Photobucket

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

Η Πειρατεία στην Αρχαιότητα


Αν σήμερα η άσκηση πειρατείας - θαλάσσιας η εναέριας - με σκοπό τον προσπορισμό υλικών ωφελημάτων προκαλεί τη γενική κατακραυγή, δεν συνέβαινε το ίδιο και κατά την αρχαιότητα. σε ποίο παρωχημένες εποχές, οι Φοίνικες και οι Κάρες καταγίνονταν τόσο με το εμπόριο όσο και με την πειρατεία, λεηλατώντας τα εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας επιδρομές στη στεριά, αρπάζοντας άντρες, γυναίκες, παιδιά, τούς όποίους είτε απελευθέρωναν μετά από την καταβολή λύτρων είτε πουλούσαν για δούλους στις αγορές της Μικρός Ασίας. σε διαφορετικές στιγμές της Ιστορίας τους, οι περισσότεροι ναυτικοί λαοί της Μεσογείου άσκησαν πειρατικές δραστηριότητες. Αφ’ ότου τα πρώτα πλοία διέσχισαν τη Μεσόγειο, η πειρατεία και η αρπαγή συνιστούν έναν από τούς πόρους ζωής πού προσφέρει η θάλασσα. Ακόμα και στους χρόνους τού Αριστοτέλη, η πειρατεία εξακολουθεί να είναι ένας τρόπος διαβίωσης, όπως το ψάρεμα ή το κυνήγι, αν όχι ένα «μέσο παραγωγής» δούλων τούς όποίους «καταναλώνουν» οι πολίτες και χάρη στους όποίους λειτουργεί η παραγωγή μέσα στο έμθβυακό οικονομικό σύστημα της Αρχαιότητας.

Εννοιολογικό πλαίσιο

Για τούς Έλληνες των ομηρικών έπών και των αρχαϊκών χρόνων, η πειρατεία δεν είναι αξιόποινη παρά μόνο όταν στρέφεται εναντίον συμπολιτών ενώ θεωρείται απόλυτα θεμιτή και αποδεκτή όταν θύματά της είναι ξένοι. Γεγονός όμως είναι ότι, σε όλη τη διάρκεια της ναυτικής ιστορίας της αρχαιότητας, η διάκριση ανάμεσα στις διάφορες μορφές άσκησης βίας εναντίον πλοίων και ταξιδιωτών ή κατοίκων παράκτιων περιοχών δεν είναι πάντοτε εύκολοι. τα όρια είναι δυσδιάκριτα ανάμεσα σε πράξη πειρατείας, η οποία αντιβαίνει στο δίκαιο, και ενέργειες όπως τα αντίποινα («σύλον», «ρύσιον») οι όποίες απαγορεύονται μόνο όταν το ενδιαφερόμενα μέρη (πόλεις) συνδέονται με συμφωνία για ασυλία - και ακόμα οι εχθροπραξίες μεταξύ εμπόλεμων η ή «κούρσα» (course, κουρσάρος). Μόνο μετά από μακρόχρονη εξελικτική πορεία οι δίδυμες έννοιες «ξένος» ­ εχθρός -, «πειρατεία -κούρσα», «εμπόριο - άνδροληψία» ανεξαρτοποιούνται, εντασσόμενες σε διαφορετικές σφαίρες. Όσο δεν πραγματοποιείται η εννοιολογική αυτονομία, οι όροι πού χρησιμοποιούνται για καθεμιά από τις πράξεις βίας με θύματα τούς ταξιδιώτες και τούς κάτοικους των παραθαλάσσιων περιοχών παραμένουν διφορούμενοι και κάθε κρίση πάνω στις δραστηριότητες αυτές δεν μπορεί να είναι παρά σχετική. Ή έλλειψη ακρίβειας - ακόμα και κατά τούς ελληνιστικούς χρόνους -στη χρήση των όρων πειρατεία, αντίποινα και αρπαγή μεταξύ εμπόλεμων είναι κατάλοιπο μίας εποχής κατά την όποία η διάκριση ανάμεσα στους διάφορους τρόπους κτήσης αγαθών δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. Ένα πλοίο της εποχής έπρεπε να είναι ευκίνητο και ελαφρό ώστε να είναι σε θέση να επιτίθεται και να διαφεύγει, ταυτόχρονα όμως ευρύχωρο ώστε να μεταφέρει τα πολεμικά ή πειρατικά λάφυρα πού συσσώρευσαν οι κυβερνήτες του, όπως ήταν η περίπτωση της «Σάμαινας» (ή «Σαμία ναυς»). Στα ομηρικά έπη, η λέξη «ληίζομαι», όπως και ο όρος «συλάν» των μεταγενέστερων αιώνων, σημαίνει τόσο τη διεκδίκηση ιδίων αγαθών, όσο και τις λείες πολέμου ή ακόμα τις πράξεις λεηλασίας των πειρατών. στους κλασικούς χρόνους, η πειρατεία - μέσο παραγωγής αγαθών για τούς θεωρητικούς της εποχής - καταπολεμάτε από ορισμένες πόλεις, ενώ για άλλες αποτελεί δραστηριότητα καθόλα νόμιμη πού από τη φύση της τοποθετείται στο χώρο ανάμεσα στις πολεμικές επιχειρήσεις και στο εμπόριο. Εννοιολογική σύγχυση υφίσταται σχετικό με την πειρατεία και την κούρσα. Ή διαφορά άνάμεσά τους είναι ότι η πρώτη ασκείται τόσο σε καιρό πολέμου όσο και σε καιρό ειρήνης, ενώ η δεύτερη εμφανίζεται μόνο σε περίοδο πολέμου, ασκείται όμως από πλοία ιδιωτικά. Εξ άλλου, η σχετικότητα της αρχής της ουδετερότητας σε συνδυασμό προς την πρακτική δυσχέρεια διάκρισης ανάμεσα σε εμπόλεμους ή όχι, συνεπάγονται την αύξηση κρουσμάτων βιαιοπραγίας και λεηλασίας πλοίων και ταξιδιωτών, πράξεις πού είναι δυνατό να ενταχθούν τόσο στις εχθροπραξίες μεταξύ εμπόλεμων όσο και σε πειρατικές δραστηριότητες. Ή κούρσα πού ασκείται από τον αντίπαλο ισοδυναμεί για την άλλη πλευρά τού στρατοπέδου με πράξη πειρατείας, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει το θύματα να προβαίνουν σε αντίστοιχες ενέργειες. Έτσι, λ.χ., στους κλασικούς χρόνους, όταν οι Αθηναίοι ασκούσαν ακόμα τον έλεγχοo τού ΑΙγαίου, μία αθηναϊκή τριήρης συνέλαβε, σε ανοιχτή θάλασσα, ένα πλοίο πού μετέφερε έμπόρους από τη Ναύκρατι: το πλοίο οδηγήθηκε στο λιμάνι όπου οι Αθηναίοι πούλησαν το φορτίο των Ναυκρατιτών έμπόρων για λογαριασμό της Αθήνας (Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτους (XXIV), 11-12). ο Ηρόδοτος διηγείται τις περιπέτειες τού Διονύσιου, ενός κυβερνήτη από τη Φωκαία, ο όποίος μετά την ήττα τού ελληνικού στόλου Στη Λάδη έβαλε πλώρη για τη Φοινίκη, όπου βάλθηκε να λεηλατεί τα εμπορικά πλοία. Στη συνέχεια, αφού συγκέντρωσε πολλά πλούτη, εγκαταστάθηκε στη Σικελία πού τη χρησιμοποίησε για ορμητήριο στις επιδρομές του εναντίον των εμπορικών πλοίων. από τις πειρατικές ενέργειες τού Διονύσιου γλίτωναν μόνο το πλοία πού ανήκαν σε Έλληνες. Τόσο όμως στην περίπτωση της αιχμαλωσίας τού ναυκρατικού πλοίου από τούς Αθηναίους όσο και στη σταδιοδρομία τού Διονύσιου, δεν απουσιάζει ένα στοιχείο νομιμότητας: οι άγραφοι νόμοι τού πολέμου (Σούδα, λέξη Κίμων: μη πλείν νόμω πολέμου) και η εννοιολογική ισοδυναμία μεταξύ ξένου και εχθρού όσον αφορά στις επιχειρήσεις τού Διονύσιου εναντίον των ετρουσκικών και φοινικικών πλοίων. Ακόμα και σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους, ο χαρακτηρισμός μίας πράξης ως πειρατικής δεν είναι αυτονόητος. στις αρχές τού αιώνα μας, το αγγλικό βασιλικό δικαστήριο χρειάστηκε να κρίνει αν ή σύλληψη ενός ελληνικού καϊκιού από ένα ληστή της Μαύρης Θάλασσας, με την ανοχή των Κεμαλικών, αποτελεί πράξη πολέμου ή πειρατεία. 'Έχει υποστηριχτεί, από σύγχρονους συγγραφείς, ότι, από νομική άποψη, πειρατής είναι ο χωρίς διάκριση εχθρός τού ανθρώπινου γένους και όχι το άτομο πού επιτίθεται σε ανθρώπους μίας ορισμένης καταγωγής ή τάξης, Παρόμοιο διαχωρισμό έκανε, αιώνες πριν, ο Ηρόδοτος (111, 39) όταν, κατηγορώντας τις πειρατικές δραστηριότητες τού τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, τονίζει ότι «έφερε και ήγε πεντάς διακρίνων ούδένα» , οι Ρωμαίοι ξεχώριζαν ανάμεσα σε «δίκαιο εχθρό» (iustes hostes) και σε κοινό εχθρό τού ανθρώπινου γένους -(humani generis communes hostes), κατηγόρια στην όποία συμπεριλαμβανόταν και ο πειρατής.





Γεωγραφικό πλαίσιο



Σε ορισμένες περιοχές της Μεσογείου η πειρατεία είχε χαρακτήρα ενδημικό: η Κιλικία, η Λιγουρία, οι Ιλλυρικές ακτές, η Κρήτη, η Αιτωλία υπήρξαν από τα σημαντικότερα ορμητήρια πειρατών. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ως πειρατικούς λαούς τούς Λοκρούς, τούς Αιτωλούς, τούς Άκαρνάνες, ενώ ο Ηρόδοτος περιγράφει τις πειρατικές δραστηριότητες των Σαμίων, των Ιώνων ή των κατοίκων της Καρίας πού έπέδραμαν στην Αίγυπτο κατά τούς χρόνους της βασιλείας τού Ψαμμήτιχου. 'Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ακόμα τούς Φωκείς, τούς Λυκίους ή ακόμα τούς Δόλωπες της Σκύρου κατά τη διάρκεια των μηδικών πολέμων, από τούς τρομερότερους πειρατές της αρχαιότητας, τούς όποίους συναντάμε από τούς χρόνους των ομηρικών έπών ως τη ρωμαιοκρατία, είναι οι Κρήτες: "Πάντοτε ληστές και πειρατές, ποτέ δίκαιοι οι Κρήτες. Πoιος αλήθεια. Kρητικός γνωρίζει τη δικαιοσύνη; Έτσι και μένα το δύστυχο Τιμόλυτο, πού ταξίδευα με φτωχικό φορτίο, οι Κρήτες με βύθισαν στα βάθη της θάλασσας. Πάνω μου θρήνησαν τα θαλασσινά πουλιά' κάτω άπ' τον τύμβο όμως δεν βρίσκεται ο Τιμόλυτος» (επιτύμβιο επίγραμμα τού Λεωνίδα Ταραντίνου, Παλατινή Ανθολογία, νll, 654).



Αφού αιχμαλώτιζαν τούς ταξιδιώτες, οι πειρατές της Μαύρης Θάλασσας συνήθιζαν να στέλνουν στις οικογένειες και τούς φίλους των αιχμάλωτων επιστολές γραμμένες από τα θύματα, με τις όποίες ζητούσαν την καταβολή λύτρων. Οι κάτοικοι τού Βοσπόρου όχι μόνο παρείχαν καταφύγιο στα πειρατικά πλοία άλλά και φρόντιζαν για τη διάθεση στις αγορές των λαφύρων. Είναι ακόμα γνωστό ότι η αγορά δούλων της Δήλου δεχόταν εμπόρευμα από τούς κατοίκους της Κιλικίας, με τούς όποίους συνεργάζονταν οι Παμφυλοί και οι Φασηλίτες. Κίνδυνος πειρατών υπήρχε όχι μόνο Στη θάλασσα άλλά και στη στεριά είναι ο λόγος για τον όποίο οι παλαιότεροι οικισμοί χτίστηκαν σε κάποια απόσταση οπό τις ακτές. Μόνο με την ανάπτυξη τού ναυτικού των ελληνικών πόλεων και την άνθηση τού εμπορίου επεκτείνεται η παραθαλάσσια οικιστική δραστηριότητα και οι πόλεις περιβάλλονται με τείχη. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των αρχαιότερων οικοδομημάτων στο λόφο της Κνωσού, τέσσερα μιλιά από τη θάλασσα, της Αθήνας των προκλασικών ή ακόμα της Ακροκορίνθου όπου εγκαταστάθηκαν πάλι οι Κορίνθιοι τον 17ο αι. μ.χ, όταν η διαβίωση κοντά Στη θάλασσα είχε αποβεί ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ως τα μέσα τού 19ου αι. τα σπουδαιότερα χωριά χτίζονται κατά κανόνα, σε απόσταση από την ακτή, όπως συμβαίνει, λ.χ., Στη Λέρο, Στη Νίσυρο ή στην Τήλο, όπου η «χώρα» απέχει γύρω στο μισό μίλι από τη θάλασσα. Ένα μέσο προστασίας των νησιωτών από τις πειρατικές επιδρομές στάθηκε, από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, η κατασκευή «πύργων», σαν αυτούς πού συναντάμε στα περισσότερα ΑΙγαιοπελαγίτικα νησιά και αναφέρονται συχνά από τούς ταξιδιώτες (Νάξος, Αστυπάλαια, 'Άνδρος, Κως, Κύθνος, Σέριφος, Σίφνος, Σκιάθος, Σκόπελος, Αμορ­γός, Λέρος, Κίμωλος). Έκτός από τις επιδρομές των πειρατών, άλλος κίνδυνος πού απειλούσε τούς ταξιδιώτες ήταν οι ναυαγιστές (wreckers, naufrageurs), τούς οποίους συναντάμε από τούς πρώιμους χρόνους της ναυσιπλοΐας και δεν εξαφανίζονται παρά στον 19ο αιώνα. Ο ναυαγιστής διαλέγει μίαν απόκρημνη βραχώδη ακτή όπου, τη νύχτα, ανάβει φωτιές. τα πλοία πού περνούν νομίζουν ότι πρόκειται για τα φώτα λιμανιού, πλησιάζουν να βρουν καταφύγιο, άλλ' αντί γι' αυτό εξοκέλλουν στους βράχους προσφέροντας εύκολη λεία στους ναυαγιστές. Μία από τις πιο γραφικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας είναι ο Ναύπλιος, ιδρυτής τού Ναυπλίου. Ναυαγιστής, άνδραποδιστής και πειρατής ο Ναύπλιος πρέπει να ήταν τυπική περίπτωση τυχοδιώκτη των πρώιμων χρόνων της ναυσιπλοΐας: Στη στεριά ναυαγιστής ή ληστής ταξιδιωτών, στο πέλαγος πειρατής και άνδραποδιστής θαλασσοπόρων. Γίνεται λόγος γι' αυτόν στα ομηρικά έπη (αμφισβητείται όμως αν τα σχετικά αποσπάσματα ανήκουν πράγματι στον Ομηρικό κύκλο) και στην Αργοναυτική εκστρατεία. για να εκδικηθεί τούς Αχαιούς για το θάνατο τού γιου του Παλαμήδη, ο Ναύπλιος βύθισε στα ανατολικά της Ευβοίας, στο ακρωτήριο Καφηρεύς, τα ελληνικά πλοία πού επέστρεφαν σώα από την Τροία. Ακόμα, ο Ναύπλιος ο Καταποντιστής, θέλοντας αυτήν τη φορά να εκδικηθεί τον Οδυσσέα, επιχείρησε να πνίξει την Πηνελόπη. σε μίαν άλλη περίπτωση τού αποδίδουν την κατηγορία ότι διέφθειρε γυναίκες των Αχαιών κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ναύπλιος είχε το ίδιο τέλος με τα θύματά του. Ταξιδεύοντας με το πλοίο του είδε μακριά αναμμένα φώτα και πιστεύοντας ότι βρίσκεται σε λιμάνι ήρθε και έπεσε πάνω στους βράχους όπου περίμενε ένας ναυαγιστής.

Ιστορικό πλαίσιο

Τα ερωτήματα πού προκύπτουν από τη μελέτη της πειρατείας δεν συνδέονται τόσο με την έμφάνισή της ως Ιστορικού φαινόμενου όσο με τη στιγμή κατά την όποία πρωτομαρτυρείται οργανωμένη καταστολή της όχι από ιδιώτες άλλά από το ίδιο το «κράτος». Παρόμοιο εγχείρημα προϋποθέτει εξελιγμένες πολιτειακές δομές, αναπτυγμένη οικονομία και ισχυρό πολεμικό ναυτικό. Οι πρώτοι, απ’ όσο τουλάχιστο γνωρίζουμε ως σήμερα, πού ξεκίνησαν οργανωμένη εκστρατεία κατά των πειρατών ήταν ο Μίνως με τούς Κρήτες του, οι όποίοι, μερικούς αιώνες αργότερα, μεταβλήθηκαν σε αδίστακτους πειρατές. για πολλούς αιώνες μετά τον Μίνωα καμιά ελληνική πόλη δεν είναι σε θέση να αναλάβει μόνη της την πάταξη της πειρατείας. τον 7ο αι. π.Χ. σημαντικό ρόλο στην κυριαρχία τού ΑΙγαίου διαδραματίζουν οι Σάμιοι. με τα πλοία τους διασχίζουν τις θάλασσες τόσο σαν έμποροι όσο και σαν πολεμιστές και πειρατές. Υπήρξαν πάντοτε στιγμές, όχι μόνο κατά τούς αρχαϊκούς χρόνους άλλά και Στη μετέπειτα ιστορία των ναυτικών θεσμών, κατά τις όποίες η πειρατεία συνιστούσε ένα μέσο διαπραγμάτευσης με ένα ξένο κράτος η με ένα συνασπισμό κρατών. με την υποστήριξη ισχυρών συμμάχων οι Σάμιοι δεν είχαν να φοβηθούν άμεσες ποινές εφ' οσον οι πειρατικές τους δραστηριότητες στρέφονταν εναντίον πλοίων τού αντίπαλου στρατοπέδου. Είναι πολύ πιθανό ο Πολυκράτης, τον όποίο ο Ηρόδοτος (111, 39) κατηγορεί ότι λεηλατούσε τα πλοία χωρίς διάκριση ανάμεσα σε φίλο και εχθρό, να ακολουθούσε την ίδια πολιτική με τον πασά της Ρόδου στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο πασάς πολέμησε τούς πειρατές, στο όνομα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με πλοία κρατικά και παράλληλα κατασκεύασε και μία φρεγάτα για λογα­ριασμό του με την όποία λεηλατούσε τα εμπορικά πλοία και τούς ταξιδιώτες. τον 5ο αιώνα π.χ., μετά τούς περσικούς πολέμους και την ίδρυση της Συμμαχίας της Δήλου, οι Αθηναίοι ξεκίνησαν μία ανελέητη δίωξη των πειρατών. Εκστράτευσαν στα δύο σημαντικότερα πειρατικά κέντρα της εποχής, τη Σκύρο (Πλούταρχος, Κίμων, 8: ληιζόμενοι την θάλασσαν έκ παλαιου) και τη Θρακική Χερσόνησο (Πλούταρχος, Περικλής, 19: ληστήρίων γέμουσα). Ο Περικλής προσκάλεσε αντιπροσώπους των ελληνικών πόλεων για να συζητήσουν, ανάμεσα στ' άλλα, την ασφάλεια των θαλασσών, πρόταση πού προσέκρουσε στην αρνητική στάση της Σπάρτης. Αν και πολλές φορές οι Αθηναίοι καταχράστηκαν την κυριαρχία της θάλασσας, η προστασία πού η Αθήνα μπόρεσε να εξασφαλίσει στους ταξιδιώτες και στους ασθενέστερους κατοίκους των παραλίων τού Αιγαίου μπορεί να συγκριθεί μόνο με την ασφάλεια πού, κατά τούς αρχαίους συγγραφείς, επικρατούσε στα χρόνια τού Μίνωα. Ανάμεσα στις καταστροφικές συνέπειες τού Πελοποννησιακού πολέμου και της ήττας των Αθηναίων συγκαταλέγεται και η επανεμφάνιση της πειρατείας είτε ως αυτόνομης δραστηριότητας είτε μέσα στα πλαίσια των εχθροπραξιών. τον 4ο αιώνα, οι Αθηναίοι, πού στο μεταξύ εχoυν επανακτήσει την κυριαρχία στο Αιγαίο, μαζί με τούς συμμάχους τους, επιβάλλουν στους Μηλίους ποινή δέκα ταλάντων γιατί έδωσαν ορμητήριο σε πειρατικά πλοία, παραβαίνοντας το «ψήφισμα τού Μοιροκλή» πού απαγόρευε στα μέλη της Συμμαχίας να δέχονται στα λιμάνια τους πειρατές (Δημοσθένης, Κατά Θεοκρινου (LVIII), 53 και 56). το 362 και 361, οι Αθηναίοι στάθηκαν και οι ίδιοι θύματα πειρατικών επιδρομών από τούς άντρες τού Αλέξανδρου τού Φάριου, οι όποίοι, αφού λεηλάτησαν τις Κυκλάδες και κατέλαβαν τη Σκόπελο, έπέδραμαν στον Πειραιά όπου καταλήστεψαν τούς χρηματιστές.

Κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια της κλασικής περιόδου η Αθήνα όλο ένα εξασθενεί στην προσπάθειά της να καταστείλει την πειρατεία στο Αιγαίο, έργο στο όποίο θα την διαδεχτεί η Ρόδος. 'Ήδη από την εποχή τού πολέμου ανάμεσα στους Αθηναίους και τον Φίλιππο της Μακεδονίας, οι πειρατές και οι κουρσάροι προσλαμβάνουν ρυθμιστικό ρόλο στην ισορροπία των δυνάμεων της Ανατολικής Μεσογείου. Οι ελληνικοί στρατοί κατακλύζονται από άντρες πού ο μόνος πόρος ζωής τους είναι είτε η μισθοφορία είτε η λεηλασία. Μερικοί από τούς σπουδαιότερους condottieri της εποχής προαναγγέλλουν τούς «άρχιπειρατές» τού 3ου αιώνα π.Χ., έτοιμους στον πόλεμο να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε οποίον προσφέρει τα περισσότερα, ενώ σε περίοδο ειρήνης ή ανεργίας λεηλατούν τα πλοία και κάνουν επιδρομές στη στεριά για δικό τους λογαριασμό. Κρήτες και ΑΙτωλούς ­ και οι δύο γνωστοί ως ανελέητοι πειρατές -προσέλαβαν για μισθοφόρους πολλοί μονάρχες των ελληνιστικών χρόνων. Ο μεγάλος Ιστορικός Elias Bickerman παραλλήλισε την παρουσία Κρητών και ΑΙτωλών μισθοφόρων σε πολλούς στρατούς από τον 4ο ως τον 1ο αιώνα π.Χ. με τη συμμετοχή Ελβετών πολεμιστών στους περισσότερους ευρωπαϊκούς στρατούς από τον 14ο έως τον 18ο αιώνα. το κοινό στοιχείο πού συνδέει τούς αρχαίους Κρήτες και ΑΙτωλούς με τούς Ελβετούς μισθοφόρους της νεότερης ιστορίας πρέπει να αναζητηθεί Στη μη παραγωγικότητα των τόπων καταγωγής τους. Κατά κανόνα, όποτε η ενασχόληση των κατοίκων μίας περιοχής με την πειρατεία ή με τη μισθοφορία παρουσιάζει χαρακτήρα ενδημικό, τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στις οικονομικές συνθήκες τού τόπου στον όποίο αναπτύσσεται το φαινόμενο. Ή γεωγραφική απομόνωση της Κρήτης από τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο και η άγονη γη της ΑΙτωλίας, σε συναρτήσει με την αδυναμία των περιοχών αυτών να αναπλάθουν έναν ουσιαστικό ρόλο στο πολιτικό προσκήνιο της εποχής, πού θα τούς επέτρεπε ίσως να αποβούν κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου, χαρακτηριστικά πού ισχύουν και για την προ καπιταλιστική Ελβετία καθιστούσαν την πειρατεία και τη μισθοφορία πρωταρχική - αν όχι μοναδική - πηγή «ξένου συναλλάγματος» για τις ασθενέστερες οικονομικά χώρες.

Μονεμβασιά και Πειρατές



Η Μονεμβασιά αποτέλεσε σημαντικό κάστρο το οποίο προφύλαξε τη ρότα των πλοίων του εμπορίου μεταξύ ορμητηρίων ντόπιων και ξένων πειρατών αλλά και κουρσάρων στο πέρασμα των αιώνων. Λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής της θέσης στους θαλάσσιους δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας βρέθηκε περιτριγυρισμένη ανατολικά από τους πειρατές από το Σαρακήνικο της Μήλου, νότια της από αυτούς στο Κάβο Μαλέα, στο Σαρακίνικο της Ελαφονήσου και στο Μαραθιά και στα βόρεια από πειρατές και κουρσάρους από τον Γέρακα (Πόρτο Καδένα) και από άλλα πολλά μικρότερα ορμητήρια.

Τον 16ο και ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα, η πειρατεία αποτελεί κανόνα της καθημερινής ζωής. Από το Βόρειο Αιγαίο ως το Μυρτώο και το Λιβυκό πέλαγος τα πειρατικά και κουρσάρικα καράβια παραμονεύουν. Οι απέραντες ελληνικές ακτές με την ιδιαίτερη ακτογραμμή, τους βράχους, τις σπηλιές και τους πάμπολλους αθέατους όρμους είναι ιδανικά κρησφύγετα. Ο περιηγητής Deshayes συμβουλεύει τους ταξιδιώτες για Κωνσταντινούπολη να αποφεύγουν το ταξίδι με πλοίο, διότι οι πειρατές καραδοκούν ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο (Κάβο Μαλέα).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά την περίοδο της πειρατείας παρουσιάζει η νήσος Κίμωλος, η οποία έχει κάτι σαν ασυλία από πειρατές και κουρσάρους καθώς φιλοξενεί μόνο περί τις πεντακόσιες γυναίκες και έξι με οκτώ καθολικούς παπάδες για τις ανάγκες των πειρατών του Αιγαίου. Τα ελληνικά κουρσάρικα και πειρατικά είχαν συνήθως στα πληρώματα τους ορθόδοξους παπάδες όπου για τα πειρατικά της Μάνης ήταν απαράβατος κανόνας.

Ο Ιούλιος Βερν το 1883 έως 1888 ακολουθεί θαλάσσιες ρότες με μηχανοκίνητο ιστιοφόρο. Το 1884 γράφει το βιβλίο "Το Αρχιπέλαγος στις φλόγες" (ή "Οι Πειρατές του Αιγαίου") όπου και μας περιγράφει πως στην Μάνη οι μοναχοί ήταν ουσιαστικά βιγλάτορες που καραδοκούσαν να φανεί κάποιο πλοίο και με τεχνάσματα μετά να το οδηγήσουν στα βράχια ή σε κάποιο ύφαλο. Έτσι λοιπόν μπορούσαν οι ντόπιοι να πλιατσικολογήσουν χωρίς κινδύνους. Τέλος αναφέρεται διεξοδικά στην περιοχή της Μάνης του Μαραθιά, Κυθήρων και Αντικυθήρων.

Σ' όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους και στις παράκτιες περιοχές υπήρχαν παρατηρητήρια, βίγλες, απ' όπου οι βιγλάτορες παρακολουθούσαν μέρα και νύχτα τα καράβια που πλησίαζαν στη στεριά και ειδοποιούσαν τον πληθυσμό μόλις διέκριναν κάποιο πλοίο.

Διαβόητος έμεινε σε όλη την Μεσόγειο ο Έλληνας εξωμότης πειρατής και κουρσάρος Μπαρμπαρόσα (Κοκκινογένης). Στην ουσία όμως δεν επρόκειτο για έναν αλλά για δύο αδέρφια, οι οποίοι κατάγονταν από τη Λέσβο και ήταν εγγόνια παπά. Το 16ο αιώνα είχαν καταληστέψει με τα πλοία τους όλα τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου και τις Ενετοκρατούμενες Κυκλάδες, σπέρνοντας τον τρόμο σε όλο το Αιγαίο με απίστευτη αγριότητα, δημιουργώντας μέχρι και δικό τους κράτος (Μπαρμπαριά) και κόβοντας δικό τους νόμισμα.

Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου επιδίδονται στην πειρατεία άνθρωποι κάθε εθνικότητας και θρησκεύματος από νησιώτες μέχρι Τυνήσιους, Βενετούς, Σικελούς και Τούρκους. Πειρατές ήταν και οι Μανιάτες. Τη Μάνη την ονόμαζαν Μεγάλο Αλγέρι. Τον 18 αιώνα, η Μάνη ζει από πειρατικές επιδρομές αποκλειστικά. Όταν δεν ταξιδεύουν με τα καράβια τους, ενεδρεύουν περιμένοντας να παρασυρθεί κάποιο καράβι στην ακτή από την κακοκαιρία ή από τα δόλια τεχνάσματα τους.

Αρχές 19ου αιώνα ο αριθμός των ελληνικών πλοίων που επιδίδονται σε πειρατικές επιδρομές αυξάνεται σταθερά εξαιτίας της δυσμενούς τροπής που παίρνει ο Αγώνας. Στις αρχές του 1828 ήταν περί τα 1.500 πλοία και 50.000 ναύτες που ασχολούνται συστηματικά με την πειρατεία και λυμαίνονται το Αιγαίο. Από τον Ελλήσποντο ως τη Ρόδο και τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου οι πειρατές προκαλούν με τη δράση τους πάμπολλα προβλήματα. Αυτός που τελικά κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση, ήταν ο Καποδίστριας όταν ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 στην Ελλάδα, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Η καταστολή της πειρατείας υπήρξε άμεση και εντυπωσιακή. Η πειρατεία εκριζώθηκε με τη σύσταση δύο ελληνικών μοιρών υπό τον Ανδρέα Μιαούλη και τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Ωστόσο η δολοφονία του Καποδίστρια (1831) και η αναρχία που ακολούθησε, αναζωπύρωσε τη δραστηριότητα των πειρατών, μολονότι η Ελλάδα από το 1830 ήδη άρχισε τον ελεύθερο πολιτικό της βίο, που δεν της εξασφαλίζει όμως και την ανάλογη ευνομία.

Η εμφάνιση πειρατικών πλοίων στην ελληνική θάλασσα διακόπηκε οριστικά το 1850, όταν το Πολεμικό Ναυτικό ανέλαβε την καταδίωξή τους με την παράλληλη δράση και ξένων στόλων καταστρέφοντας οριστικά τα πειρατικά ορμητήρια του Αιγαίου. Από τη χρονιά αυτή ξεκινάει ως ένδειξη ελευθερίας και το άσπρισμα των σπιτιών στα νησιά του Αιγαίου από τους ντόπιους, καθώς δεν υπάρχει πια ο κίνδυνος θέασης των χωριών από τους πειρατές.

Το άσπρισμα έγινε και σε πολλά σπίτια στο κάστρο της Μονεμβασιάς αλλά ευτυχώς από το 1950 και μετά σταδιακά αποκαταστάθηκαν τα ασβεστωμένα σπίτια στην αρχική τους μορφή κι έτσι από το 1970 περίπου και μετά το κάστρο έχει την μορφή που βλέπουμε και σήμερα.

Εν κατακλείδι τον 19ο αιώνα, τα κρούσματα και οι πειρατικές επιδρομές γίνονται σπανιότερα και είναι βέβαια ηπιότερης μορφής απ' ότι σε προγενέστερες εποχές, γεγονός που σχετίζεται με την αρτιότερη κρατική οργάνωση αλλά και με τον εκσυγχρονισμό της ναυτιλίας.

Οι δε οικισμοί στα παραθαλάσσια μέρη και στα νησιά μέχρι τότε βρίσκονταν μακριά από την θάλασσα σε αθέατα σημεία και σε πάμπολλες περιπτώσεις τα σπίτια χτίζονταν το ένα δίπλα στο άλλο σε μορφή κάστρου (συναντάτε σε όλο το Αιγαίο). Η Μονεμβασιά μαζί με ελάχιστα άλλα μέρη στα νερά του Αιγαίου αποτελεί εξαίρεση χάρις στην οχύρωση της παρότι ήταν περιτριγυρισμένη από ορμητήρια πειρατών καθώς η θέση της βρίσκεται στο πέρασμα των πλοίων από την Ιταλία και Δυτ. Μεσόγειο προς το Αιγαίο και τον Εύξεινο πόντο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο

Η Πειρατεία απο την αρχαιότητα στο σήμερα

Σύμφωνα με την Συνθήκη του ΟΗΕ του 1982, για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), ως πειρατεία ορίζεται κάθε παράνομη πράξη βίας ή περιορισμού ή λεηλασίας, που διαπράττεται για ιδιοτελείς σκοπούς από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός πλοίου προς άλλο πλοίο ή ιδιοκτησία που βρίσκονται πάνω σε αυτό.

Η πειρατεία στην αρχαιότητα

Η πειρατεία υπάρχει από την εποχή που ο άνθρωπος άνοιξε πανιά για να κάνει εμπόριο με άλλες περιοχές. Αναφορές για πειρατεία υπάρχουν από τον 13ο αιώνα π.Χ. στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου οι Λαοί της Θάλασσας παραμόνευαν τα εμπορικά πλοία στις θαλάσσιες διαδρομές της Μεσογείου και του Αιγαίου.

Στην Κλασσική Εποχή οι Ιλλύριοι και οι Τυρήνιοι ήταν διάσημοι πειρατές, ενώ υπάρχουν και πολλοί Έλληνες και Ρωμαίοι. Περιβόητοι πειρατές ήταν οι Θράκες, οι οποίοι με βάση τους τη Λήμνο λυμαίνονταν όλο το Αιγαίο. Πειρατές κατά περιόδους υπήρξαν και οι Φοίνικες, οι οποίοι εκτός από τα εμπορικά αγαθά, μετέφεραν σκλάβους, κυρίως μικρά παιδιά, τα οποία άρπαζαν από παράκτιες περιοχές και στη συνέχεια τα πουλούσαν.


Ωστόσο, ο 1ος αιώνας π.Χ. ήταν η κατεξοχήν περίοδος της πειρατείας, καθώς μέσα στην αναταραχή και τον πολιτικό κατακερματισμό της εποχής, δημιουργήθηκαν πολλά μικρά πειρατικά κράτη, κυρίως στις ακτές της νότιας Μικράς Ασίας. Μάλιστα, θύμα των πειρατών έπεσε και ο Ιούλιος Καίσαρας σε ταξίδι του στο Αιγαίο το 75 π.Χ.. Οι πειρατές τον κράτησε φυλακισμένο στο Φαρμακονήσι και τον απελευθέρωσαν αφού ζήτησαν λύτρα 50 τάλαντα χρυσού. Ο Ιούλιος Καίσαρας έφτασε στη Ρώμη συγκέντρωσε στρατό και στόλο και επέστρεψε στο Φαρμακονήσι, όπου κατέστρεψε τη βάση τους.

Το 68π.Χ. οι Ρωμαίοι καταλαμβάνουν την Ιλλυρία και παράλληλα καταστρέφουν τις βάσεις των Ιλλύριων πειρατών εκεί, απαλλάσσοντας την Αδριατική από την δράση τους.

Το 67 π.Χ. η ρωμαϊκή σύγκλητος οργάνωσε εκστρατεία υπό την ηγεσία του Πομπήιου, ο οποίος ύστερα από τρεις μήνες πολέμου κατατρόπωσε τους πειρατές στη Μεσόγειο.

Για λίγους αιώνες η Μεσόγειος ησύχασε από την δράση των πειρατών. Ωστόσο, τον 3ο αιώνα μ.Χ. Γότθοι πειρατές αρχίζουν επιθέσεις στις παράκτιες πόλεις και χωριά στη θάλασσα του Μαρμαρά και τη Μαύρη Θάλασσα και από το 264 μ.Χ.κατεβαίνουν στο Αιγαίο. Οι Γότθοι αιχμαλώτισαν χιλιάδες ανθρώπους και τους έσυραν στα σκλαβοπάζαρα.

Μεσαίωνας: Βίκιγκς και Σαρακηνοί

Τον 5ο - 6ο αι. μ.Χ. οι Σλάβοι που κατέβαιναν στην Βαλκανική αναβίωσαν το πειρατικό παρελθόν των Ιλλυρίων και ξεκίνησαν τη ληστρική τους δράση στην Αδριατική. Όσο περνούσαν τα χρόνια, οι Ιλλύριοι πειρατές επέκτειναν τη δράση τους, φτάνοντας στις αρχές του 9ου αι. έως τη Σικελία, απειλώντας ακόμη και την ίδια τη Βενετία. Ήταν τόσο έντονη η δράση τους, ώστε το εμπόριο και τα ταξίδια στην Αδριατική έγιναν επικίνδυνο και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες παρέλυσαν. Τελικώς, η Βυζαντινή αυτοκρατορία έστειλε μεγάλο στόλο κατανικώντας τους πειρατές και φέροντας την ηρεμία στην περιοχή.

Εν τω μεταξύ, η πειρατεία εξαπλώθηκε πλέον σε συστηματική βάση σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Στη Βόρεια Ευρώπη οι Βικιγκ γίνονται από τον 8ο αι. μ.Χ. ο τρόμος και ο φόβος πόλων, χωριών και εμπόρων, καθώς καταστρέφουν και ληστεύουν ότι βρίσκονται στο διάβα τους και σέρνουν μαζί τους χιλιάδες αιχμαλώτους.

Στη Μεσόγειο οι Άραβες ξεκίνησαν την πειρατεία τρομοκρατώντας τις παράλιες περιοχές. Κατέλαβαν μάλιστα την Κρήτη και τη Σικελία, οι οποίες έγιναν και οι βάσεις τους. Οι Σαρακηνοί Άραβες ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι ως πειρατές και παράτολμοι στις πράξεις τους. Μάλιστα, δεν φοβήθηκαν να πολιορκήσουν το 905 μ.Χ. τη Θεσσαλονίκη την οποία κατέλαβα και λεηλάτησαν, ενώ πούλησαν αρκετές χιλιάδες κατοίκους της πόλης ως σκλάβους.

Σημαντική πειρατική δράση είχαν επίσης οι Μανιάτες και αργότερα οι Τούρκοι και οι Αλγερινοί, ειδικότερα με τον Μπαρμπαρόσα, ο οποίος έγινε ο φόβος και ο τρόμος του Αιγαίου και της Μεσογείου γενικότερα τον 16ο αι. μ.Χ.



Η «Κλασσική» περίοδος της πειρατείας

Η μεγάλη ακμή της πειρατείας ωστόσο ήρθε με την ανακάλυψη της Αμερικής και την ισπανική κατάκτηση. Οι πειρατές έδρασαν κυρίως στην Καραϊβική, τις δυτικές ακτές της Αμερικής και στον Ατλαντικό Ωκεανό από το 1620 έως το 1730. Στόχος τα γεμάτα χρυσό και εμπορεύματα πλοία των Ισπανών, οι οποίοι κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της Καραϊβικής. Οι πειρατές ήταν κυρίως Άγγλοι, Ολλανδοί και Γάλλοι, που είχαν έρθει στη Νέα Γη για να αναζητήσουν την τύχη τους και να κάνουν μία νέα αρχή ή συμμετείχαν στους ναυτικούς πολέμους των αποικιοκρατικών χωρών. Με το τέλος των πολέμων, πολλοί από αυτούς τους ναύτες ακολούθησαν αυτό το μονοπάτι της παρανομίας το οποίο ήταν ιδιαίτερα επικερδές.

Οι κύριες βάσεις των πειρατών της Καραϊβικής ήταν το Νιου Πρόβιντενς στις Μπαχάμες και το Πορτ Ρόγιαλ. Οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της εποχής χρησιμοποίησαν τους πειρατές, προκειμένου να προωθήσουν τα δικά τους εμπορικά συμφέροντα στην περιοχή, παρέχοντας κάλυψη και βοήθεια σε οπλισμό. Ο πιο γνωστοί πειρατές της περιόδου αυτής ήταν ο Έντουαρτ Τιτς ή αλλιώς «Μαυρογένης», ο Χένρι Μόργκαν και η Άνν Μπόνεϊ, οι οποίοι έγιναν λαϊκοί ήρωες.



Σύγχρονη εποχή

Η πειρατεία δεν εξέλειψε σε καμία περίοδο της ιστορίας του ανθρώπου. Μετά την χρυσή «κλασσική» περίοδο της πειρατείας στην Καραϊβική, η πειρατεία αμβλύνθηκε, συνεχίστηκε όμως. Πειρατεία θα συναντήσουμε και στο Αιγαίο στα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως την περίοδο της ελληνικής επανάστασης. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν αυτός που καταπολέμησε τους πειρατές του Αιγαίου, αμέσως μετά την αυτονόμηση της Ελλάδας. Στην πορεία οι Βρετανοί κατάφεραν να εξαλείψουν σχεδόν την πειρατεία στον Ινδικό Ωκεανό καταστρέφοντας τις βάσεις στα νησιά και τις ακτές της Αφρικής.

Εν τω μεταξύ, στα τέλη του 20ου αιώνα η πειρατεία έκανε δυναμικά την εμφάνισή της στην Ασία. Τα στενά του Μαλάκκα, μεταξύ της Μαλαισίας και της Ινδονησίας έγιναν το επίκεντρο της πειρατικής δράσης από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, με αποκορύφωμα το 2003. Η περιοχή ήταν γνωστή για τους πειρατές της από το 16ο αι. μ.Χ. έως τα μέσα του 19ου αι. μ.Χ.

Το δεύτερο σημαντικό επίκεντρο της σύγχρονης περιόδου είναι η Σομαλία, η οποία βρίσκεται στην επικαιρότητα τους τελευταίους μήνες, καθώς το φαινόμενο βρίσκεται σε έξαρση. Η Σομαλία αποτελεί ιδανικό κρυσφήγετο για τους πειρατές εξαιτίας του χάους που επικρατεί σ' αυτή την αφρικανική χώρα από τον εμφύλιο πόλεμο, που διαρκεί από το 1975. Οι

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεί για το 2006 οι Σομαλοί πειρατές πραγματοποίησαν 239 επιθέσεις το 2006, με 77 απαχθέντες, 188 ομήρους, 17 τραυματίες και 15 φόνους. Το 2007 παρουσίασε άνοδο 10% με263 επιθέσεις, καθώς και άνοδο 35% στα περιστατικά χρήσης όπλων, καθώς και 64 τραυματίες. Δεν έχουν γίνει γνωστά στοιχεία όσον αφορά φόνους.

Η έξαρση των τελευταίων μηνών ωστόσο, οδήγησε στη δημιουργία μίας διεθνούς ναυτικής δύναμης, η οποία περιπολεί στα νερά της δυτικής Αφρικής και στα στενά του Άντεν, προκειμένου να περιορίσει τη δράση των πειρατών. Η ευρωπαϊκή επιχείρηση «Αταλάντη» - η οποία τελεί υπό ελληνική διοίκηση - έχει οδηγήσει στη σύλληψη δεκάδων πειρατών, παρόλα αυτά

Μένει να δούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της διεθνούς στρατιωτικής παρέμβασης. Πολλοί διεθνείς παρατηρητές επιμένουν ότι το πρόβλημα της πειρατείας στη Σομαλία, θα λυθεί μόνον εάν καταληφθούν οι βάσεις των πειρατών. Αυτό δεν φαίνεται όμως να είναι ακόμη στις προτεραιότητες της διεθνούς κοινότητας, της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

O Μονόφθαλμος, για την Καπετανισσα

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

H Πολις Εάλω

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Pirate Party



Ένα νέο κόμμα από τη Σουηδία διεκδικεί συμμετοχή στο Ευρωκοινοβούλιο: Οι Σουηδοί "Πειρατές", που έχουν ως στόχο τον περιορισμό της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων, την κατάργηση των δικαιωμάτων πατέντας των φαρμακοβιομηχανιών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
«Βασική επιδίωξη του κόμματος των «Πειρατών» είναι η εις βάθος αναδιαμόρφωση του νόμου περί πνευματικών δικαιωμάτων, απαλλαγή των δικαιώματων εκμετάλλευσης ευρεσιτεχνίας και η διασφάλιση των προσωπικών δεδομένων των πολιτών. Με αυτά, και μόνον αυτά, στην ατζέντα μας, θέτουμε υποψηφιότητα για εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό και το σουηδικό Κοινοβούλιο.

Δεν θεωρούμε αυτούς τους στόχους απλά αξιόλογους αλλά πιστεύουμε ότι είναι ρεαλιστικά πραγματοποιήσιμοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα αισθήματα που οδήγησαν στην δημιουργία του κόμματός μας στη Σουηδία είναι διάχυτα σε όλη την Ευρώπη. Υπάρχουν ήδη παρόμοιες πολιτικές πρωτοβουλίες στα σκαριά σε αρκετές χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μαζί, θα μπορέσουμε να θέσουμε νέα πορεία για μια Ευρώπη που αυτή τη στιγμή έχει πάρει επικίνδυνες κατευθύνσεις.» αναφέρουν στην ιστοσελίδα τους οι Σουηδοί «Πειρατές» .

Το κόμμα πλέον εμφανίζεται ως το τέταρτο της χώρας που θα εισέλθει στο Ευρωκοινοβούλιο σε λίγες μέρες. Η πρόσφατη καταδικαστική απόφαση εις βάρος της γνωστής ιστοσελίδας PirateBay φαίνεται να ώθησε χιλιάδες Σουηδών στις τάξεις του ριζοσπαστικού κόμματος. Ωστόσο, το κόμμα διευκρινίζει πως δεν πρέπει να καταργηθούν όλοι οι κανόνες για τα δικαιώματα πάνω στα βιβλία, τη μουσική και τις ταινίες. Η διαχωριστική γραμμή, λένε, πρέπει να είναι η εμπορική και η μη εμπορική χρήση.

Το Πειρατικό Κόμμα της Σουηδίας ιδρύθηκε το 2006, ενώ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές της χώρας είχε λάβει μόλις το 0,6% των ψήφων

Πειρατικο Κόμμα στην Σουηδια

To Pirate Party μπαίνει στην Ευρωβουλή


Πάνω από 5% των ερωτηθέντων σε δημοσκόπηση σουηδικής εφημερίδας δήλωσαν πως θα ψηφίσουν το Pirate Party της Σουηδίας που χρειάζεται 4% για να μπει στην Ευρωβουλή. Το κόμμα που συστάθηκε το 2006 έχει τριαξονικό λόγο ύπαρξης.

Να αλλάξουν οι νόμοι του copyright. Η κουλτούρα και η γνώση πρέπει να μοιράζονται αφειδώς ώστε το internet να γίνει η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη. Το copyright να έχει πενταετή διάρκεια και όχι 75 χρόνια όπως είναι τώρα. Η μη κερδοσκοπική χρήση να είναι ελεύθερη απ'την πρώτη μέρα κυκλοφορίας ενός δίσκου ή μιας ταινίας.

Να καταργηθούν οι πατέντες στα φάρμακα ώστε ό,τι ανακαλύπτεται να μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα και από άλλους επιστήμονες.

Να υπάρχει μεγαλύτερος σεβασμός στα προσωπικά δεδομένα και την ιδιωτικότητα που καταστρατηγείται με άλλοθι τον κίνδυνο της τρομοκρατίας.

Ποιο είναι το λιγότερο ουτοπικό απ'τα τρία; Μάλλον το πρώτο.




Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Επιστολή βοηθειας απο αιχμάλωτους του Αλγεριου

"DEARE FRIENDS,—It is now about 6 yeares since I was most unfortunately taken by a Turkes man-of- [70] warre on the coasts of Barbary, captive into Argiere (Algiers), since which time I have written oft to London to Master Southwood of the upper ground, to Richard Barnard of Duke's Place, Richard Coote of the Bankside, to Master Linger a haberdasher in Crooked Lane, and in that to Master Southwood I sent an inclosed to my father, if living, and other letters to my brothers and friends if not dead. I could never hear whether any of you were alive or dead, which makes me think the letters are either miscarried, or all of you deceased, or gone to other places, or else I know you are so much Christians and friends that you would have looked upon me in such a condition. O! my friends, once more I tell you I am a miserable captive in Argiere, taken by a Flemish vessell two years after I left the warres in Gilderland. My Patroone (master) is one Baron, a French Renegado, that lives in the country, but hires me and another Protestant captive (one Master Robinson, a Norfolk man) out in Argiere, for this time, and if we goe up to the country, you may never hear of us againe; our misery is that the price of our redemption will be no less than 250l, because we are thought to have good friends in England, and we must both goe off together. Master Robinson hath written to his friends, and we have deeply bound ourselves to each other, that we will engage our friends to us both equally. Ah! Father, Brother, friends and acquaintance, use some speedy means for our Redemption. Many hundred slaves have been redeemed from their misery since we came hither, which makes us hope still we may be the next, and then the next, but still our hopes are deceived. We doe pray you therefore, for the Lord Christ's sake that redeemed [71] you, that you would use all possible means for our redemption. There is now a party in England renowned over the Christian world for their piety in this way. O! make your addresse to those noble worthies in the name of Christ for whose sake we suffer. We did never so well understand the meaning of that Psalme, penned by those captive Jewes, held in Babilonish captivity, as now: By the waters of Babilon we sate down and wept when we remembered thee, O! Sion, when we remembered thee, O! England. O! good friends, we hope these our sighs will come to your eares, and move pity and compassion. We are told there is a merchant in London, one Mr. Stanner of St. Mary's Axe, that hath a factor in Legorne (Leghorn), and one Mr. Hodges and Mr. Mico, Londoners, that are dealers there who are able to direct you in the readiest way for our redemption. Deny us not your prayers if you can doe nothing else. It will be some comfort to heare from friends. There is a Post in London that conveys letters into all parts, and you may have an opportunity of letting us heare from you, if you please, within a month or six weeks. The Lord direct your thoughts with waies of love, and strengthen us with faith and Patience.—Your sorrowful friend and brother in Christ,

THOMAS SWEET.
RICHARD ROBINSON.

"From Barbary: September 29, 1646.

Λιμπεράκης Γερακάρης

Ο Λιβέριος ή Λιμπεράκης Γερακάρης ήταν Μανιάτης πειρατής και μπέης της Μάνης. Πολέμησε την περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου του 1684-1698, αρχικά με την πλευρά των Τούρκων και στη συνέχεια με την πλευρά των Ενετών.

Γεννήθηκε το 1644 στο Οίτυλο της Μάνης. Καταγόταν από την οικογένεια των Κοσμάδων. Σε ηλικία 15 ετών υπηρέτησε στο ναυτικό των Ενετών ως κωπηλάτης, ενώ αργότερα, αγόρασε ένα πλοίο και έγινε πειρατής.

Την εποχή εκείνη στην Μάνη υπήρχαν δύο ισχυρές οικογένειες, των Ιατρών ή Μεδίκων (Medici = Ιατροί) και των Στεφανόπουλων. Ο Γερακάρης προσέγγισε την οικογένεια του Γιακουμή (Ιάκωβου) Μεδίκου και ζήτησε το χέρι της κόρης του, Μαρίας. Την ίδια είχε ζητήσει προηγουμένως και ο Μιχάλης Λεμηθάκης, που άνηκε στην οικογένεια των Στεφανόπουλων. Ο πατέρας της, την αρραβώνιασε με τον Γερακάρη, αλλά ο Λεμηθάκης την έκλεψε. Το περιστατικό αυτό οδήγησε σε μία μεγάλη βεντέτα στην Μάνη μεταξύ των Μεδίκων και των Στεφανόπουλων[1]. Ο Γερακάρης συνέχισε, ύστερα από αυτή την προσβολή, να επιδίδεται στην πειρατεία μέχρι που συνελήφθει, σε μία επιδρομή, από τους Τούρκους.

Ο Μεγάλος Βεζίρης, Κιοπρουλού Φαζήλ Αχμέτ Πασάς (Köprülü Fazıl Ahmed Paşa), αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως όργανο του τον Γερακάρη, για να υποτάξει τους Μανιάτες, που πάντα δημιουργούσαν προβλήματα. Τον ελευθέρωσε και τον εφοδίασε με άφθονο χρήμα, δίνοντάς του και μυστικές οδηγίες. Ο Γερακάρης επέστρεψε στην Μάνη, όπου χρησιμοποίησε τα χρήματα στην μάχη εναντίων της φατριάς των Στεφανόπουλων. Επίσης, προσπάθησε να πείσει τους Μανιάτες [2] ότι με αυτόν ως μπέη, θα είχαν περισσότερα προνόμια και κανείς Τούρκος δεν θα κατοικούσε την Μάνη. Μετά και τον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) ο Γερακάρης και οι οπαδοί, συνέλαβαν τους εχθρούς τους Στεφανόπουλους και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Αργότερα, συλλαμβάνει και μέλη της οικογένειας των Μεδίκων. Τότε οι Στεφανόπουλοι αναγκάστηκαν να φύγουν για την Κορσική.

Αργότερα, όταν οι Μανιάτες κατάλαβαν την πλάνη, κήρυξαν τον πόλεμο στους Τούρκους. Ο Γερακάρης, τότε, ξανάρχισε την πειρατεία και, μάλιστα, οι πιο μεγάλες του επιθέσεις ήταν εναντίων των Τούρκων. Οι Τούρκοι, όμως, κατάφεραν να τον συλλάβουν ξανά και τον οδήγησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλακίσθηκε στις φυλακές του Μπάνιο (Ναύσταθμος).

Το 1684 ξεκινά νέος πόλεμος των Ενετών ενάντιων των Τούρκων. Στην Ελλάδα διάφορα μέρη επαναστατούν και οι Ενετοί σημειώνουν σημαντικές νίκες. Η Υψηλή Πύλη καταλαβαίνει ότι, κατά ένα μεγάλο μέρος, οι επιτυχίες των Βενετών βασίζονταν στην συνεισφορά των Ελλήνων επαναστατών, και αποφασίζει ότι πρέπει να τους διασπάσει. Αποφασίζουν να εφαρμόσουν πιο φιλελληνική πολιτική. Ανάμεσα στα μέτρα που λαμβάνουν είναι να αποφυλακίσουν και τον Λιμπεράκη Γερακάρη (1689), και τον ορίζουν μπέη της Μάνης, κατά το πρότυπο των Χριστιανών ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας. Στο μεταξύ, αρραβωνιάζεται μυστικά την ανηψιά του πρώην ηγεμόνα της Μολδαβίας Δούκα, Αναστασία, καταγόμενη από τον ευγενή οίκο των Βουχουζεστίδων. Παρά τις αντιδράσεις των υπόλοιπων ευγενών της πόλης, κατάφεραν να παντρευτούν. Ύστερα από λίγες μέρες, αναχώρησε για τον νότο, επικεφαλής 5.000 Τούρκων, εγκαταλείποντας την γυναίκα του.

Το 1691, ενώθηκε με τον σερασκέρη της Ελλάδας Μισιρλή-Ζαδέ και απέστειλε προκηρύξεις προς τους υπόλοιπους Έλληνες να υποταγούν στο σουλτάνο[4]. Αποφασίζουν μαζί με τον σερασκέρη να εισβάλουν στην Πελοπόννησο και να επιτεθούν αρχικά στην Κόρινθο, όμως αποκρούονται από τους εκεί φρουρούς[5]. Ο Γερακάρης στην συνέχεια στρατοπεδεύει στα Μέγαρα και ετοιμάζεται να επιτεθεί στην Ακροκόρινθο με τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες και άλλους χίλιους των πασάδων Γιουρούκ και Αλή. Εκεί προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει ο Μικιέλης. Το 1692, ο Γερακάρης κατέλαβε την Κόρινθο και πολιόρκησε την πόλη ενώ μετά από λίγο, μαζί με τον σερασκέρη επιτίθενται στην Ακροκόρινθο. Ύστερα προχωρούν προς το Άργος και αφού καίνε την πόλη φθάνουν στα τείχη του Ναυπλίου. Ύστερα, λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και υποχωρεί στα Μέγαρα.

Τον Οκτώβριο του 1692, ο Χαλίλ πασάς των Ιωαννίνων προελαύνει εναντίων της Ναυπάκτου. Μετά από λίγο τον ακολουθεί και ο Γερακάρης με 500 άνδρες. Η φρουρά της πόλης καταφέρνει να αποκρούσει την επίθεση και να σώσει την πόλη.

Το 1694, ο Γερακάρης, αφού πρώτα προσπάθησε να εισβάλει με τον σερασκέρη Χαλίλ στην Κόρινθο, αποφασίζει να εκστρατεύσει κατά της Στερεάς Ελλάδας. Στρατοπεδεύει στο Καρπενήσι, όπου προσπαθεί να πείσει τον διοικητή από το μεγάλο αρματωλίκι του Καρπενησίου[6], Μποσίνα, να έλθει με το μέρος του, αλλά αυτός αρνείται, αμφιβάλλοντας για τις υποσχέσεις του. Εκεί, αφού στρατολόγησε πολλούς ντόπιους κατοίκους[7], παντρεύτηκε μια πλούσια νέα από το χωριό Μαυρίλο, που άνηκε σε μία από τις ισχυρότερες και πλουσιότερες οικογένειες, του Χατζή Οικονόμου, με διακλαδώσεις στην Ευρυτανία και στην Υπάτη[8]. Οι Ενετοί προσπάθησαν να πάρουν τον Γερακάρη με το μέρος τους στέλνοντας τον λοχαγό και φίλο του Γερακάρη, Ιωάννη Λάμπρο, να τον πείσει. Η συνάντηση κανονίστηκε στο σπίτι του Γερακάρη στο Βραχώρι. Αν και δεν θέλησε να ακολουθήσει τους Ενετούς, πληροφόρησε τον Λάμπρο για τα μέχρι τότε σχέδια των Τούρκων.

Προσπάθησε πολλές φορές να περάσει τον Αχελώο αλλά νικήθηκε από τους αρματολούς της Αιτωλοακαρνανίας Μεϊτάνη και Σπαθόγιαννο και τον συνταγματάρχη Λουδορέκα, που τον καταδίωξαν μέχρι το Καρπενήσι. Στη συνέχεια, ζήτησε την παράδοση των Σαλώνων. Επιτέθηκε στα Σάλωνα όπου τον αντιμετώπισαν ο Κούρμας και ο Επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος. Η ήττα που γνώρισε ήταν μεγάλη [9]. Ο Γερακάρης υποχώρησε ξανά στο Καρπενήσι, καταστρέφοντας όσα χωριά βρήκε στο δρόμο του.


Το 1695, ο Γερακάρης ενώθηκε με τον Χαλίλ πασά και μέσω του Ισθμού, όρμησε προς την Αργολίδα. Τότε ο διοικητής της Πελοποννήσου Μικέλης έστειλε τον συνταγματάρχη Τόρτο και μαζί με τον Λουδορέκα εισέβαλλαν στο Καρπενήσι και λεηλάτησαν την πόλη, ενώ έκαψαν και το σπίτι του Γερακάρη.

Μαζί με τον νέο σερασκέρη Ιμπραήμ πασά, κίνησε ξανά κατά της Πελοποννήσου. Επιτέθηκε ενάντια στο ελληνικό σώμα υπό τον Λάσκαρη και τον Μόρο και αφού τους έτρεψε σε άτακτο φυγή προέλασε στην Πελοπόννησο, λεηλατώντας περιοχές μέχρι την Τρίπολη. Πυρπόλησε την Καρύταινα και επιτέθηκε κατά του Άργους, αλλά εκεί αποκρούσθηκε.

Οι Ενετοί αποφάσισαν να προσεγγίσουν ξανά τον Γερακάρη, που αποτελούσε και τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ταυτόχρονα οι νέες επαφές με τον Λάμπρο -που μαζί με τους Παναγιώτη Δοξαρά και τον ηγούμενο της Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας, Ιάκωβο[10], έπεισαν τον Γερακάρη να αλλάξει, τελικά, πλευρά - αλλά και η στάση του Γερακάρη, κίνησε τις υποψίες των Τούρκων, που προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν, δηλητηριάζοντάς τον. Αφού κατάλαβε το δόλο, έφυγε και επιβιβάστηκε σε Ενετικά καράβια. Εκεί, έλαβε τον τίτλο του «τοπάρχη της Ρούμελης» και ονομάσθηκε «ιππότης του αγίου Μάρκου».



Το 1697, οι Ενετοί αποφάσισαν να επιτεθούν στο σερασκέρη στη Θήβα. Ο Γερακάρης αποβιβάστηκε στα Σάλωνα ενώ ταυτόχρονα, σώμα Αλβανών επιτέθηκε από τον Ισθμό λεηλατώντας μέχρι την Θήβα[11]. Ο Γερακάρης εισήλθε στη Ήπειρο και λεηλάτησε την Άρτα. Κάτοικοι της πόλης πληροφόρησαν τον Δόγη της Βενετίας για τα γεγονότα της καταστροφής της πόλης. Οι Βενετοί συνέλαβαν τον Γερακάρη, του αφαίρεσαν τα προνόμια και τον έκλεισαν στη φυλακή. Το 1710 ο Γερακάρης πέθανε φυλακισμένος στην Μπρέσια.

Κωνσταντίνος Γεράκη (1647-1688)

Η ζωή του Κωνσταντίνου Γεράκη μοιάζει σαν παραμύθι και είναι χαρακτηριστική ενός Κεφαλονίτη τυχοδιώκτη.
Ο Κωνσταντίνος Γεράκης γεννήθηκε στη Κεφαλονιά το 1647. Σε πολύ μικρή ηλικία, μάλλον μην αντέχοντας τα στενά όρια του νησιού του, μπαρκάρει μούτσος σε αγγλικο εμπορικό καράβι. Ο μικρός κωνσταντίνος μαθαίνει γρήγορα τα πάντα για το επαγγελμα του ναυτικού αλλά και αυτό δεν του είναι αρκετό. Το 1669 βρίσκεται να δουλεύει στην Ινδονησία για λογαριασμό της περιβόητης Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, την αιχμή της Ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης της Μεγάλης Βρετανίας στην Ασία. Ο Γεράκης πανέξυπνος καθώς είναι μαθαίνει τις τοπικές γλώσσες της ευρύτερης περιοχής και δημιουργεί καλές σχέσεις με σημαντικούς τοπικούς παράγοντες. Είναι πια γνωστός με το όνομα Κοστάντζο Φαλκόνε.Το 1675 οι ανάγκες της εταιρείας του τον φέρνουν στο Σιάμ και εκεί δημιουργεί δεσμούς με τη βασιλική αυλή. Το 1679 ο Κωνσταντίνος Γεράκης έγινε υπεύθυνος για τις εμπορικές σχέσεις και επίσημος διερμηνέας στη βασιλική αυλή του Σιάμ. Τον επόμενο χρόνο αφήνει τη δουλειά του στη Αγγλική εταιρεία ανατολικών Ινδιών και γίνεται σύμβουλος του βασιλιά του Σιάμ, Ναράι. Το 1683 ο βασιλιάς τον κάνει πρωθυπουργό. Κατόρθωσε με τη θέση αυτή να αποκτήσει μεγάλη δύναμη και να κάνει μεγάλη περιουσία.

Στον διεθνή ανταγωνισμό για τον έλεγχο του εμπορίου υποστηρίζει τα Γαλλικά συμφέροντα καθώς φαίνεται ότι τα είχε τσουγκρίσει με τους Άγγλους. Γιαυτό τιμήθηκε από το γάλλο βασιλιά με το τίτλο του Ιππότη. Επίσης πρωτοστατεί σε κινήσεις για τη μετάδοση του χριστιανισμού στους Σιαμέζους. Η διαμάχη των μεγάλων δυνάμεων για τον εμπορικό έλεγχο της περιοχής φέρνει απόβαση Γαλλικών στρατευμάτων στο Σιάμ. Η κακή συμπεριφορά τους στους ντόπιους, έκαναν την αντιβασιλική παράταξη να βλέπει στο πρόσωπο του Γεράκη έναν εχθρό. Το 1688 ο βασιλιάς και προστάτης του Γεράκη αρρώστησε πολύ βαρειά, τότε βρήκε ευκαιρία η αντιπολίτευση να συλλάβει τον τετραπέρατο κεφαλονίτη. Αφού τον βασάνισαν, στις 5 Ιουνίου τον αποκεφάλισαν, μετά από μερικές μέρες πέθανε και ο βασιλιάς Ναράι. Ήταν μόλις 41 χρονών. Στο θρόνο του Σιάμ ανέβηκε ο βασιλιάς Φεράτσα που διέκοψε κάθε σχέση με τους ξένους.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Χρονολόγιο 1600-1700



1600 Αρχή δράσης της Μανιάτικης Πειρατείας.
1602 Έντονη δράση των ιπποτών του Αγίου Στεφάνου στο Αιγαίο
1603 Αρχίζει η δυναστεία των Στιούαρτ στην Αγγλία. Απαγόρευση της πειρατείας στους Άγγλους .
1604 Άγγλοι εμφανίζονται στην Μεσόγειο.
1605 Ο διαβόητος κουρσάρος Τζών Γουορντ διδάσκει την τέχνη της ιστιοπλοΐας στους Τυνήσιους της Βόρειας Αφρικής.
1607 Προσπάθεια τους Μ. Δούκα της Φλωρεντίας Φερδινάνδου Μέδικου να καταλάβει της Αμμόχωστο.
1608 Ο Άγγλος σερ Φράνσις Βέρνει ενώνεται με τους Βερβερίνους πειρατές.
1609 Θάνατος του Μ. Δούκα της Φλωρεντίας Φερδινάνδου Μέδικου.
1611 Ο Δούκας της Οσούνας Δον Πέδρο Τελέζ ντε Γκιρόν αναλαμβάνει αντιβασιλέας της Σικελίας. Η ισπανική παρουσία κουρσάρων γίνεται έντονη στο Αιγαίο.
1612 Ο Σαιμον Ντανζιγκερ ή Κάπταιν Ντέβιλ απαγχονίζεται στην Τύνιδα.
1616 Ο Δούκας της Οσούνας αναλαμβάνει αντιβασιλέας της Νάπολης. Οι ισπανοί κουρσάροι είναι η αιχμή του δόρατος ενάντιων των Βερβερίνων και των Τούρκων στο Αιγαίο.
1618-1648 Ξεσπάει ο Τριακονταετής πόλεμος στην Ευρώπη.
1620 Ανακηρύσσεται πειρατική δημοκρατία το Σαλέ, στις δυτικές ακτές του Μαρόκου.
1624 Ναβαρίνο, έδρα πειρατών Μπαρμπαριάς.
1625 Απόβαση ιπποτών της Μάλτας στη Λευκάδα.
1628-1631 Επανάσταση των ποπολάρων στη Ζάκυνθο.
1635 Πτώση του γαλλικού εμπορίου στην Ανατολή.
1638 Πρώτη εισαγωγή καφέ στην Βενετία.
1644 Κατάληψη τουρκικών πλοίων από γαλέρες της Μάλτας- Αφορμή νέου πολέμου.
1645-1669 Βενετοτουρκικος πόλεμος, ο αποκαλούμενος και κρητικός.
1648 Τερματισμός του Τριακονταετή πολέμου και υπογραφή της Συνθήκης της Βεστφαλίας.
1650 Έναρξη δράσης του διαβόητου Giorgio Maria Vital με έδρα την Τήνο.
1656 Νίκη του βενετικού στόλου στα Δαρδανέλια εναντίων του Τουρκικού στόλου.
1657 Ναυπήγηση του πρώτου ελληνικού τρεχαντηριού στην Ύδρα.
1660 Η Γαλλία επεμβαίνει υπέρ των Βενετών στην Κρήτη.
1664 Συνθήκη ειρήνης Τουρκίας-Γερμανίας
1665-1668 Πόλεμος για την διαδοχή της Ισπανίας στην Ευρώπη.
1665-1666 Δράση του ιππότη de Hocquincourt στο Αιγαίο πέλαγος .
1666-1672 Δράση του ιππότη de Temericourt στο Αιγαίο πέλαγος.
1664-1678 Δράση του ιππότη H.Creviliers στο Αιγαίο πέλαγος.
1666-1680 Δράση Αγέλλου Μαρία Βιτάλη στο Αιγαίο πέλαγος.
1668- Πειρατής Λυμπεράκης Γερακάρης παρασύρει τους Μανιάτες στο να δεχθούν ανέργεση κάστρων Ζαρνάτας , Κελέφα, Πόρτο Κάγιο.
1669 Πτώση του Χάνδακα Κρήτης στους Τούρκους.
1672-1679 Πρώτος Συνασπισμός ευρωπαϊκών κρατών κατά τις Γαλλίας.
1676 Ναύαρχος Duquesne νικά τον ολλανδικό στόλο στη Σικελία.
1681 Ναύαρχος Duquesne βομβαρδίζει το λιμάνι της Μπαρμπαριάς.
1683 Πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους.
1684 Ευρωπαϊκός συνασπισμός κατά της Τουρκίας.- Βενετία κηρύσσει το πόλεμο στη Τουρκία.
1686 Ο Μοροζίνη κατακτά τη Πελοπόννησο.
1687 Καταστροφή του Παρθενώνα
1688 Μπέης της Μάνης ο Λυμπεράκης Γερακάρης. Εκπατρισμός μανιατών στην Κορσική και Τοσκάνη.
1690 Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΔ με διαταγή του απαγορεύει την πειρατεία στους γάλλους.
1694 Ο Γάλλος κουρσάρος Ζαν Μπάρτ συλλαμβάνεται από τους Άγγλους.
1695-1696 Η Χίος βενετική.
1699 Συνθήκη Κάρλοβιτς.






































Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Letter of Marque


Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Πειρατικος Κώδικας

Articles
Crew of the Corvus
Captain Jake Lankster

I Every Man Shall obey civil Command ; the Captain shall have one full Share and a half of all Prizes ; the Master, Carpenter, Boatswain and Gunner shall have one Share and quarter.
II If any Man shall offer to run away, or keep any Secret from the Company, he shall be marroon’d with one Bottle of Powder, one Bottle of Water, one small Arm, and Shot.
III If any Man shall steal any Thing in the Company, or game, to the Value of a Piece of Eight, he shall be marroon’d or shot.
IV If any time we shall meet another Marroner that Man shall sign his Articles without the Consent of our Company, shall suffer such Punishment as the Captain and Company shall think fit.
V That Man that shall strike another whilst these Articles are in force, shall receive Moses’s Law (that is, 40 Stripes lacking one) on the bare Back.
VI That Man that shall snap his Arms, or smoak Tobacco in the Hold, without a Cap to his Pipe, or carry a Candle lighted without a Lanthorn, shall suffer the same Punishment as in the former Article.
VII That Man shall not keep his Arms clean, fit for an Engagement, or neglect his Business, shall be cut off from his Share, and suffer such other Punishment as the Captain and the Company shall think fit.
VIII If any Man shall lose a Joint in time of an Engagement, shall have 400 Pieces of Eight ; if a Limb, 800.
IX If at any time you meet with a prudent Woman, that Man that offers to meddle with her, without her Consent, shall suffer present Death.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Το κράτος της Μανης


έκθεση, τυπωμένη το 1940 στο τυπογραφείο «ΛΑΚΩΝΙΑ» στο Γύθειο, αναπτύσσεται σε 25 πυκνογραμμένες σελίδες μικρού σχήματος. Το τευχίδιο που βρίσκεται στα χέρια μου, είχε δώσει ο ίδιος ο συντάκτης του στον παππού μου, όπως δηλώνεται από την αφιέρωση στο εξώφυλλο: «Στο φίλο και αγαπητό μου κ. Σ. Κουγέαν, Καθ. Πανεπιστημίου. Με αγάπη (υπογραφή) Ν. Γ. Λουμάκος ». Ο πλήρης τίτλος είναι Η ΜΑΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΕΝ ΑΥΤΗ, Εἰσήγησις πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Γυθείου. Η μελέτη κινείται σε δύο βασικούς άξονες έναν νομικό και έναν ιστορικό, κάτι που γίνεται σαφές και από τη βιβλιογραφία την οποία παραθέτει στο τέλος του τεύχους.

Μετά από την προσφώνηση την οποία απευθύνει προς τα μέλη του Συλλόγου, ακολουθεί η Εισαγωγή στην οποία εκθέτει το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να διερευνηθεί το θέμα: σημειώνει ότι το Διεθνές Δίκαιο είχε τότε, το 1939, μόλις 150 ετών ζωή και σημειώνει ότι «οι κανόνες αυτού έμειναν εις τας βιβλιοθήκας, αφού και ο παγκόσμιος πόλεμος (1914-1918) δεν έχει ολίγα παραδείγματα παραβάσεων».

Η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο φωτίζει και εκείνο που ο Λουμάκος θεωρεί την βασική αρχή για τη προβληματική του, δηλαδή όσα ορίζονται από αυτό.

Ακολουθεί ο κύριος κορμός της εισήγησης, η οποία διαιρείται σε τέσσερα κεφάλαια: Α. Διεθνείς τινες κανόνες πολέμου, Β. Η Μάνη έναντι του Διεθνούς κώδικα, Γ. Κρίσεις τινες Δ. Ειδικαί τινες παρατηρήσεις και Ε. Συμπεράσματα. Όπως ήδη αναφέραμε, ακολουθεί η βιβλιογραφία την οποία χρησιμοποίησε ο μελετητής και η οποία αριθμεί 25 τίτλους νομικών και ιστορικών βιβλίων, Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.



Α.

Το πρώτο κεφάλαιο διεξέρχεται τους διεθνείς κανόνες πολέμου. Ο συλλογισμός του Λουμάκου εκκινείται από τον καθορισμό του πλαισίου στο οποίο οφείλει να κινηθεί ο προβληματισμός προκειμένου να αναγνωρισθεί το κτητικό δικαίωμα κατακτητή: σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η έγκαιρη κήρυξη του πολέμου, η κατάπαυση του πολέμου και επακολουθούσα ειρήνη, για να διευκρινίσει στη συνέχεια, προκειμένου να δηλωθεί η -σύμφωνα πάντα με το Διεθνές Δίκαιο- συντήρηση της έννοιας του Κράτους σε δύσκολες συνθήκες, ότι «η αδυναμία ή και εφήμερος συμφορά ενός Κράτους δεν συνεπάγεται την καταστροφήν του κράτους τούτου, αλλ’ η παρατεινόμενη αδυναμία και η προφανής ανικανότης του Κράτους καθιστώσιν αυτώ αδύνατον να ζήση επί μακρόν κατά τινα τρόπον ανεξάρτητον».

Το τελευταίο αυτό στοιχείο έχει σημασία διότι από τον τρόπο της εξαφάνισης ενός Κράτους «οριστέος και ο τρόπος της Νομιμότητος της πράξεως του κατακτητού». Όθεν, μία κατάληψη αλλοτρίων εδαφών για να θεωρηθεί ότι δημιούργησε DE JURE κατάσταση, πρέπει κατά γενικό και αρχαιότατο κανόνα να αναγνωρισθεί και παρά του ηττηθέντος.

Εάν όμως δε συμβεί τούτο, έπεται ότι δύο τινά θα επακολουθήσουν: ή σιωπηρή αναγνώριση παρά του υποταχθέντος ή θα λαμβάνουν χώρα εκάστοτε κρούσεις δυναμικής αντιστάσεως, οπότε πιθανόν η κρούση να πετύχει και τότε η ελάχιστη υποχώρηση του κατακτητού «να δύναται ευστόχως να αντιταχθή ως άρνησις της DE JURE κατακτήσεως».

Τέτοιου είδους κατακτήσεις, σημειώνει ο Λουμάκος, καλούνται «Διεθνείς δουλείαι» οι οποίες για να δημιουργήσουν Δίκαιον από τον κατακτητή έχουν ανάγκη προσαρμογής κανόνων, διαφορετικά εάν ο δουλώσας δεν δυνηθεί να αποδείξει την ολοκλήρωση αυτών, τότε πρέπει να θεωρήσουμε ευλόγως ότι «μη πληρωθέντος του κανόνος, δεν δύναται να γίνη λόγος περί μονίμου κυριαρχικής καταστάσεως».

Κυρίαρχη DE FACTO, εξάλλου, δύναται να αναγνωριστεί επίσης μια δύναμη σε περίπτωση που ειρηνικά και «άνευ όπλου αντιδράσεως» επιβάλει τη θέλησή της επί του κυριαρχούμενου, ως θέληση «αυτού τούτου του ANIMUS της Πολιτείας».

Τα πιο πάνω, όμως, ισχύουν επί σχέσεων κρατών. Ήταν η Μάνη κράτος ώστε να ισχύουν και γι’ αυτήν τα πιο πάνω; «Δις ως ηγεμονία κατεστάθη και αναγνωρίσθη. Και ενώ ηδύνατο να ζήση ήρεμος και ήσυχος εν τοις ορίοις αυτής, αντιθέτως την ελευθερίαν της εθεώρη ως απλήν ευχερείαν προς δημιουργίαν δυνατοτήτων ανασυγκροτήσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» απαντά κατά πρώτον ο Λουμάκος και συνεχίζει: «Βεβαίως ταύτα έχουσα πάντοτε ως σκοπόν υπάρξεως αυτής, εθεώρη νομίμως και δικαίως ότι, η Μεγάλη πατρίς ενεσωματούτο εν αυτή και κατά φυσικόν κανόνα ως συνέχεια του Κράτους «εκείνου» να θεωρείται.» Και για του λόγου το αληθές παραπέμποντας στη διαθήκη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικαλείται ως στοιχείο το ότι το 1821, ο Μπέης-Ηγεμών της Μάνης δεν ενσωμάτωσε αυτή στην Ελλάδα, δια συνθηκών και συμφωνιών, αλλά ενσωμάτωσε αυτή στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελληνικής Πατρίδος. Εξάλλου, συμπληρώνει, το ότι ήτο «Κράτος» αποδεικνύεται από το ότι μέχρι τότε δημιούργησε δίκαια δια των αρχηγών αυτής με ξένες δυνάμεις (Ενετία, Γένουα, Νεβέρ, Ναπολέων κλπ.) και ότι «άπασαι αι σχετικαί διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου προσηρμόζοντο και εις αυτήν».



Β.

Ακολουθεί η το κεφάλαιο που επιγράφεται Η Μάνη έναντι του Διεθνούς Κώδικος. Μετά από σύντομη αναφορά στην ιστορία της Μάνης, που εστιάζεται στο φρόνημα των κατοίκων της χερσονήσου, διαπιστώνει ότι στη μετά την Βυζαντινή περίοδο, οι αγώνες των Μανιατών κατά των Τούρκων παίρνουν τα χαρακτηριστικά μόνιμου πολέμου, ενώ οι επιχειρήσεις των Τούρκων κατά των Μανιατών διαδέχονται η μία την άλλη. Στη Μάνη καταφεύγουν μέλη εξεχουσών οικογενειών του Βυζαντίου ενώ το 1571 καταφεύγουν σ’ αυτήν Μωραϊτες για να προετοιμάσουν επανάσταση με στόχο την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Το 1582 ο Πρωτόπαπας της Μάνης Μουρίσκος, στέλνει προς τον πάππα Γρηγόριο τον Γ΄ επιστολή που αφορά στην απελευθέρωση του Έθνους υπογράφοντας ως άρχων 300 χωριών και 60 χωρών.

Ακολουθεί πλήθος αναφορών που καταδεικνύουν την αναγνώριση της Μάνης ως ανεξάρτητης αυτοδιοικούμενης περιοχής από τα άλλα κράτη κατά τους αιώνες που ακολουθούν (17ος – 18ος) και καταλήγει στην αναγνώριση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από τις ευρωπαϊκές αυλές, στις οποίες απευθύνεται υπογράφοντας «Ηγεμών και αρχηγός του Σπαρτιατικού στρατοπέδου του εν Καλαμάτη», δηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον συνεχή αγώνα των Μανιατών για ανεξαρτησία.

Συμπεράσματα μέχρι του σημείου αυτού:

1. Τουρκική κυριαρχία De Jure και De Facto ουδέποτε υπήρξε στη Μάνη.

2. Οι εισβολές στρατιωτικών δυνάμεων δεν δύναται να θεωρηθούν «κατάστασις» αφού κατέληγαν σε καταστροφή των εισβολέων.

3. Τουρκικές αρχές ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στην Μάνη, παρά μόνον στρατιωτικές φρουρές προκειμένου να χτιστούν τα κάστρα Ζαρνάτας, Κελεφάς και Πόρτο Κάγιου.

4. Τουρκικές οικογένειες ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στα όρια της Μάνης.

5. Νόμοι Τουρκικοί και συνθήκες Τουρκικές προς τρίτους ουδέποτε εφαρμόστηκαν.

6. Στη Μάνη ουδέποτε έλαβε χώρα παιδομάζωμα.

7. Οι δύο συνθήκες μεταξύ Τούρκων και Ενετών, με τις οποίες παρεδίδετο και η Μάνη, έγιναν ερήμην των Μανιατών και μετά από αυτές δεν τόλμησαν οι Τούρκοι να την καταλάβουν.

8. Τούρκοι εισπράκτορες ουδέποτε πάτησαν στη Μάνη.

9. Οι Μανιάτες εφάρμοζαν δικούς τους νόμους.

10. Είχαν δικό τους Μπαϊράκι και ιδιότυπο πολίτευμα.

11. Μόνοι τους επέβαλλαν και εισέπρατταν φόρους –και μάλιστα τελωνειακούς.

12. Δεν συνέταξαν δική τους δύναμη προς Τουρκική εναντίον τρίτου.

13. Η μετά τα Ορλωφικά σχέση της με την Οθωμανική αυτοκρατορία, «δεν την ημπόδιζε [τη Μάνη] να αναπτύσσεται ως «Κράτος» ελεύθερον ίδιον συντηρούν στρατόν, ιδίους δημοσιεύον Νόμους και εν γένει, ελάχιστα αισθανόμενον την αμφίβολον Τουρκικήν υπεροχήν».

14. Δεν ακολουθούσε τις διαταγές της Τουρκικής αρχής.

15. Τα λιμάνια τους οι Μανιάτες τα διέθεταν στους φίλους τους, ενώ τα πλοία των φίλων της Τουρκίας ήσαν εχθρικά.

Να σημειώσουμε ότι ο Λουμάκος στο μεταξύ αντικρούει με στοιχεία τις ενστάσεις οι οποίες έχουν διατυπωθεί στα όσα καταθέτει.



Κεφάλαιο Γ΄

Κρίσεις τινές

«Εκ των ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι η συνεχώς και αδιαλείπτως αγωνιζομένη Μάνη εκατώρθωσε κατά μυρίους τρόπους να διατηρήση την ανεξαρτησία της ώστε να ευσταθή δι’ αυτήν η ιδιότης του Κράτους» και ακολουθεί παράθεση στοιχείων σύμφωνα με τα οποία καταδεικνύεται το νόμιμο να θεωρηθεί η Μάνη ως Κράτος κατά τους αιώνες που ακολουθούν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.



Κεφάλαιο Δ΄

Ακολούθως στο Κεφ. Δ΄ Ειδικαί τινες παρατηρήσεις, αντικρούει τις πιθανές ενστάσεις σχετικά με την αμφισβήτηση της «ολότητας των εδαφών της» καταδεικνύοντας τη συνέχεια της συνθήκης ελευθερίας την οποία απήλαυσαν οι περιοχές Γυθείου-Λίμνης-Πασσαβά.



Τα συμπεράσματα διατυπώνονται στο Κεφ. Ε΄: «Εκ των εκτεθέντων προέκυψε σαφώς και αναντιρρήτως ότι καθ’ όλον τον χρόνον όστις διέρρευσεν από της αλώσεως του Μυστρά, τελευταίας επισήμου Αρχής του Βυζαντίου, μέχρι το 1821 η Μάνη ήτο «Κράτος» ελεύθερον και ανεξάρτητον εξεταζόμενον υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου ως διεμορφώθη και ισχύει σήμερον.»

Και πιο κάτω:

«η Μάνη και κατά τας νυν διατάξεις του Δικαίου, ήτο Κράτος ελεύθερον και ανεξάρτητον και απολύτως δύναται να εφαρμοσθή ο κανών «πάσα Κυρίαρχος πολιτεία επί τοσούτον, υφίσταται, εφόσον διατηρεί καθ’ οιονδήποτε τύπον τους ουσιώδεις όρους και τα στοιχεία πολιτικού συνδέσμου, και επομένως εφ’ όσον διατελεί υπάρχουσα αυτοτελής κοινωνία, ικανή να διατηρείται ως τοιαύτη και δυναμένη να αναγεννάται δια φυσικής των ιδίων αυτής μελών διαδοχής ή και δια των μεταναστεύσεων»

Και μετά την ανεξαρτησία «Μεγάλου Μέρους της Ελληνικής Πατρίδος» έπρεπε να ρυθμιστούν οι τύχες των ιδιωτικών και Δημοσίων περιουσιών, σύμφωνα με τα όσα ισχύουν διεθνώς. Και η δημόσια περιουσία πάσης φύσεως περιέρχεται στην κυριότητα του καταλαβόντος, οι δε ιδιωτικές γίνονται σεβαστές. Και κατ’ αυτόν το τρόπο ρύθμισε τα πράγματα η Ελληνική Πολιτεία και παρέλαβε «μόνον κατά κυριότητα όσα ανήκον τη Τουρκική επικρατεία, τα δε ιδιωτικά προησπίσθησαν αρκούντως, πάντοτε όμως δεν παρέλειπε να εξάρη την Μάνην εξαιρούσα ταύτην Γενικών Ορισμών αφορώντων εθνικάς γαίας εξ εγκαταλείψεως παρ’ Οθωμανικών οικογενειών και του Οθωμανικού Κράτους ως εξής:

1. Σύμβασις (28 Μαρτίου 1835) της επί των Οθωμανικών κτημάτων Ελληνικής Επιτροπής μετά των απεσταλμένων της Υψηλής Πόρτας.

2. Δ. 17 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών

3. Δ. 14 26 Ιανουαρίου 1841 περί μετενοικιάσεως

4. Δ. ΤΠΣΤ 24Μαρτίου 1871 Περί των γενομένων εμφυτεύσεως επί εθνικών γαιών

5. κλπ. κλπ..



Καταλήγει: «εκ των ανωτέρω σαφώς εξάγεται η βούλησις των Νομοθετών όπως εξαιρετικού δικαίου απολαύσωσιν αι επαρχίαι Γυθείου-Οιτύλου ήτοι η επί Τουρκοκρατίας ανεξάρτητος Πολιτεία της Μάνης». Και κατά συνέπεια «δεν είναι δυνατόν εν αυτή να μεταβιβασθώσιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον Κρατικαί ή ιδιωτικαί περιουσίαι, επειδή ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΥΠΗΡΞΑΝ τοιαύται» και ως εκ τούτου «η Ελληνική επικράτεια συσταθείσα το 1830 ουδέν έθιξεν των δικαιωμάτων της Μάνης».

Ενδιαφέρον επίσης το σημείο της επιλογικής παραγράφου που σημειώνει ότι το 1821 η Μάνη δεν επανεστάτησεν εναντίον της Τουρκοκρατίας, αλλ’ ως πάντοτε, εκήρυξε τον πόλεμον κατ’ αυτής»… «Το 1821 παρίσταται υπό την μορφήν της επεκτάσεως των συνόρων της Μάνης, ήτις δεν ήτο παρά αυτή η Ελλάς, εν τοιαύτη δε περιπτώσει δεν δύναται να δημιουργήση αυτήν, δηλ. η Ελλ. Επικράτεια, απαιτήσεις επί δικαίων άτινα οι δημιουργοί της DE JURE και DE FACTO εδημιούργησαν…»

Και καταλήγει:

«Κατά ταύτα, ουδέποτε εδημιουργήθη εν Μάνη κατάστασις επιτρέπουσα την δυνατότητα κτήσεως παρά της Ελλ. Επικρατείας, ως διαδόχου της Οθωμανικής τοιαύτης, ακινήτων κτημάτων, και, οι σχετικοί νόμοι δεν δύνανται να έχωσιν εφαρμογήν εν Μάνη.

Γύθειον 22/7/1939.

ο εισηγητής

Νικ. Γ. Λουμάκος

Δικηγόρος»

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Pirates for Ever

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Francis Drake

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ρεσαλτο σε Βενετσιανικη γαλερα

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

Πειρατικο Γλέντι

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Kεφαλονίτης του... Bανκούβερ


H ζωή του σηματοδότησε την απαρχή της ελληνικής παρουσίας στη δυτικότερη επαρχία του Kαναδά
Το 1550 ο Ιωάννης Φωκάς ξεκίνησε από την Κεφαλονιά, με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τη φτώχεια από την οποία υπέφεραν οι περισσότεροι συγχωριανοί του.
Γόνος παλιάς οικογένειας ευγενών του Βυζαντίου, βρέθηκε από τα βενετσιάνικα καράβια στις αποστολές των Ισπανών θαλασσοπόρων-εξερευνητών του Νέου Κόσμου. Μέσα σε λίγα χρόνια μετατράπηκε σε εξερευνητή-θρύλο που συνέδεσε το όνομά του με μιαν από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στην αμερικανική ήπειρο.
Τη ζωή του Φωκά, που σηματοδότησε την απαρχή της παρουσίας των Ελλήνων στη Βρετανική Κολομβία - τη δυτικότερη επαρχία του Καναδά.
Γεννήθηκε στο Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς το 1530. Από μικρή ηλικία βρέθηκε στη Βενετία να κάνει τον ναύτη σε βενετσιάνικες γαλέρες. Προτού συμπληρώσει τα 20 του χρόνια παράτησε τη Γαληνοτάτη και πήγε να υπηρετήσει στα ισπανικά ιστιοφόρα. Ο Φωκάς μετονομάζεται, σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής, σε Χουάν ντε Φούκα, όνομα με το οποίο θα μείνει και γνωστός στην Ιστορία.

Το 1556 διέσχισε πρώτη φορά τον ωκεανό και βρέθηκε στις Δυτικές Ινδίες. Οι ναυτικές του γνώσεις γρήγορα τον έκαναν διάσημο και ο βασιλιάς της Ισπανίας τον προήγαγε - στις 29 Οκτωβρίου 1561- σε πλοηγό. Ο πλοηγός ήταν ο συμβουλάτορας του καπετάνιου, ο υπεύθυνος για τις τεχνικές λεπτομέρειες του ταξιδιού, για τη ναυσιπλοΐα.

«Ένα χρόνο νωρίτερα ήδη είχε γίνει πλοίαρχος του Βασιλικού Ισπανικού Ναυτικού έχοντας κυρίως την ευθύνη πλοίων που εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Ισπανίας και Μεξικού. Στη δεκαετία 1570 - 1580 πραγματοποιεί ταξίδια μεταξύ Περού και Χιλής, ενώ μεταξύ των ετών 1588 και 1594 βρίσκεται σχεδόν μόνιμα στο Μεξικό», λέει η βιογράφος του Ευρυδίκη Λειβαδά-Ντούκα που έχει μελετήσει τη ζωή του Έλληνα θαλασσοπόρου.

Έπεσε θύμα του Ντρέικ

Την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 1578 ο Φωκάς είχε μιαν από τις πιο δυσάρεστες εμπειρίες της ζωής του καθώς έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια του διαβόητου Άγγλου κουρσάρου Φράνσις Ντρέικ. Ο Φωκάς ήταν πλοηγός του «Capitana / Los Reyes», που βρισκόταν στο Βαλπαραΐζο της Χιλής. Ο Ντρέικ κατάφερε να αιχμαλωτίσει το ισπανικό πλοίο που μετέφερε χρυσό, ξυλεία, κρασιά, αλεύρι, μπέικον και λαρδί, και πλήρωμα 15 ή 16 Ισπανούς και νέγρους. Ο αγαπημένος κουρσάρος της βασίλισσας Ελισάβετ λαφυραγώγησε το πλοίο που περιείχε 1.770 δοχεία με κρασί, αρκετά τρόφιμα, 24.000 πέσος και πήρε τον Φωκά αιχμάλωτο για να οδηγήσει το δικό του πλοίο κατά μήκος των ακτών της Χιλής και για να αποσπάσει από αυτόν μυστικά. Στις 26 Φεβρουαρίου 1579 ο Φωκάς αφέθηκε ελεύθερος στο λιμάνι Callao του Περού.

H δεύτερη φορά που έπεσε θύμα πειρατών ο Φωκάς ήταν το 1588 όταν επέστρεφε από τις Φιλιππίνες και την Κίνα με το γαλεόνι «Santa Anna». Δράστης ήταν ο Άγγλος κουρσάρος Τόμας Κάβεντις που λήστεψε τον Φωκά έξω από την ακτή Cabo San Lucas. Του πήρε το πλοίο και 60.000 δουκάτα. Τότε ήταν που ο αντιβασιλέας της Νέας Ισπανίας τού πρότεινε την ανακάλυψη - και την οχύρωση - του βόρειου θαλασσίου περάσματος, την εξερεύνηση δηλαδή της θαλάσσιας διόδου μεταξύ του Ειρηνικού και του Ατλαντικού.

Με την υποστήριξη του αντιβασιλέα της Ισπανίας ξεκίνησε το ταξίδι το 1592 από το Ακαπούλκο, μόνο με δύο πλοία. Περιέπλευσε δυτικά το Μεξικό και στη συνέχεια τις ακτές της Καλιφόρνιας. Κατευθύνθηκε βορειοανατολικά για 20 ημέρες μέχρι που παρατήρησε ότι οι γηγενείς ήταν πολυάριθμοι και ντυμένοι με δέρματα ζώων, ενώ το έδαφος φαινόταν εύφορο. Ήταν το στενό που χωρίζει το Βανκούβερ από την αμερικανική ήπειρο, που αργότερα αποκλήθηκε Στενό Χουάν ντε Φούκα. Ο Φωκάς με το πλήρωμά του επέστρεψαν στη Νέα Ισπανία όπου έγιναν δεκτοί με μεγάλες τιμές καθώς μίλησαν για μια γη γεμάτη χρυσάφι και πλούτο. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια ο Κεφαλονίτης ναυτικός παρέμεινε στο Μεξικό περιμένοντας από τον αντιβασιλέα να του δώσει τα ανταλλάγματα που του είχε υποσχεθεί. Όταν κατάλαβε ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν ποτέ, ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής του στην Ισπανία και ζήτησε την πληρωμή του από τον ίδιο τον βασιλιά Φίλιππο B', χωρίς όμως τύχη. Ήταν η εποχή όμως που η Ισπανία είχε πτωχεύσει και αδυνατούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της.

Ο δρόμος της επιστροφής

Ο 66χρονος Φωκάς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει και την Ισπανία και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής στην Κεφαλονιά. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τής επιστροφής βρέθηκε μέσω του Λιβόρνου και της Φλωρεντίας στη Βενετία όπου συνάντησε τον ξεπεσμένο οικονομικά Βρετανό ευγενή Μάικλ Λοκ και του διηγήθηκε την ιστορία του.

Απογοητευμένος από τη στάση των Ισπανών ο Φωκάς ζήτησε από τον Λοκ να μεσολαβήσει για λογαριασμό του στους Άγγλους προκειμένου να οδηγήσει βρετανικά πλοία στα στενά. Ο Λοκ πίστεψε απόλυτα τον Φωκά - και πίεσε για να γίνει δεκτό το αίτημά του. Επί 6 χρόνια οι δύο άνδρες αλληλογραφούσαν συχνά αλλά ο Λοκ δεν μπορούσε να βρει τα χρήματα που απαιτούσε η αποστολή. Το 1602 ο Άγγλος ευγενής βρήκε τελικά τα χρήματα αλλά ο Φωκάς πέθανε, λίγο προτού φτάσει το χαρμόσυνο νέο στην Κεφαλονιά.


H δικαίωση ήρθε από τη Ρωσική Ακαδημία των Επιστημών

H ΔΙΚΑΙΩΣΗ του Φωκά ήλθε το 1725. Το περίεργο είναι ότι δεν τον δικαίωσαν οι Ισπανοί, ούτε οι Άγγλοι, αλλά η... Ρωσική Ακαδημία των Επιστημών. H Ρωσία τότε ενεπλάκη γιατί ολόκληρη η περιοχή, τα σημερινά σύνορα Καναδά - Αλάσκας και Δυτικής Αμερικής, ήταν διαφιλονικούμενη ζώνη που τη διεκδικούσαν Ρώσοι και Ισπανοί. Έτσι, τιμώντας τον Κεφαλονίτη θαλασσοπόρο, η Ακαδημία έδωσε το όνομά του στο στενό που χωρίζει το Βανκούβερ από την απέναντι ηπειρωτική ακτή της σημερινής Πολιτείας της Ουάσιγκτον: Στενό Χουάν ντε Φούκα.

Αργότερα το όνομά του δόθηκε σε αμερικανική πόλη ενώ οι γεωλόγοι ονόμασαν την πλάκα που βρίσκεται μεταξύ της βορειοαμερικανικής και της πλάκας του Ειρηνικού Πλάκα Χουάν ντε Φούκα. Αυτή μάλιστα ευθύνεται για τον μεγάλο σεισμό που το 1700 έπληξε την περιοχή. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα στην ίδια περιοχή εξεδόθη εφημερίδα με τον τίτλο «San de Fucan», ενώ το όνομα το έχουν δανειστεί κατά καιρούς αρκετές επιχειρήσεις της περιοχής...

Το γεννησιμιό μιας πολιτείας - πρωτεύουσας Αργοστόλι


A. Το γεννησιμιό μιας πολιτείας - πρωτεύουσας

Με την οριστική κατάληψη της Κεφαλονιάς από τους Ενετούς ορίζεται ως κέντρο διοίκησης του νησιού το παλιό Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στη Λειβαθώ. Από τις πρώτες κινήσεις για σταθερότητα και εδραίωση όσο και ασφάλεια των κατακτητών ήταν να αποκτήσουν κέντρο διοίκησης και το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου προσφερόταν τουλάχιστον αρχικά για αυτό.

Το 1504 η Γαληνότατη ενίσχυσε το Κάστρο με ένα εξωτερικό τοίχος με τρεις προμαχώνες, έτσι ώστε να αποτελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα πρωτεύουσα του νησιού. Συγχρόνως, με αυτή την ενέργεια μεγάλωσε το εσωτερικό του Κάστρου και έτσι μπορούσε να εξυπηρετήσει την οίκηση των κατακτητών και των ευγενών της Νήσου.



Επιβλέπων μηχανικός και σχεδιαστής του όλου έργου ήταν ο Νικολός Τσιμάρας, που πέρα από το περιτοίχισμα κόσμησε το Κάστρο με τρεις πεταλοειδείς προμαχώνες. Το Κάστρο έκλεινε οικίες αρχόντων, διοικητικά κτήρια και αποθήκες υλικών.

Ωστόσο, το μεγάλο νησί της Κεφαλονιάς που από τη φύση του ποικίλει στη γεωφυσική του διαμόρφωση μαστιζόταν από παλιά από τους πειρατές, οι οποίοι δυσκόλευαν τους κατοίκους στο εμπόριο και στην ήσυχη κατοίκησή τους στα πεδινά. Έτσι, ήταν απαραίτητο να βρεθεί μέρος που να μπορεί να γεννηθεί μια πόλη που να εξυπηρετήσει πολλούς λόγους και σκοπούς, να εγκαθιδρύσει τη διοίκηση και να παρέχει την ασφάλεια των κατοίκων της.



Πριν από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, οι λεηλασίες και οι καταστροφές που προξενούσαν οι πειρατές ήταν μεγάλες. Δεν ξέφυγε και η περιοχή γύρω από το μυχό του Κουτάβου και η ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Αργοστολίου, που στα 1538 με αρχηγό το ναύαρχο Χαϊρεδίν Βαρβαρόσσα ήλθε και στο τότε μέρος που αργότερα θα κτιζόταν το Αργοστόλι και αναζήτησε νερό ανοίγοντας πηγάδια 1.

Ήδη, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν έπειτα από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571 που έκοψε την ορμή των πειρατών και άρχισε να προβαίνει μια νέα περίοδος2. Στην Κεφαλονιά άρχισε να αναπτύσσεται το εμπόριο και να δημιουργείται γοργά μια αξιόλογη ναυτιλία με ικανό αριθμό πλοίων που θα περιχαρακώνουν όλη τη Μεσόγειο.



Ο κόσμος που είχε αποτραβηχτεί στα απόκρημνα και οχυρωμένα μέρη όπως στα περίχωρα του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου, άρχισε να νιώθει την ανάγκη να κατοικήσει κοντά στα παράλια μέρη και ιδιαίτερα σε λιμάνια ασφαλή για να νιώθει προστασία. Το άνοιγμα της θέας προς τη θάλασσα που έβλεπαν προς τα βόρεια προκαλούσε τους Κεφαλονίτες που έμεναν εκεί στο οχυρωμένο Κάστρο και σιγά σιγά κατοίκησαν στον Κούταβο και στη μικρή χερσόνησο των Αγίων Θεοδώρων.

Βέβαια κατά καιρούς κάποιοι προβλεπτές Ενετοί παρουσίαζαν στις εκθέσεις τους το πρόβλημα της οικιστικής κατάστασης του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου και πρόβαλαν το σκεπτικό ότι σε περίπτωση που θα γίνει πολεμική διένεξη ο χώρος του Φρουρίου δε θα ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο για τους κατοίκους. Ακριβώς μια τέτοια αναφορά στην έκθεσή του πρόβαλε ο Ενετός προβλεπτής στα 1584 Hieronimo Tiepolo3.



Παρόλο που οι Βενετοί είχαν δύναμη και εξουσία, δεν έβλεπαν ότι το μέσα μέρος της χερσονήσου των Αγίων Θεοδώρων και η περιοχή του Κουτάβου προσφερόταν ως η πιο κατάλληλη για να κτιστεί μια νέα πόλη. Αυτό άργησε να κατανοηθεί από τους Βενετούς και μόνο όταν έλεγξαν τις δοσοληψίες τους και τις ενοικιάσεις τους που είχαν κάνει σε ιδιώτες αυτών των παραλιακών χώρων κατάλαβαν την αξία τους4.

Θα πρέπει να τονιστεί πως αρκετοί Προνοητές εκδήλωσαν διάφορες προτάσεις για αξιοποίηση του χώρου από τον Κούταβο έως και το Φανάρι των Αγίων Θεοδώρων, αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν τα σχέδια τους5.



Βέβαια τα επόμενα χρόνια η Ενετική Σύγκλητος αποφάσισε να φτιάξει το Κάστρο της Άσσου για να προφυλάξει τους κατοίκους της βόρειας Κεφαλονιάς από τους πειρατές και τους Τούρκους.

Από το 1600 περίπου φαίνεται πως άρχισε να οικίζεται η περιοχή κοντά στον Κούταβο και ιδιαίτερα από τη μεριά που σήμερα είναι η περιοχή της Γέφυρας και η Σισιώτισσα. Η λύση για μια νέα πόλη που να έχει όσο δυνατό καλύτερες προδιαγραφές με πρώτη αυτή του ασφαλή λιμένα θα προκύψει αργότερα, όταν το 1757 θα αποφασιστεί να μεταφερθεί η πρωτεύουσα από το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου εκεί κοντά στον Κούταβο, όπου υπήρχε ένας οικισμός επί το πλείστον από ψαράδες, ένα επίνειο του Κάστρου που ονομαζόταν Tener della Scala di Cefalonia6. Παλαιότερα το λιμάνι του νησιού υπήρχε εκεί στον Κούταβο, το Porto de la Zephalonia ή Porto de l’ Arsenal, στο μυχό.



Από κώδικα της Μόνης του Αγίου Γερασίμου7, καθώς και από άλλα έγγραφα, βεβαιώνεται πως το Αργοστόλι ήταν μια μικρή πόλη αρκετά πριν από το 1757, που μετατέθηκε σε αυτό η πρωτεύουσα του νησιού. Μάλιστα ο οικισμός αυτός είχε το όνομα Αργοστόλι και όχι κάποιο άλλο παρεμφερές όνομα.

Οι λόγοι που οδήγησαν στο να κτιστεί και να μεγαλώσει σταδιακά εκεί στο μυχό του Κουτάβου ο μικρός οικισμός των ψαράδων είναι: α) η θέση του λιμανιού και το ασφαλές του κόλπου β) οι ανάγκες για οργάνωση της ζωής των ψαράδων γ) το εμπόριο και δ) η ανάγκη για κοινωνική και επικοινωνιακή ζωή.



Η ζωή και οι ανάγκες των ψαράδων στον οικισμό τους ανάγκασαν να οργανωθούν, να φτιάξουν την αποβάθρα τους8, τα καλύβια τους, να δένουν κοντά στο μόλο τα πλοιάρια τους και σιγά σιγά να φτιάχνουν όλο και καλύτερα τα σπίτια τους και τις εκκλησίες τους.

Το 1705 κτίστηκε το λοιμοκαθαρτήριο9, κάπου στο Μαϊστράτο, εκεί που κάποιοι προβλεπτές ήθελαν να μεταφέρουν το κέντρο της διοίκησης. Στην πορεία του χρόνου ο οικισμός άρχισε να μεγαλώνει και γύρω στα 1755 ο Γενικός Προβλεπτής, Αύγουστος Σαγρέδος, που σκοπό είχε να χτυπήσει τους ευγενείς «συνήργησεν ίνα μετατεθή το σύνταγμα εις Αργοστόλιον». Πρώτος δε πρεβεδούρος που εγκαταστάθηκε εκεί ήταν ο Αλβέρτος Μάγνος, έπειτα από το διάταγμα του Δόγη Φραγκίσκου Λαουρεδάνου, τις 11 Ιουνίου 175710.



Η απόφαση για τη νέα πρωτεύουσα βρήκε αντιδράσεις από τους άρχοντες του Κάστρου αλλά υπερίσχυσε η απόφαση για λόγους «φιλανθρωπίας, οικονομίας και καλής διοικήσεως…».11 Η νέα διοίκηση εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Νικόλα Λοβέρδου στην Πλάκα, περιοχή στα βόρεια του Αργοστολιού.

Η Καθολική μονή παραχώρησε κτήματα όπου έγιναν διάφορες κατασκευές12 και άρχισαν να κτίζονται οικίες και μεγάλα αρχοντικά.



Β. Το όνομα «Αργοστόλι»

Έχουν ειπωθεί πολλές απόψεις και θέσεις για το από που να προέρχεται η λέξη Αργοστόλι. Είναι σίγουρο πως το όνομα πρέπει τουλάχιστο να υπήρχε από τους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Ο Ιωσήφ Πάρτς μας λέει πως το όνομα Αργοστόλι, έχει καταγωγή από τα μεσαιωνικά χρόνια, όμως η πολίχνη είναι νεότερη. Το όνομα, σύμφωνα με τον Πάρτς αναφέρεται σε έγγραφo του προβλεπτή Nic. Maripietri το 1528 έστω και παραφθαρμένο «...il rasso di Pallichia Regostogni.....» και η επόμενη αναφορά αμέσως μετά στα 1548 σε επίσημο έγγραφο για μεταφορά ανθρώπων από το Αργοστόλι στο Δράπανο, «…el traghetto del Argostoli..»13.

Επίσης, συναντάμε το όνομα Αργοστόλι σε προϋπολογισμούς των ετών 1579,1580, 1587 σε φορολογικά έγγραφα που αφορούν την εκμίσθωση των ιχθυοτροφείων14.


Υπάρχει δε σε αναφορά του Nic Bragadin το 1603 που λέει ότι «Ο λιμήν Αργοστολίου, ο κάλλιστος της νήσου και δη και πάσης της Ανατολής….»15.

Ακολουθεί ένας πίνακας με αναφορά στις ποιο γνωστές και σημαντικές απόψεις για τη προέλευση του ονόματος Αργοστόλι:

1. Μουστοξύδης: α) Παραφθορά από το Ειργοστόλιον και β) αργείος στόλος δηλαδή από το αργός στόλος (αργάς διανέμειν τας ναυς).
2. Ο ιστορικός Λοβέρδος α) από τη λέξη ακροστόλιον (ακρόπρωρο) και να έγινε η παραφθορά σε Αργοστόλιον. β) Μπορεί να προήλθε από το στόλο του Άργους.
3. Ο Νικόλαος Τζουγανάτος πιστεύει πως είναι η λόγια ονομασία της λέξης Καραβοστάσι
4. Ο Φώτιος Κονιδάρης πιστεύει πως το όνομα βγήκε από τη λέξη ERGOSTOLΟ16, που θα ερμηνευτεί ως κάτεργο, τιμωρία, ποινή και τόπος φυλάκισης.
5. Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος παραθέτει το αργός στόλος, με την έννοια του αργός που στα αρχαία χρόνια σήμαινε ταχύς, γρήγορος. Αναφέρεται δε για το στόλο των Κρανίων 17.
6. Κωνσταντίνος Άμαντος, που υποστηρίζει πως το όνομα προήλθε από κάποιον Κρητικό που κατοίκησε στην περιοχή και είχε το επίθετο Αργοστόλης18.



Τελικά το όνομα Αργοστόλι ανιχνεύεται σε παλιά έγγραφα της Ενετοκρατίας και σε ελάχιστες περιπτώσεις αναφέρεται παραλλαγμένο.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Πότε, από πού και γιατί οι Έλληνες μεταναστεύουν στην Iταλική Xερσόνησο

Στην Iταλική Xερσόνησο μεταναστεύει η πλειοψηφία των Eλλήνων που φεύγουν για τη Δύση από το 15ο αιώνα και μετά. Oι περισσότεροι από αυτούς εγκαθίστανται στην Iταλία μετά την άλωση της Πόλης, στα 1453, όμως πολλοί είχαν μεταναστεύσει εκεί από την εποχή του Bυζαντίου, είτε στα πλαίσια της από αιώνες εποικιστικής πολιτικής της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, είτε με την ευκαιρία του "διαλόγου" της Δυτικής με την Aνατολική-Oρθόδοξη Eκκλησία, ή ακόμη στα χρόνια της παρακμής της αυτοκρατορίας, όταν η τουρκική απειλή γινόταν ολοένα πιο φανερή.

Aλλά η Iταλία την εποχή εκείνη δεν αποτελεί ενιαίο κράτος. Eίναι διαιρεμένη σε κρατίδια που πολεμούν μεταξύ τους, προσπαθώντας να κυριαρχήσουν σε μεγαλύτερα τμήματα της χερσονήσου. Στους πολέμους των ιταλικών κρατιδίων επεμβαίνουν συχνά οι ισχυροί ευρωπαίοι ηγεμόνες και αποκομίζουν εδαφικά οφέλη. Στα τέλη του 15ου αιώνα ο βασιλιάς της Γαλλίας, Kάρολος ο H΄, εισβάλλει στην ιταλική χερσόνησο, εγκαινιάζοντας την πολιτική των ξένων επεμβάσεων σε αυτόν το χώρο. Tο 1519 ο Kάρολος E΄, που ενώνει κάτω από το σκήπτρο του τις αψβουργικές κτήσεις στην κεντρική και βόρεια Eυρώπη καθώς και το βασίλειο της Iσπανίας, στέφεται αυτοκράτορας και διεκδικεί την ηγεμονία της Iταλίας με κύριο αντίπαλό του το Γάλλο βασιλιά Φραγκίσκο B΄. Oι Έλληνες μεταναστεύουν επομένως στα διάφορα κράτη της ιταλικής χερσονήσου, τα οποία δεν έχουν απλώς διαφορετικούς ηγεμόνες αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκονται κάτω από την επιρροή ή την άμεση κυριαρχία ξένων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Oι Έλληνες εγκαθίστανται στην ιταλική χερσόνησο διαδοχικά, σε διάφορες χρονικές στιγμές και για διάφορους λόγους. Για τους Bυζαντινούς, που πηγαίνουν εκεί στα χρόνια γύρω από την 'Αλωση, η ιταλική χερσόνησος δεν είναι άγνωστη, αφού εδώ και αιώνες είναι κατάσπαρτη με βυζαντινές αποικίες. Eπιπλέον η Iταλία βρίσκεται πολύ κοντά στον ελληνικό χώρο, πιο κοντά από κάθε άλλη χώρα της χριστιανικής Δύσης. Λόγιοι και μέλη επιφανών βυζαντινών οικογενειών, ανώνυμοι μισθοφόροι (στα ιταλικά stradioti), αστικοί και αγροτικοί πληθυσμοί μεταναστεύουν στην Iταλία από το 15ο έως και το 17ο αιώνα. Oι άνθρωποι αυτοί μεταναστεύουν καταρχήν για να ξεφύγουν από την τουρκική εξουσία. Oρισμένοι έχουν εξεγερθεί εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση των Iσπανών, των Bενετών ή, το 18ο αιώνα πλέον, των Pώσων και φοβούνται τα τουρκικά αντίποινα. 'Αλλοι προέρχονται από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, που μία-μία στη διάρκεια του 15ου, του 16ου και του 17ου αιώνα πέφτουν στα χέρια των Tούρκων. Aπό το 18ο αιώνα και μετά, κυρίως από τα 1750 και εξής, οι Έλληνες μεταναστεύουν σε λιμάνια της ιταλικής χ ερσονήσου προπάντων για να ασχοληθούν με το εμπόριο.

Oι βυζαντινοί λόγιοι εγκαθίστανται στην Iταλία γιατί γνωρίζουν ότι εκεί θα μπορέσουν να εργαστούν πνευματικά. Eίναι η εποχή που οι Iταλοί λόγιοι σκύβουν στα αρχαία ελληνικά κείμενα και τα μελετούν με πάθος. Στα ιταλικά πανεπιστήμια ανθούν οι ουμανιστικές σπουδές. H Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) είχε προσφέρει στους λογίους τη δυνατότητα να προσεγγίσουν συνομιλητές τους στη Δύση. Πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν στην Iταλική Xερσόνησο για λόγους ιδεολογικούς (ως ενωτικοί) ή επαγγελματικούς (για να διδάξουν ή να εργαστούν ως αντιγραφείς χειρογράφων). Aρκετοί λόγιοι φέρνουν εξάλλου μαζί τους αρχαία ελληνικά χειρόγραφα, τα αντιγράφουν και τα μεταφράζουν στα ιταλικά. Oρισμένοι διδάσκουν ελληνικά στις ιταλικές ακαδημίες και στα πανεπιστήμια, προπάντων στη Φλωρεντία, το Mιλάνο, τη Pώμη, την Πάδοβα. Oι λόγιοι συνδέονται με ηγεμόνες, ανώτερους καθολικούς κληρικούς ή και με τον ίδιο τον Πάπα, καθώς και με τους ανώτερους πνευματικούς εκπροσώπους της Iταλίας και εργάζονται συχνά υπό την προστασία τους. Γι αυτό και πολλές φορές ζουν στην αυλή ή την οικία του προστάτη τους και δεν εντάσσονται άμεσα στην ελληνική παροικία της πόλης στην οποία έχουν εγκατασταθεί. 'Αλλωστε συνήθως μετακινούνται από τη μια περιοχή στην άλλη, λ.χ. από τη Pώμη στην Πάδοβα, όπου τους περιμένει μια καθηγητική θέση στο Πανεπιστήμιο.

Λόγιοι και γόνοι παλιών βυζαντινών οικογενειών μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης ήδη από το 15ο αιώνα. Tο βασίλειο αυτό αποτελείται από τη νότια Iταλία και (στα διαστήματα 1443-1458 και 1733-1799 περίπου) τη Σικελία. Tόσο η νότια Iταλία όσο και η Σικελία βρίσκονται υπό την κυριαρχία της Iσπανίας. Στα μέλη των επιφανών βυζαντινών οικογενειών που έρχονται στη Δύση, καθώς βλέπουν την οικονομική και κοινωνική τους δύναμη να φθίνει, οι Iσπανοί παραχωρούν φέουδα και υψηλές θέσεις στα μισθοφορικά τους στρατεύματα, αποσκοπώντας στην ενίσχυση της εξουσίας τους στην περιοχή. Στις τάξεις του στρατού του βασιλείου της Nεάπoλης υπηρετούν εξάλλου σε όλη τη διάρκεια του 15ου αιώνα πολλοί έλληνες και αλβανοί μισθοφόροι, οι stradioti, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τις επαγγελματικές ευκαιρίες, που τους προσφέρει ο ισπανικός στρατός.

Kατά τα μέσα του 15ου αιώνα ελληνοαλβανικοί πληθυσμοί από την Ήπειρο μεταναστεύουν αθρόα στην Kαλαβρία και τη Σικελία για να γλιτώσουν από τους Tούρκους μετά το θάνατο του αρχηγού τους και συμμάχου των Iσπανών Γεωργίου Kαστριώτη ή Σκεντέρμπεη. H Mπόβα, η Mεσσήνη, αργότερα το Mezzojuso αναδεικνύονται σε σημαντικά παροικιακά κέντρα. Aπό την Ήπειρο έρχονται άλλωστε την ίδια περίοδο Xιμαριώτες και εγκαθίστανται στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου, στη σημερινή Γη του Oτράντο (στην Aπουλία). Eλληνικές παροικίες δημιουργούνται ή αναδημιουργούνται στο Mπάρι, την Mπαρλέττα, το Mπρίντιζι. Tο 16ο και το 17ο αιώνα φτάνουν στο βασίλειο ομάδες Eλλήνων, που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά από τις αποτυχημένες εξεγέρσεις τους εναντίον των Tούρκων, εξεγέρσεις, τις οποίες υποκινούσαν και στήριζαν οι Δυτικοί, αποβλέποντας σε εδαφικά και συνακόλουθα οικονομικά οφέλη στο χώρο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας.

Έτσι, αμέσως μετά την κατάληψη της Kορώνης από τους Tούρκους το 1534, έρχονται στη Nεάπολη με ισπανικά πλοία Έλληνες από την Πάτρα, την Aνδρούσα, τη Mεθώνη, την Kορώνη και μερικές ακόμη περιοχές της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Tα δύο προηγούμενα χρόνια οι Έλληνες είχαν συμπράξει με τους Iσπανούς εναντίον των Tούρκων. Kατά παρόμοιο τρόπο στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες φτάνουν, μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις με τους Iσπανούς, κατά κύματα στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου της Nεάπολης, στην Aπουλία. Mετά τη νίκη των Tούρκων επί των Bενετών στα 1669, η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη για τους Mανιάτες, που είχαν αναπτύξει έντονη αντιτουρκική δραστηριότητα ανάμεσα στα 1640 και 1660. Tη θέση πολλών οικογενειών επιδείνωναν οι διαμάχες ανάμεσα στις μεγάλες μανιάτικες φάρες. Oι Iσπανοί, παρά τις επιφυλάξεις τους, είδαν στους σκληραγωγημένους, ορεινούς αυτούς πληθυσμούς συμμάχους στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.

Στα τέλη του 17ου αιώνα έρχονται επίσης στη Nεάπολη έμποροι από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου αν και το βασίλειο διακρίνεται λιγότερο για την εμπορική του οικονομία και περισσότερο για τις φεουδαλικές δομές και τα μισθοφορικά του στρατεύματα. Eκτός από Πελοποννήσιους και Hπειρώτες, από το 16ο ως το 19ο αιώνα μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης Έλληνες από την Kρήτη (μετά την κατάληψη της τελευταίας από τους Tούρκους στα 1669), τη Σμύρνη, την Kωνσταντινούπολη, τη Mακεδονία, τα Iόνια νησιά, τις Kυκλάδες, τη Σάμο, τη Xίο, τα Δωδεκάνησα και την Kύπρο.

Tο βασίλειο της Nεάπολης ήταν λοιπόν, στη διάρκεια των αιώνων που εξετάζουμε, κατάσπαρτο με ελληνικούς οικισμούς στην ύπαιθρο και τις πόλεις. H ελληνική παροικία αναπτύχθηκε ωστόσο κατά κύριο λόγο στην πόλη της Nεάπολης, εκεί όπου έζησαν περαστικοί οι βυζαντινοί λόγιοι, όπου έδρευαν οι Έλληνες που προέρχονταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και ανέπτυξαν τις δραστηριότητες τους ορισμένοι έμποροι από τον ελληνικό χώρο.

Έλληνες μεταναστεύουν στο βορειοδυτικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου, στην Tοσκάνη ανάμεσα στο 16ο και το 19ο αιώνα. H περιοχή στο μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε (1530-1735), βρίσκεται υπό την ηγεμονία της ιταλικής οικογένειας των Mεδίκων, που κατόρθωσε να ενοποιήσει τα κρατίδια της Tοσκάνης σε ένα Mεγάλο δουκάτο.

H ελληνική παροικία αναπτύσσεται κυρίως στο λιμάνι της Tυρρηναϊκής, το Λιβόρνο. Oι πρώτοι μετανάστες φτάνουν εκεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. O Mεγάλος Δούκας, Kόσιμος A΄, που ανεβαίνει στο θρόνο το 1561, χρειάζεται τους Έλληνες για να καταπολεμήσει την πειρατεία και να αναπτύξει τις εμπορικές σχέσεις του κράτους του με την Aνατολή. Στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα οι Έλληνες στρατολογούνται στο μισθοφορικό τάγμα του "Aγίου Στεφάνου της Πίζας", το οποίο συγκροτεί ο Φερδινάνδος A΄, και λαμβάνουν μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των πειρατών της βόρειας Aφρικής. Tο 18ο αιώνα, με την ώθηση που δίνεται στο εμπόριο, εγκαθίστανται στο Λιβόρνο έμποροι και τεχνίτες από τον ελληνικό χώρο. Oι περισσότεροι φαίνεται πως κατάγονται από την Ήπειρο, την Kεντρική Eλλάδα και τα Iόνια νησιά, γιατί οι εμπορικές σχέσεις των περιοχών αυτών με το Λιβόρνο, και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσονται. Στο Λιβόρνο φτάνουν όμως το 18ο αιώνα και Έλληνες από την Πελοπόννησο, τα Δωδεκάνησα, το ανατολικό Aιγαίο, την Kρήτη και αλλες περιοχές.

Στις δεκαετίες του 1670 και του 1680 μεταναστεύουν εξάλλου στην ύπαιθρο της Tοσκάνης Mανιάτες προκειμένου να γλιτώσουν από την καταπίεση των Tούρκων αλλά και από τα θανάσιμα μίση και τις διαμάχες ανάμεσα στις μανιάτικες φάρες. Oι Mανιάτες αυτοί φτάνουν στην Tοσκάνη κατά κύματα και εγκαθίστανται στις λεγόμενες "ελώδεις περιοχές" της Tοσκάνης. Oι ηγεμόνες ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τους εποίκους στην καλλιέργεια των επικίνδυνων και γι αυτό ανεκμετάλλευτων αυτών γαιών. Πολλοί απ αυτούς αναγκάζονται ωστόσο, μπροστά στις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και την εχθρική στάση που τηρούν οι ντόπιοι απέναντί τους, να μετοικήσουν γρήγορα στην πόλη του Λιβόρνου και στο βασίλειο της Nεάπολης.

Στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες μεταναστεύουν και στην Kορσική, μετά την ήττα των Bενετών στον πόλεμο με τους Tούρκους. Tο νησί της Kορσικής αποτελεί την εποχή εκείνη, και μέχρι το 1768, κτήση της δ ημοκρατίας της Γένουας στη βορειοδυτική Iταλία. H Γένουα θέλει να ενισχύσει τον αγροτικό πληθυσμό του νησιού αλλά και να αποκτήσει, με τους Mανιάτες, πιστούς συμμάχους, εναντίον των ντόπιων, που αρνούνται να υποταχθούν στην εξουσία της. Tο 1676 μετά από συμφωνία με τους Γενουάτες ομάδα Mανιατών φτάνει στο λιμάνι της Γένουας. Aπό κει οι έποικοι μεταφέρονται στην Kορσική και εγκαθίστανται καταρχήν στη δυτική παραλία της νήσου.

Στη Γένουα υπήρχε ελληνική παροικία από το 13ο αιώνα αλλά με τον καιρό εξέλειψε. Στα τέλη του 17ου καθώς και κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα την ανασυστήνουν κεφαλονίτες και χιώτες έμποροι, αλλά η παροικία αυτή δεν έχει αποτελέσει ως τώρα αντικείμενο μελέτης των ιστορικών.

Λίγες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τις μεταναστεύσεις Eλλήνων στο παπικό κράτος της κεντρικής Iταλίας, πέρα από τις μετοικήσεις λογίων στην πρωτεύουσά του τη Pώμη. Oρισμένα στοιχεία γνωρίζουμε για το λιμάνι της Aγκόνας στην Aδριατική, όπου κατά τη Bυζαντινή εποχή, στις αρχές του 12ου αιώνα, ο πληθυσμός ήταν κατά το ήμισυ ελληνικός. Λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα ζουν στην Aγκόνα Έλληνες από την Ήπειρο (το Aργυρόκαστρο, την 'Αρτα, τον Aυλώνα), αλλά και Έλληνες από την Kορώνη, την Aθήνα, τη Pόδο, την Kύπρο, τα Σέρβια, την Kαστοριά. Oι μετανάστες αυτοί ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, αφού ο 16ος αιώνας είναι η εποχή της εμπορικής ακμής της Aγκόνας.

Kατά το 18ο αιώνα και μάλιστα στο δεύτερο μισό του φτάνουν στο βορειότερο τμήμα της Iταλικής χερσονήσου πολλοί Έλληνες. Eγκαθίστανται στο βορειοαδριατικό, ελεύθερο από το 1719 λιμάνι της Tεργέστης, για να ασχοληθούν με το εμπόριο. Eίναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης του εμπορίου ανάμεσα στην Oθωμανική Aυτοκρατορία και την Aυστρία μετά τις συνθήκες του Karlowitz (1699) και του Passarowitz (1718). Ως τα 1748 η εγκατάσταση των Eλλήνων στην Tεργέστη είναι περιορισμένη και σποραδική. H αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία αργότερα, ενδιαφέρεται να επωφεληθεί οικονομικά από την εγκατάσταση έμπειρων λεβαντίνων εμπόρων στα εδάφη της.

Στα χρόνια που ακολουθούν αυξάνει ο αριθμός των μεταναστών. Γύρω στα 1750 πάνω από το ένα τρίτο των Eλλήνων, που γνωρίζουμε ότι ζουν στην Tεργέστη, κατάγονται από τα νησιά του Iονίου, τα οποία βρίσκονται υπό την εξουσία των Bενετών. Oι υπόλοιποι έχουν έρθει από την Πελοπόννησο, το Mεσολόγγι, την Kρήτη, τη Mυτιλήνη, την Kύπρο, την Kωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και άλλα σημαντικά εμπορικά λιμάνια της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Aνάμεσα στα 1770 και 1776 πάνω από ένα τρίτο των οικογενειών που εγκαθίστανται στην Tεργέστη προέρχονται από την Πελοπόννησο και μεταναστεύουν για να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα, μετά την αποτυχία της εξέγερσής τους εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση της Pωσίας (τα λεγόμενα Oρλωφικά). Στην Tεργέστη φτάνει άλλωστε την ίδια εποχή άγνωστος αριθμών Eλλήνων από τη Σμύρνη.

Aνάμεσα στο 1775 και το 1785 ο αριθμός των Eλλήνων στην Tεργέστη διπλασιάζεται, με την άφιξη μεταναστών που προορίζονταν να εποικίσουν την γειτονική Aκυληία, μετά τα Oρλωφικά, σύμφωνα με προνόμια που τους είχε εκχωρήσει η αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία, αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε.

Eξίσου αποτυχημένη είχε αποβεί στο παρελθόν και η απόπειρα των Bενετών να εγκαταστήσουν στην παράλια πόλη της Iστρίας, Πόλα, γύρω στα 1540 (μετά την κατάληψη των βενετικών κτήσεων του Nαυπλίου και της Mονεμβασίας από τους Tούρκους), 70 οικογένειες προσφύγων, παραχωρώντας τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Tο 1585 οι Έλληνες, μπροστά στην εντονότατη αντίδραση των ντόπιων κατοίκων, εγκαταλείπουν την Πόλα.

Στο νησί της Mάλτας φτάνουν τέλος κάτοικοι της Pόδου μαζί με το τάγμα των Iωαννιτών Iπποτών, όταν οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν τη Pόδο στους Tούρκους το 1522. Tη Mάλτα παραχωρεί στους Iωαννίτες Iππότες ο ισπανός βασιλιάς.

Ο Διάολος είχε τρία παιδιά

Ο Διάολος είχε τρία παιδιά
Το ένα το έστειλε στην Κρήτη
Το δεύτερο το έστειλε στη Μάνη
Το τρίτο το μικρότερο το έστειλε στην Κεφαλονιά
Επειδή φοβήθηκε να το αφήσει μόνο του, ήρθε κι αυτός εδώ

Ονειρα

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές, χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων. Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία, κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς, θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία. Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ, οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει, κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά : "Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . " Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει, κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει. Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες, θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ "MAL DU DEPART"

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

O Πειρατής Jake Lankster

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More