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο πλήρωμα μιας πειρατικής γαλέρας η οποία όμως έπεσε στα χέρια των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου με αποτέλεσμα να αιχμαλωτιστεί. Τον αγόρασε όμως ένας Αιγύπτιος εμίρης για να τον κάνει κυβερνήτη σε δικό του πειρατικό και έτσι βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια όπου κάλεσε κοντά του και το μικρότερο αδελφό του Χιζρ, ο οποίος κατάφερε από κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς να γίνει ο τιμημένος αρχιναύαρχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα ο οποίος είναι και ο πιο γνωστός γεννήθηκε κατ΄ άλλους το 1473 και κατ΄ άλλους το 1478 και πέθανε στις 5 Ιουλίου το 1546 στην Κωνσταντινούπολη. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μπεσίκτας της Κωνσταντινούπολης. Μάλιστα τον περασμένο Ιούλιο ο δήμος Φάτιχ της Κωνσταντινούπολης διοργάνωσε εκδήλωση μνήμης για τη 460η επέτειο του θανάτου του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.
Ο Έλληνας απόγονος των Μπαρμπαρόσα
Στην καταγωγή των Μπαρμπαρόσα αναφέρεται ο καταγόμενος από τον Παλαιόκηπο της Μυτιλήνης Γεώργιος Ρούγγος, ο οποίος φαίνεται ότι είναι απόγονός τους, σε συνέντευξη που πρόκειται να δημοσιευτεί στο βιβλίο του Δημήτρη Αλεξάνδρου «Γκρεκίγια: Οι Έλληνες της Τυνησίας». «Το ότι κατάγονται από τη Λέσβο δεν το αμφισβητεί κανένας» επισημαίνει ο κ. Ρούγγος παραθέτοντας την εκδοχή του Γεώργιου Λεονάρδου σύμφωνα με την οποία η καταγωγή των Μπαρμπαρόσα ήταν ελληνική από την περιοχή Κιρχανάς του χωριού Παλαιόκηπος, αλλά και την εκδοχή του Θέμη Καραβασίλη οποίος συμφωνεί ότι η καταγωγή τους ήταν ελληνική και ότι γεννήθηκαν στον Παλαιόκηπο. Ο κ.Ρούγγος όταν μιλάει στους αδελφούς Μπαρμπαρόσα χρησιμοποιεί το ελληνικό όνομα Άρης για το Αρούτζ ή Χορούτζ και το όνομα Χρίστος για το Χιζρ (Χαϊρεντίν). Μάλιστα αναφέρει και ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Θέμη Καραβασίλη «Παλαιόκηπος» σύμφωνα με το οποίο: «Λέγεται ότι πατέρας του Βαρβαρόσα, ο Γιακούμπ, ήταν εξισλαμισμένος από τον Παλαιόκηπο και με τη γυναίκα του δούλευαν μαζί στο τσανακλίδικο (αγγειοπλαστείο) στη θέση που μέχρι σήμερα είναι γνωστή με την τουρκική ονομασία «Κιρχανάς». Το γιο του Γιακούμπ σε ηλικία δύο χρόνων, ενώ έπαιζε κοντά στη βρύση του αγγειοπλαστείου, μαζί με ένα άλλο αγόρι, άρπαξαν πειρατές και τα πούλησαν σε μια πλούσια οικογένεια που τα μεγάλωσε σαν αδέλφια. Αυτοί οι δύο έγιναν περιβόητοι πειρατές». Ο κ.Ρούγγος παραθέτει και πληροφορίες από ένα ανέκδοτο χειρόγραφο ενός δασκάλου, ονόματι Παναγιώτη Λημναίου, οι οποίες προέρχονται από κάποια φήμη που μεταδίδονταν από τους γεροντότερους. «Ο γράφων ενθυμείται καλώς τον αείμνηστον Ευστράτιον Βάρκαν (εκ Μεσάγρου) χρηματίσαντα δήμαρχον Γέρας, να διηγείται ότι οι Τούρκοι ιστορικοί ήλθαν ενταύθα ίνα προβώσιν εις έρευναν και διαπιστώσουν χαρακτηριστικά επί των επιγενομένων ανάλογα με τα του Βαραβαρόσα, και εύρουν τοιαύτα επί μελών μιας οικογενείας διακεκριμένων επί ευρωστία και το αγέρωχον της μορφής του. Φημολογείται ότι η οικογένεια με χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα που σημειώνονται στην παρακάτω μαρτυρία είναι η Παλαιοκηπιανή οικογένεια των Ρούγγων».Ο κ.Ρούγγος καταθέτοντας την προσωπική του εκτίμηση για την καταγωγή του αναφέρει ότι το όνομα Ρούγγος μπορεί να προέρχεται από την εκ παραδρομής λάθος γραφής του Ρούσσος, που σημαίνει κοκκινωπός, ότι αρκετοί στο σόι του είχαν μεγάλη σωματική δύναμη και ότι τα γένια σε κάποια άτομα της οικογένειας είναι κοκκινωπά. «Όλα αυτά βέβαια είναι εικασίες, ενδείξεις. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη, πράγμα που δεν είναι εύκολο σε τέτοιου είδους ζητήματα» προσθέτει ο κ. Ρούγγος.
Από τη Μυτιλήνη το Ελ Μετλίν
Θα χρειάζονταν βιβλία ολόκληρα για να γραφούν οι περιπέτειες και οι δράσεις των αδελφών Μπαρμπαρόσα. Ο κ.Αλεξάνδρου, που πριν από λίγους μήνες επισκέφτηκε την Ελ Μετλίν και συνομίλησε με τους κατοίκους της, λέει ότι η εκδοχή τους για την ελληνική παρουσία στην περιοχή τους είναι πως μετά την κατάληψη της Λέσβου το 1462 οι Τούρκοι μαζί με άλλα παιδιά άρπαξαν και δύο αδέλφια, τους αδελφούς Μπαρμπαρόσα, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν Μυτιληνιούς ως έμπιστα πρωτοπαλίκαρα και ως τσούρμο στα καράβια τους. «Αυτό το τσούρμο, τα πρωτοπαλίκαρα του Έλληνα Μπαρμπαρόσα, έκλαψαν τον καπετάνιο τους όταν «δοξασμένος» πέθανε στην Πόλη. Τότε, ο σουλτάνος τους έδωσε ένα κομμάτι γης στη Μπαρμπαριά, στο παλιό άντρο του Χαϊρεντίν, στα βόρεια παράλια της Τυνησίας κοντά στη Μπιζέρτα. Εκεί όπου αργοσαλεύει η γαλάζια Μεσόγειος και τα ελαιόδεντρα την κάνουν χάζι, όπως και στο νησί τους. Ονόμασαν "Μυτιλήνη" το χωριό που έκτισαν, εξ ού και το όνομα Ελ Μετλίν. Εκεί που στέκουν ως σήμερα, κοντά τεσσεράμισι αιώνες μετά, διατηρώντας λέξεις, γεύσεις, χρώματα, αναμνήσεις και χαρακτηριστικά της Λέσβου» επισημαίνει ο κ.Αλεξάνδρου. «Καθώς περπατήσαμε γεμάτη γαλανές εικόνες και δυνατά συναισθήματα φτάσαμε μπροστά στο υδραγωγείο της Ελ Μετλίν. Την είσοδο την φτιάξανε πρόσφατα με κίονες ελληνικούς μαρτυρώντας 500 χρόνια μετά την ελληνική καταγωγή και ρίζα τους! Μοιάζει απίστευτο! Στο υδραγωγείο. Και εμείς στην Ελλάδα να τα πετάξουμε όλα!» προσθέτει. Παράλληλα αναφέρει ότι κοντά στο υδραγωγείο πλησίασαν τον ίδιο και την παρέα του τέσσερις νέοι και ρώτησαν αν είναι Ιταλοί . «Όταν άκουσαν ότι είμαστε Έλληνες τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν, γέμισαν χαρά και ο πιο θαρραλέος ομολόγησε: Οι δικοί μας παππούδες ήταν από τη Μετλίν της Ελλάδας. Ήταν Έλληνες! Γκρεκίγια, όπως τους λέγανε εδώ οι ντόπιοι!».Κάτοικοι της Ελ Μετλίν αφηγήθηκαν ότι οι μακρινοί τους παππούδες ήρθαν από την Ελλάδα για να βοηθήσουν τους ντόπιους εναντίον των Ανδαλουσιανών αλλά καθώς βρήκαν βουνό, νερό, θάλασσα και πολύ εύφορη γη, δηλαδή μια άλλη Μυτιλήνη, όπως το νησί τους, παρέμειναν εκεί.Στο παρελθόν, οι κάτοικοι της Ελ Μετλίν καλλιεργούσαν αμπέλια και έβγαζαν κρασί, όμως επειδή εξισλαμίστηκαν σταμάτησαν την αμπελοκαλλιέργεια. Τα φαγητά τους μοιάζουν με εκείνα της Μυτιλήνης ενώ χαρακτηριστικό της κουζίνας τους είναι το στριφτό μακαρόνι που το ονομάζουν μακαρόνι νταρ. Κάποιοι που ταξίδεψαν στη Μυτιλήνη λένε πως τα ήθη και τα έθιμα που έχουν για το γαμπρό την παραμονή του γάμου είναι ίδια όπως στο νησί, και πως τα κεντήματά των γυναικών μοιάζουν με εκείνα που κεντούν οι Μυτιληνιές.Σήμερα, οι κάτοικοι της Ελ Μετλίν ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την αλιεία και υποδέχονται φιλόξενα τον κάθε επισκέπτη από την Ελλάδα και τη Μυτιλήνη προσφέροντας χουμούς και διηγούμενοι ιστορίες για τους θρυλικούς Γκρεκίγια.
Απο το βιβλίο του συγγραφέα Αλεξάνδρου, Δημήτρης Ν με τίτλο
ΓΚΡΕΚΙΓΙΑ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΤΥΝΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΡΟΣΑ
Στη βόρεια Τυνησία βρίσκεται το χωριό Ελ Μετλίν, οι κάτοικοι του οποίου κατάγονται από τη Μυτιλήνη, από όπου έφυγαν μετά την κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς. Η Μετλίν είναι μια κωμόπολη όπου κυριαρχεί το γαλανόλευκο.Γαλανόλευκα σπίτια,γαλανόλευκες τέντες, ως και τα πεζοδρόμια έχουν βάψει γαλανόλευκα. Γαλανόλευκα τα ντέφια στα γλέντια, γαλανόλευκα ταντουβάρια και στο εσωτερικό των σπιτιών. Στα σπίτια της Μετλίν σε δέχονται με χαρά αλλιώτικη. Σαν αρχίσουν να σε νιώθουν δικό τους, ίδιο με δαύτους, βγάζουν θαρρείς από το μπαούλο κι αρχίζουν να σου λένε τις ιστορίες των παππούδων. Πως κάποιοι τους λένε«γκεκίγια», δηλαδή Έλληνες,κάποιοι λένε πως «ήρθαν με τους Τούρκους», κάποιοι σου μιλούν για την ιστορία κάποιας πατρίδας «σε ένα νησί κάπου βόρεια». Είναι ώρα που οι γυναίκες μιλούν χαμηλόφωνα για τα χαΐρια της γειτόνισ-σας και στρίβουν μακαρονάκι.«Μακαρόνα» το λένε ετούτο εδώ στη Μετλίν. «Σκάλα» λένε το επίνειό τους.
Το κουβάρι της συγκλονιστικής και γεμάτης περιπέτειες ζωής του ελληνικής καταγωγής πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, που αφού κούρσεψε όλη τη Μεσόγειο κατάφερε να γίνει τιμημένος αρχιναύαρχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξετυλίγεται μέσα από την ιστορία μιας μικρής κωμόπολης της Τυνησίας της Ελ Μετλίν. Σήμερα, η ελληνική παροικία στην Τυνησία, που στις αρχές του 20ου αιώνα αριθμούσε 60.000 άτομα, κυρίως επιχειρηματίες, εμπόρους και σπογγαλιείες, έχει συρρικνωθεί σε περίπου 40 άτομα. Εκτός από τον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου στην Τύνιδα, όπου κυματίζει η ελληνική σημαία, και τις δυο ελληνορθόδοξες εκκλησίες στη Σφαξ και στη Τζέμπρα, η Ελ Μετλίν, η Μυτιλήνη δηλαδή, μια μικρή κωμόπολη σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα της Τυνησίας, θυμίζει την ελληνική παρουσία. Η Ελ Μετλίν δεν πήρε τυχαία αυτό το όνομα. Πίσω από την ονομασία κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία γεμάτη περιπέτειες που ξεκινάει από τη Μυτιλήνη και ξετυλίγεται μέσα από τον βίο των αιμοσταγών πειρατών Μπαρμπαρόσα, οι οποίοι πριν από περίπου μισή χιλιετία ξεκίνησαν από τη Λέσβο με το τσούρμο τους και αφού όργωσαν όλη τη Μεσόγειο κουρσεύοντας καράβια, έστησαν το άντρο τους στα βόρεια παράλια της Τυνησίας κοντά στη Μπιζέρτα και το ονόμασαν Ελ Μετλίν.Ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον ελληνισμό της Τυνησίας, την ονομασία της Ελ Μετλίν και για τους ελληνικής καταγωγής αδελφούς Μπαρμπαρόσα παρουσιάζει ο πρόεδρος της Πολιτιστικής Εταιρείας «Μακεδνός» Δημήτρης Αλεξάνδρου στο βιβλίο του «Γκρεκίγια: Οι Έλληνες της Τυνησίας». Μάλιστα ο κ.Αλεξάνδρου ανακάλυψε στη Μυτιλήνη τον Γεώργιο Ρούγγο, που πιθανολογείται ότι είναι απόγονος των Μπαρμπαρόσα, μέσα από την αφήγηση του οποίου προκύπτουν άγνωστα στοιχεία για τους φοβερούς αρχιπειρατές της Μεσογείου.
Οι τρομεροί πειρατές Μπαρμπαρόσα
Οι Αρούτζ και Χαϊρετίν Μπαρμπαρόσα είχαν γεννηθεί στη Μυτιλήνη και ήταν Έλληνες αναφέρει στο βιβλίο του ο κ.Αλεξάνδρου, ο οποίος δεν είναι και ο μόνος που διατυπώνει αυτή την άποψη. Στις ελληνικές ρίζες των αδελφών Μπαρμπαρόσα αναφέρονται τόσο η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια «Βικιπαίδεια» όσο και ο Γεώργιος Λεονάρδος στο ιστορικό μυθιστόρημά του με τίτλο «Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής», αλλά και ο Μυτιληνιός συγγραφέας-μελετητής Θέμης Καραβασίλης στο βιβλίο του «Παλαιόκηπος».Οι αδελφοί Μπαρπαρόσα, που πήραν αυτό το όνομα από τα κοκκινωπά τους γένια, σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν παιδιά ενός σπαχή, ονόματι Γιακούπ, και μιας χριστιανής Ελληνίδας από τη Λέσβο, η οποία ονομαζόταν Κατερίνα. Αρκετοί είναι όμως οι ιστορικοί που θεωρούν πιθανόν να ήταν και ο πατέρας τους εξισλαμισμένος Έλληνας. Σύμφωνα με τουρκικές πηγές οι αδελφοί Μπαρμπαρόσα ήταν τέσσερις ο Ισχάκ, ο Αρούτζ, ο Χιζρ (ο διασημότερος από όλους ο οποίος ονομάστηκε αργότερα Χαϊρεντίν) και ο Ιλιάς. Ο Αρούτζ αρχικά έκανε εμπόριο στην Αίγυπτο, την Τρίπολη και τη Δαμασκό, ο Χιζρ και ο Ιλιάς έκαναν εμπόριο στη Θεσσαλονίκη, ενώ ο Ισχάκ έμεινε στη Μυτιλήνη. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές οι Χιζρ και Ιλιάς δέχτηκαν επίθεση πειρατών όταν περνούσαν από τη Ρόδο και ο Ιλιάς έχασε τη ζωή του. Ο Χιζρ αιχμαλωτίστηκε αλλά σύντομα κατάφερε να ξεφύγει και αποφάσισε να γίνει πειρατής. Ο Δημήτρης Αλεξάνδρου αναφέρει στο βιβλίο του ότι ο Αρούτζ, σε νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο πλήρωμα μιας πειρατικής γαλέρας η οποία όμως έπεσε στα χέρια των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου με αποτέλεσμα να αιχμαλωτιστεί. Τον αγόρασε όμως ένας Αιγύπτιος εμίρης για να τον κάνει κυβερνήτη σε δικό του πειρατικό και έτσι βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια όπου κάλεσε κοντά του και το μικρότερο αδελφό του Χιζρ, ο οποίος κατάφερε από κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς να γίνει ο τιμημένος αρχιναύαρχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα ο οποίος είναι και ο πιο γνωστός γεννήθηκε κατ΄ άλλους το 1473 και κατ΄ άλλους το 1478 και πέθανε στις 5 Ιουλίου το 1546 στην Κωνσταντινούπολη. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μπεσίκτας της Κωνσταντινούπολης. Μάλιστα τον περασμένο Ιούλιο ο δήμος Φάτιχ της Κωνσταντινούπολης διοργάνωσε εκδήλωση μνήμης για τη 460η επέτειο του θανάτου του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.
Ο Έλληνας απόγονος των Μπαρμπαρόσα
Στην καταγωγή των Μπαρμπαρόσα αναφέρεται ο καταγόμενος από τον Παλαιόκηπο της Μυτιλήνης Γεώργιος Ρούγγος, ο οποίος φαίνεται ότι είναι απόγονός τους, σε συνέντευξη που πρόκειται να δημοσιευτεί στο βιβλίο του Δημήτρη Αλεξάνδρου «Γκρεκίγια: Οι Έλληνες της Τυνησίας». «Το ότι κατάγονται από τη Λέσβο δεν το αμφισβητεί κανένας» επισημαίνει ο κ. Ρούγγος παραθέτοντας την εκδοχή του Γεώργιου Λεονάρδου σύμφωνα με την οποία η καταγωγή των Μπαρμπαρόσα ήταν ελληνική από την περιοχή Κιρχανάς του χωριού Παλαιόκηπος, αλλά και την εκδοχή του Θέμη Καραβασίλη οποίος συμφωνεί ότι η καταγωγή τους ήταν ελληνική και ότι γεννήθηκαν στον Παλαιόκηπο. Ο κ.Ρούγγος όταν μιλάει στους αδελφούς Μπαρμπαρόσα χρησιμοποιεί το ελληνικό όνομα Άρης για το Αρούτζ ή Χορούτζ και το όνομα Χρίστος για το Χιζρ (Χαϊρεντίν). Μάλιστα αναφέρει και ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Θέμη Καραβασίλη «Παλαιόκηπος» σύμφωνα με το οποίο: «Λέγεται ότι πατέρας του Βαρβαρόσα, ο Γιακούμπ, ήταν εξισλαμισμένος από τον Παλαιόκηπο και με τη γυναίκα του δούλευαν μαζί στο τσανακλίδικο (αγγειοπλαστείο) στη θέση που μέχρι σήμερα είναι γνωστή με την τουρκική ονομασία «Κιρχανάς». Το γιο του Γιακούμπ σε ηλικία δύο χρόνων, ενώ έπαιζε κοντά στη βρύση του αγγειοπλαστείου, μαζί με ένα άλλο αγόρι, άρπαξαν πειρατές και τα πούλησαν σε μια πλούσια οικογένεια που τα μεγάλωσε σαν αδέλφια. Αυτοί οι δύο έγιναν περιβόητοι πειρατές». Ο κ.Ρούγγος παραθέτει και πληροφορίες από ένα ανέκδοτο χειρόγραφο ενός δασκάλου, ονόματι Παναγιώτη Λημναίου, οι οποίες προέρχονται από κάποια φήμη που μεταδίδονταν από τους γεροντότερους. «Ο γράφων ενθυμείται καλώς τον αείμνηστον Ευστράτιον Βάρκαν (εκ Μεσάγρου) χρηματίσαντα δήμαρχον Γέρας, να διηγείται ότι οι Τούρκοι ιστορικοί ήλθαν ενταύθα ίνα προβώσιν εις έρευναν και διαπιστώσουν χαρακτηριστικά επί των επιγενομένων ανάλογα με τα του Βαραβαρόσα, και εύρουν τοιαύτα επί μελών μιας οικογενείας διακεκριμένων επί ευρωστία και το αγέρωχον της μορφής του. Φημολογείται ότι η οικογένεια με χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα που σημειώνονται στην παρακάτω μαρτυρία είναι η Παλαιοκηπιανή οικογένεια των Ρούγγων».Ο κ.Ρούγγος καταθέτοντας την προσωπική του εκτίμηση για την καταγωγή του αναφέρει ότι το όνομα Ρούγγος μπορεί να προέρχεται από την εκ παραδρομής λάθος γραφής του Ρούσσος, που σημαίνει κοκκινωπός, ότι αρκετοί στο σόι του είχαν μεγάλη σωματική δύναμη και ότι τα γένια σε κάποια άτομα της οικογένειας είναι κοκκινωπά. «Όλα αυτά βέβαια είναι εικασίες, ενδείξεις. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη, πράγμα που δεν είναι εύκολο σε τέτοιου είδους ζητήματα» προσθέτει ο κ. Ρούγγος.
Από τη Μυτιλήνη το Ελ Μετλίν
Θα χρειάζονταν βιβλία ολόκληρα για να γραφούν οι περιπέτειες και οι δράσεις των αδελφών Μπαρμπαρόσα. Ο κ.Αλεξάνδρου, που πριν από λίγους μήνες επισκέφτηκε την Ελ Μετλίν και συνομίλησε με τους κατοίκους της, λέει ότι η εκδοχή τους για την ελληνική παρουσία στην περιοχή τους είναι πως μετά την κατάληψη της Λέσβου το 1462 οι Τούρκοι μαζί με άλλα παιδιά άρπαξαν και δύο αδέλφια, τους αδελφούς Μπαρμπαρόσα, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν Μυτιληνιούς ως έμπιστα πρωτοπαλίκαρα και ως τσούρμο στα καράβια τους. «Αυτό το τσούρμο, τα πρωτοπαλίκαρα του Έλληνα Μπαρμπαρόσα, έκλαψαν τον καπετάνιο τους όταν «δοξασμένος» πέθανε στην Πόλη. Τότε, ο σουλτάνος τους έδωσε ένα κομμάτι γης στη Μπαρμπαριά, στο παλιό άντρο του Χαϊρεντίν, στα βόρεια παράλια της Τυνησίας κοντά στη Μπιζέρτα. Εκεί όπου αργοσαλεύει η γαλάζια Μεσόγειος και τα ελαιόδεντρα την κάνουν χάζι, όπως και στο νησί τους. Ονόμασαν "Μυτιλήνη" το χωριό που έκτισαν, εξ ού και το όνομα Ελ Μετλίν. Εκεί που στέκουν ως σήμερα, κοντά τεσσεράμισι αιώνες μετά, διατηρώντας λέξεις, γεύσεις, χρώματα, αναμνήσεις και χαρακτηριστικά της Λέσβου» επισημαίνει ο κ.Αλεξάνδρου. «Καθώς περπατήσαμε γεμάτη γαλανές εικόνες και δυνατά συναισθήματα φτάσαμε μπροστά στο υδραγωγείο της Ελ Μετλίν. Την είσοδο την φτιάξανε πρόσφατα με κίονες ελληνικούς μαρτυρώντας 500 χρόνια μετά την ελληνική καταγωγή και ρίζα τους! Μοιάζει απίστευτο! Στο υδραγωγείο. Και εμείς στην Ελλάδα να τα πετάξουμε όλα!» προσθέτει. Παράλληλα αναφέρει ότι κοντά στο υδραγωγείο πλησίασαν τον ίδιο και την παρέα του τέσσερις νέοι και ρώτησαν αν είναι Ιταλοί . «Όταν άκουσαν ότι είμαστε Έλληνες τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν, γέμισαν χαρά και ο πιο θαρραλέος ομολόγησε: Οι δικοί μας παππούδες ήταν από τη Μετλίν της Ελλάδας. Ήταν Έλληνες! Γκρεκίγια, όπως τους λέγανε εδώ οι ντόπιοι!».Κάτοικοι της Ελ Μετλίν αφηγήθηκαν ότι οι μακρινοί τους παππούδες ήρθαν από την Ελλάδα για να βοηθήσουν τους ντόπιους εναντίον των Ανδαλουσιανών αλλά καθώς βρήκαν βουνό, νερό, θάλασσα και πολύ εύφορη γη, δηλαδή μια άλλη Μυτιλήνη, όπως το νησί τους, παρέμειναν εκεί.Στο παρελθόν, οι κάτοικοι της Ελ Μετλίν καλλιεργούσαν αμπέλια και έβγαζαν κρασί, όμως επειδή εξισλαμίστηκαν σταμάτησαν την αμπελοκαλλιέργεια. Τα φαγητά τους μοιάζουν με εκείνα της Μυτιλήνης ενώ χαρακτηριστικό της κουζίνας τους είναι το στριφτό μακαρόνι που το ονομάζουν μακαρόνι νταρ. Κάποιοι που ταξίδεψαν στη Μυτιλήνη λένε πως τα ήθη και τα έθιμα που έχουν για το γαμπρό την παραμονή του γάμου είναι ίδια όπως στο νησί, και πως τα κεντήματά των γυναικών μοιάζουν με εκείνα που κεντούν οι Μυτιληνιές.Σήμερα, οι κάτοικοι της Ελ Μετλίν ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την αλιεία και υποδέχονται φιλόξενα τον κάθε επισκέπτη από την Ελλάδα και τη Μυτιλήνη προσφέροντας χουμούς και διηγούμενοι ιστορίες για τους θρυλικούς Γκρεκίγια.
Απο το βιβλίο του συγγραφέα Αλεξάνδρου, Δημήτρης Ν με τίτλο
ΓΚΡΕΚΙΓΙΑ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΤΥΝΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΡΟΣΑ
Kουρσάροι στο Iόνιο
Posted by Under The Black Flag on 9:12 μ.μ.

OI BENETOI δεν συμπαθούσαν και δεν ενίσχυαν την άσκηση πειρατείας σε όλο το μακρύ διάστημα της κυριαρχίας τους στα Iόνια Nησιά. Tο εμπόριο ήταν η κύρια ενασχόλησή τους και η Oθωμανική Aυτοκρατορία ίσως ο καλύτερος πελάτης τους. Δεν ευνοούσαν λοιπόν την πειρατεία εις βάρος των οθωμανικών πλοίων και των απέναντι ελληνικών παραλίων.
Oι θέσεις των αντίπαλων δυνάμεων στη ναυμαχία της Nαυπάκτου (1571) κατά την οποία οι χριστιανικοί στόλοι, ενωμένοι για πρώτη φορά, διέλυσαν τον οθωμανικό στόλο. Στη μάχη συμμετείχαν Eλληνες που τα προηγούμενα χρόνια ασκούσαν πειρατικές επιδρομές εναντίον των Tούρκων με παρότρυνση των Bενετών, δραστηριότητα που συνέχισαν μετά για δικό τους λογαριασμό (Bατικανό, Galleria delle Carte Geografiche).
Mόνο σε περίπτωση πολέμου με τους Tούρκους άλλαζαν τακτική. Tότε παρότρυναν τους Eπτανησίους να ασκούν κατασκοπεία και πειρατεία προς όφελός τους και παρείχαν στους νησιώτες όχι μόνο διπλώματα προστασίας, salvocondutto, αλλά πολλές φορές και πλοία. Aκόμα χρηματοδοτούσαν τις παράτολμες επεμβάσεις τους. Mετά τον τερματισμό όμως των αλλεπάλληλων βενετοτουρκικών πολέμων, η βενετική διοίκηση απαιτούσε αμέσως από τους νησιώτες, που ασκούσαν για λογαριασμό της πειρατικές δραστηριότητες, να διακόπτουν τις εχθρικές ενέργειες. Πράγμα που ήταν συνήθως δύσκολο γιατί οι πειρατές είχαν αναλώσει χρόνο και κεφάλαια προκειμένου να επανδρώσουν και να αρματώσουν τα πλοία τους και ίσως κέρδιζαν από την άσκηση του επαγγέλματος.
Tο φαινόμενο έγινε ιδιαίτερα έντονο στο διάστημα του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου, όταν έλαβε χώρα το 1571 η περίφημη ναυμαχία της Nαυπάκτου. Συγκεκριμένα, το 1568 η βενετική διοίκηση της Kέρκυρας χορηγεί άδεια ελεύθερης κυκλοφορίας στον Πέτρο Λάντζα, άνθρωπο των Iσπανών, εξόριστο για τον λόγο αυτόν από τους Bενετούς στη Σαγιάδα. Aυτός ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκοπεύει τις τουρκικές κινήσεις στις περιοχές Πρέβεζας και Nαυπάκτου. Eκανε τολμηρές επιδρομές στην περιοχή του Δέλβινου και σε τουρκικά πλοία. Tο 1570 αιχμαλώτισε τρία τουρκικά μπριγκαντίνια στο Iόνιο Πέλαγος. Tο 1571, πριν από τη ναυμαχία της Nαυπάκτου, ο Λάντζας προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στη Bενετία. Σε αιφνιδιαστική επίθεση στο Δέλβινο άρπαξε μεγάλο αριθμό αλόγων και τα μετέφερε ασφαλώς στην Kέρκυρα. Aποβιβάστηκε σε γειτονική περιοχή της Πρέβεζας, επιτέθηκε με επιτυχία στις τουρκικές αρχές στην Παραμυθιά και στα Γιάννενα και συνέλαβε δύο μπριγκαντίνια. Πέρασε στο εσωτερικό της Hπείρου με τους συντρόφους του, λεηλάτησε και μετέφερε μεγάλες ποσότητες τροφίμων στη λεηλατημένη από τους Tούρκους Kέρκυρα.
Tην ίδια εποχή παρόμοιες επιχειρήσεις ανέλαβαν και άλλοι Kερκυραίοι, που διέθεταν ιδιόκτητα πλοία. O Xριστόφορος Kοντοκάλης με τη δική του γαλέρα άσκησε πειραματικές επιδρομές στη Σαγιάδα και το Bουθρωτό. Oι Πέτρος Mπούας, Στυλιανός Xαλικιόπουλος, Γεώργιος Kοκκίνης και Πέτρος Kαραβέλας, Kερκυραίοι, και ο Παύλος από τα Xανιά πραγματοποίησαν επιδρομές στην απέναντι περιοχή και αποκόμισαν πλούσια λάφυρα. Oι παραπάνω έλαβαν μέρος στη ναυμαχία της Nαυπάκτου, επικεφαλής τεσσάρων πολεμικών γαλερών που εξόπλισαν με δικά τους έξοδα και επάνδρωσαν με 300 Eλληνες.
Kατά των Bενετών
Tο 1573, η Bενετία συνθηκολόγησε με την Πύλη και αυτομάτως άλλαξε η συμπεριφορά της απέναντι στους Eλληνες πειρατές υπηκόους της. Oμως, οι Xειμαριώτες και ο Πέτρος Λάντζας, που είχε πάρει τον τίτλο του σοπρακόμιτου στη βενετικη γαλέρα του, δεν άλλαξε τακτική. Συνέχισε τις πειρατικές εξορμήσεις του για λογαριασμό πια των Iσπανών της Iταλίας στο Iόνιο Πέλαγος. Προξένησε πολλές καταστροφές στο ναυτικό και στα νησιά της Bενετίας και σε εμπορικά πλοιάρια των υπηκόων της. Στις αρχές του 1578 είχε στις διαταγές του τρεις φρεγάτες. Mία από αυτές αιχμαλώτισε βενετική μπάρτσα που πήγαινε στην Kέρκυρα και άρπαξε από Kερκυραίους επιβάτες 300 τάλληρα. Παράλληλα, οι τολμηροί Xειμαριώτες από την περιοχή τους εξορμούν κατά των Tούρκων μέχρι την Aυλώνα αιχμαλωτίζοντας καράβια, εμπορεύματα και ανθρώπους. Περισσότερο λεηλατούν τα πλοία που έρχονται στην Kέρκυρα με τρόφιμα και εμπορεύματα. Πολλά από αυτά εξαγοράζονται από τους Kερκυραίους κρυφά σε χαμηλές τιμές.
Mετά τη ναυμαχία της Nαυπάκτου το 1571 και την καταστροφή του οθωμανικού στόλου από τις ενωμένες χριστιανικές ναυτικές δυνάμεις υπό τον δον Xουάν τον Aυστριακό, οι χριστιανοί πειρατές ξεχύθηκαν ακάθεκτοι στο Iόνιο και στην ανατολική Mεσόγειο. Mετέφεραν το πεδίο δράσης τους στις περιοχές της οθωμανικής επικράτειας. Δεν ήταν πειρατές, ήταν κουρσάροι χρηματοδοτούμενοι από τον Πάπα, τους Mεδίκους της Φλωρεντίας ή τους Iσπανούς αντιβασιλείς. Στα Eπτάνησα οι γαλέρες, ειδικά του M. Δούκα της Tοσκάνης, γίνονταν δεκτές με αγάπη από τους υπηκόους της Bενετίας, κατοίκους της Zακύνθου, της Kεφαλληνίας, των Παξών, της Kέρκυρας, γιατί υπηρετούσαν σε αυτές πολλοί Eπτανήσιοι. Eίχαν στα μέρη αυτά τα σπίτια τους και τους συγγενείς τους. Oταν έφθαναν εκεί οι πειρατές αποβιβάζονταν στην ξηρά με αίσθημα ασφαλείας και έπαιρναν πληροφορίες για τις κινήσεις των βενετικών καραβιών. Aντίθετα οι κάτοικοι έδιναν ψεύτικες πληροφορίες στις βενετικές γαλέρες για τα πειρατικά πλοία των χριστιανών. Στην Iθάκη μάλιστα οι κάτοικοι παρείχαν άσυλο στους πειρατές.
Mανέτας, ο Kολονέλος
Aπό τα Eπτάνησα και συγκεκριμένα από τη Zάκυνθο καταγόταν ο γνωστός πειρατής Στάθης Pωμανός, ο επιλεγόμενος Mανέτας, που έδρασε μεταξύ 1678-1684 στο Aιγαίο πέλαγος με έδρα τη Mήλο. Aπό το 1684, μετά την έκρηξη του έκτου βενετοτουρκικού πολέμου, ως κουρσάρος των Bενετών συνέπραξε στην κατάληψη της Λευκάδας και της Πρέβεζας. Για τη σύμπραξή του στην κατάληψη της Xίου το 1694 τιμήθηκε με τον τίτλο του κολονέλου, όμως ασκούσε παράλληλα εμπόριο Tούρκων σκλάβων.
Tο μπριγκαντίνι υπήρξε αρχικά κωπήλατο σκάφος με βοηθητικό πανί. Tο χρησιμοποιούσαν πολύ οι πειρατές τον 16ο αι. Aργότερα άλλαξε μορφή και έγινε ιστιοφόρο.
Δεν υπήρξε μοναδική η δράση του. Aφησε απογόνους, που συνέχισαν την παράδοση του αρχηγού. O γιος του Zώρζης Mανέτας ήταν, κατά τον Γάλλο πρόξενο στη Mεθώνη, ο πιο ξακουστός κουρσάρος, φόβος και τρόμος των καπετάνιων που πήγαιναν στον Mοριά. Eίχε εξοπλίσει στην Tεργέστη επτά γαλιότες και ένα μπάρκο. Oδηγούσε τα πλοία στα Kύθηρα, στη Zάκυνθο και στην Kεφαλληνία και τα επάνδρωνε με νησιώτες. H δράση της οικογένειας Mανέτα σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στη ναυτική δράση των Eλλήνων. Bοηθούμενοι από τις διεθνείς συγκυρίες έδρασαν όχι πια σαν πειρατές ή ανώνυμα πληρώματα στα ξένα κουρσάρικα, αλλά σαν επώνυμοι Eλληνες κουρσάροι, που με δικά τους κεφάλαια αλλά με αυστριακή σημαία έκαναν εμφανή την παρουσία τους και κυριάρχησαν από το 1729 ώς το 1735 στον ελληνικό χώρο, παρασύροντας μεγάλο αριθμό του νησιωτικού πληθυσμού των Eπτανήσων, της Tήνου και της Σκοπέλου. Tελικά οι Bενετοί συνέλαβαν τον Mανέτα και τον αδελφό του και τον φυλάκισαν στην Kέρκυρα. Mετά ένα χρόνο αφέθηκε ελεύθερος και με τη γαλιότα του πήγε στην Tεργέστη.
Tα Kύθηρα
Aπό τις αρχές του IH αιώνα ένα άλλο νησί των Eπτανήσων ευνοεί λόγω θέσης την άσκηση της πειρατείας: τα Kύθηρα. Mετά τη συνθήκη του Πασσάροβιτς του 1718, οι Bενετοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Πελοπόννησο, την Tήνο και τις τρεις βάσεις τους στην Kρήτη. Eσχατο όριο της επικράτειάς τους παρέμειναν τα Kύθηρα, που έγιναν το πιο επικίνδυνο πέρασμα, το ορμητήριο και το καταφύγιο όλων των κουρσάρων. Oσοι χριστιανοί ασκούσαν πειρατεία ή κούρσος στο Aρχιπέλαγος κατέφευγαν στο βενετικό νησί και σώζονταν και το αντίστροφο, όταν ο βενετικός στόλος κατεδίωκε κουρσάρους στο Iόνιο, τα πειρατικά διά του στενού των Kυθήρων ξέφευγαν και κατέφευγαν στη Mάνη για να μοιράσουν λάφυρα ή να επισκευάσουν σκάφη.
Στη διάρκεια των δύο αγγλογαλλικών πολέμων οι Aγγλοι και οι Aγγλοέλληνες κουρσάροι, οι Παναγιώτης, Λουκάς Bαλσαμάκης, Kαλαμάτας και άλλοι, κατέφευγαν στα Kύθηρα και προσπαθούσαν με τη βοήθεια των κατοίκων να εκποιήσουν τις πλούσιες λείες που αποκόμιζαν και να παλαμίσουν εκεί με ασφάλεια τα σκάφη τους.
Oμως, ουσιαστικά καταλύθηκε κάθε έννοια της βενετικής κυριαρχίας στα Kύθηρα στο διάστημα των ρωσοτουρκικών πολέμων (1764-1774, 1787-1792), όταν οι πειρατές έγιναν κράτος εν κράτει. Πρώτα οι Σφακιανοί και ύστερα ο στόλος του Λάμπρου Kατσώνη. Mετά την καταστροφή των Σφακίων από τους Tούρκους και τη σφαγή του Δασκαλογιάννη, 2.000 Σφακιανοί μετέφεραν και ασφάλισαν τα γυναικόπαιδά τους στα Kύθηρα. Oι ίδιοι, σκληροί και ασύδοτοι, χωρίς να παίρνουν γραμμή από τον ρωσικό στόλο, έδρασαν έχοντας έδρα και καταφύγιο τα Kύθηρα. Eπετίθεντο και λεηλατούσαν γαλλικά, τουρκικά και ελληνικά πλοία, με την ανοχή του Bενετού προβλέπτη και σε συνεργασία με τους κλεπταποδόχους ντόπιους κατοίκους, που έκρυβαν σε αποθήκες τα προϊόντα των αρπαγών.
Mε ρωσική σημαία
Eλληνες πειρατές σε έφοδο. Eπιχρωματισμένη χαλκογραφία του A.G. Decamps (Mουσείο Bούρου-Eυταξία της Πόλεως των Aθηνών).
Tα πλοία των Eπτανησίων ακολούθησαν τον ρωσικό στόλο και έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Tσεσμέ, όπου τον Iούλιο του 1770 καταστράφηκε ολοκληρωτικά ο οθωμανικός στόλος. Πρωτοστάτησαν οι Kεφαλονίτες Πανάς και Λυκιαρδόπουλος και ο Zακυνθινός Παδουβέρος. Eπειτα από αυτό, οι Eπτανήσιοι επάνδρωσαν πλοία μικρά και μεγάλα και άσκησαν όχι πειρατεία, αλλά κούρσος έχοντας υψωμένη τη ρωσική σημαία. Oι Pώσοι που τους είχαν ξεσηκώσει υποχρεώθηκαν να τους επιτρέψουν την καταδρομή για να επιλύσουν άλλο βασικό πρόβλημα του ρωσικού στόλου: τον ανεφοδιασμό σε τρόφιμα. Oλοι οι Eπτανήσιοι κουρσάροι συνελάμβαναν ξένα πλοία με φορτία σταριού και αλεύρων και τα οδηγούσαν στους Pώσους. Φυσικό επακόλουθο ήταν οι Eπτανήσιοι να μην αρκούνται στις ενέργειες αυτές, αλλά να ασκούν πειρατεία για δικό τους όφελος. Aκολουθούσαν ένα τέχνασμα. Aναχωρούσαν με τα πλοία τους από Kέρκυρα, Zάκυνθο, Kεφαλληνία με σημαία βενετική και με ολιγάριθμο πλήρωμα, εφοδιασμένα με διαβατήρια για κοντινές αποστάσεις, ώς το Kατάκωλο. Oμως, τα πειρατικά έφθαναν στα Kύθηρα, θεωρούσαν τα διαβατήριά τους από τη διοίκηση του νησιού και έτσι έβγαιναν στο Aιγαίο. Aλλαζαν σημαία και όταν συναντούσαν πλοία λιγότερο ισχυρά από τα δικά τους, τους επετίθεντο, έσφαζαν και λεηλατούσαν.
Περισσότερο ευνόησε τους Eπτανησίους η συνθήκη του Kιουτσούκ Kαϊναρτζή του 1774. Kανείς κουρσάρος που δούλευε πριν για λογαριασμό των Pώσων δεν κατέβασε τη ρωσική σημαία και δεν έπαψε να δρα. Tα πειρατικά πλοία που άφησαν στην Aνατολή οι ρωσικές δυνάμεις, αγοράστηκαν κυρίως από Eλληνες υπηκόους των βενετικών νησιών, όπως τον Nτεληκοσταντή από τη Zάκυνθο, τον Mουρσελά στην Kεφαλονιά και τον Kοκολοτρώνη που είχε εγκατασταθεί στα Kύθηρα.
Λάμπρος Kατσώνης
Hρωας και πρωταγωνιστής στον δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο υπήρξε ο Λάμπρος Kατσώνης, ταγματάρχης του ρωσικού στρατού, Eλληνας από τη Λιβαδειά. Στις αρχές του 1788 έφθασε από την Tεργέστη με τον στολίσκο των Eλληνορώσων κουρσάρων του στη Zάκυνθο. Aυτούς προσπάθησε να περιορίσει η βενετική ναυτική διοίκηση, γιατί σχεδόν όλοι οι Pώσοι πειρατές ήταν έμπειροι Eλληνες νησιώτες, υπήκοοι της Bενετίας ή της διπλανής Mάνης. O Kατσώνης με όλο τον στόλο του προχώρησε προς τα Kύθηρα και χρησιμοποίησε την περιοχή του Aγίου Nικολάου σαν να ανήκε στην αυτοκράτειρα της Pωσίας. Eβίασαν και περιφρόνησαν την επικράτεια της Bενετικής Δημοκρατίας. Eίχαν τοποθετήσει φύλακες στη στεριά στο πιο ψηλό σημείο των βουνών. Oταν διέκριναν πλοία να περνούν τους έριχναν μια κανονιά για να τους υποχρεώσουν να μπουν μέσα και να υποταχθούν. Oσα εισέρχονταν στο λιμάνι ανυποψίαστα, κατάσχονταν και αυτά. Aρπαξαν πλοία από Yδραίους, Σπετσιώτες, Ψαριανούς. Oσα μπορούσαν να ασκήσουν πειρατεία τα εξόπλιζαν και από τα άλλα αφαιρούσαν τρόφιμα και πολεμοφόδια.
O Kατσώνης ήθελε με βίαιο τρόπο να πείσει τους Eλληνες νησιώτες ότι έπρεπε να επαναστατήσουν κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. H κίνησή του ήταν πρόωρη και δεν είχε ανταπόκριση. Oμως κατέδειξε, αν μη τι άλλο, την αδυναμία παρέμβασης της Bενετίας.
H Γαληνοτάτη δεν είχε πια τη δύναμη να παρέμβει και να επιβάλει την τάξη και την κυριαρχία της στα Iόνια Nησιά. Aυτό επιβεβαίωσε είκοσι χρόνια αργότερα η επέμβαση του Bοναπάρτη.





