This is featured post 1 title
Replace these every slider sentences with your featured post descriptions.Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these with your own descriptions.This theme is Bloggerized by Lasantha - Premiumbloggertemplates.com.
This is featured post 2 title
Replace these every slider sentences with your featured post descriptions.Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these with your own descriptions.This theme is Bloggerized by Lasantha - Premiumbloggertemplates.com.
This is featured post 3 title
Replace these every slider sentences with your featured post descriptions.Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these with your own descriptions.This theme is Bloggerized by Lasantha - Premiumbloggertemplates.com.
Παρασκευή 29 Μαΐου 2009
Τρίτη 26 Μαΐου 2009
Pirate Party
Posted by Under The Black Flag on 9:19 μ.μ.

Ένα νέο κόμμα από τη Σουηδία διεκδικεί συμμετοχή στο Ευρωκοινοβούλιο: Οι Σουηδοί "Πειρατές", που έχουν ως στόχο τον περιορισμό της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων, την κατάργηση των δικαιωμάτων πατέντας των φαρμακοβιομηχανιών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
«Βασική επιδίωξη του κόμματος των «Πειρατών» είναι η εις βάθος αναδιαμόρφωση του νόμου περί πνευματικών δικαιωμάτων, απαλλαγή των δικαιώματων εκμετάλλευσης ευρεσιτεχνίας και η διασφάλιση των προσωπικών δεδομένων των πολιτών. Με αυτά, και μόνον αυτά, στην ατζέντα μας, θέτουμε υποψηφιότητα για εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό και το σουηδικό Κοινοβούλιο.
Δεν θεωρούμε αυτούς τους στόχους απλά αξιόλογους αλλά πιστεύουμε ότι είναι ρεαλιστικά πραγματοποιήσιμοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα αισθήματα που οδήγησαν στην δημιουργία του κόμματός μας στη Σουηδία είναι διάχυτα σε όλη την Ευρώπη. Υπάρχουν ήδη παρόμοιες πολιτικές πρωτοβουλίες στα σκαριά σε αρκετές χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μαζί, θα μπορέσουμε να θέσουμε νέα πορεία για μια Ευρώπη που αυτή τη στιγμή έχει πάρει επικίνδυνες κατευθύνσεις.» αναφέρουν στην ιστοσελίδα τους οι Σουηδοί «Πειρατές» .
Το κόμμα πλέον εμφανίζεται ως το τέταρτο της χώρας που θα εισέλθει στο Ευρωκοινοβούλιο σε λίγες μέρες. Η πρόσφατη καταδικαστική απόφαση εις βάρος της γνωστής ιστοσελίδας PirateBay φαίνεται να ώθησε χιλιάδες Σουηδών στις τάξεις του ριζοσπαστικού κόμματος. Ωστόσο, το κόμμα διευκρινίζει πως δεν πρέπει να καταργηθούν όλοι οι κανόνες για τα δικαιώματα πάνω στα βιβλία, τη μουσική και τις ταινίες. Η διαχωριστική γραμμή, λένε, πρέπει να είναι η εμπορική και η μη εμπορική χρήση.
Το Πειρατικό Κόμμα της Σουηδίας ιδρύθηκε το 2006, ενώ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές της χώρας είχε λάβει μόλις το 0,6% των ψήφων
Πειρατικο Κόμμα στην Σουηδια
Posted by Under The Black Flag on 7:55 μ.μ.
To Pirate Party μπαίνει στην Ευρωβουλή
Πάνω από 5% των ερωτηθέντων σε δημοσκόπηση σουηδικής εφημερίδας δήλωσαν πως θα ψηφίσουν το Pirate Party της Σουηδίας που χρειάζεται 4% για να μπει στην Ευρωβουλή. Το κόμμα που συστάθηκε το 2006 έχει τριαξονικό λόγο ύπαρξης.
Να αλλάξουν οι νόμοι του copyright. Η κουλτούρα και η γνώση πρέπει να μοιράζονται αφειδώς ώστε το internet να γίνει η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη. Το copyright να έχει πενταετή διάρκεια και όχι 75 χρόνια όπως είναι τώρα. Η μη κερδοσκοπική χρήση να είναι ελεύθερη απ'την πρώτη μέρα κυκλοφορίας ενός δίσκου ή μιας ταινίας.
Να καταργηθούν οι πατέντες στα φάρμακα ώστε ό,τι ανακαλύπτεται να μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα και από άλλους επιστήμονες.
Να υπάρχει μεγαλύτερος σεβασμός στα προσωπικά δεδομένα και την ιδιωτικότητα που καταστρατηγείται με άλλοθι τον κίνδυνο της τρομοκρατίας.
Ποιο είναι το λιγότερο ουτοπικό απ'τα τρία; Μάλλον το πρώτο.
Πάνω από 5% των ερωτηθέντων σε δημοσκόπηση σουηδικής εφημερίδας δήλωσαν πως θα ψηφίσουν το Pirate Party της Σουηδίας που χρειάζεται 4% για να μπει στην Ευρωβουλή. Το κόμμα που συστάθηκε το 2006 έχει τριαξονικό λόγο ύπαρξης.
Να αλλάξουν οι νόμοι του copyright. Η κουλτούρα και η γνώση πρέπει να μοιράζονται αφειδώς ώστε το internet να γίνει η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη. Το copyright να έχει πενταετή διάρκεια και όχι 75 χρόνια όπως είναι τώρα. Η μη κερδοσκοπική χρήση να είναι ελεύθερη απ'την πρώτη μέρα κυκλοφορίας ενός δίσκου ή μιας ταινίας.
Να καταργηθούν οι πατέντες στα φάρμακα ώστε ό,τι ανακαλύπτεται να μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα και από άλλους επιστήμονες.
Να υπάρχει μεγαλύτερος σεβασμός στα προσωπικά δεδομένα και την ιδιωτικότητα που καταστρατηγείται με άλλοθι τον κίνδυνο της τρομοκρατίας.
Ποιο είναι το λιγότερο ουτοπικό απ'τα τρία; Μάλλον το πρώτο.
Πέμπτη 21 Μαΐου 2009
Επιστολή βοηθειας απο αιχμάλωτους του Αλγεριου
Posted by Under The Black Flag on 11:38 μ.μ.
"DEARE FRIENDS,—It is now about 6 yeares since I was most unfortunately taken by a Turkes man-of- [70] warre on the coasts of Barbary, captive into Argiere (Algiers), since which time I have written oft to London to Master Southwood of the upper ground, to Richard Barnard of Duke's Place, Richard Coote of the Bankside, to Master Linger a haberdasher in Crooked Lane, and in that to Master Southwood I sent an inclosed to my father, if living, and other letters to my brothers and friends if not dead. I could never hear whether any of you were alive or dead, which makes me think the letters are either miscarried, or all of you deceased, or gone to other places, or else I know you are so much Christians and friends that you would have looked upon me in such a condition. O! my friends, once more I tell you I am a miserable captive in Argiere, taken by a Flemish vessell two years after I left the warres in Gilderland. My Patroone (master) is one Baron, a French Renegado, that lives in the country, but hires me and another Protestant captive (one Master Robinson, a Norfolk man) out in Argiere, for this time, and if we goe up to the country, you may never hear of us againe; our misery is that the price of our redemption will be no less than 250l, because we are thought to have good friends in England, and we must both goe off together. Master Robinson hath written to his friends, and we have deeply bound ourselves to each other, that we will engage our friends to us both equally. Ah! Father, Brother, friends and acquaintance, use some speedy means for our Redemption. Many hundred slaves have been redeemed from their misery since we came hither, which makes us hope still we may be the next, and then the next, but still our hopes are deceived. We doe pray you therefore, for the Lord Christ's sake that redeemed [71] you, that you would use all possible means for our redemption. There is now a party in England renowned over the Christian world for their piety in this way. O! make your addresse to those noble worthies in the name of Christ for whose sake we suffer. We did never so well understand the meaning of that Psalme, penned by those captive Jewes, held in Babilonish captivity, as now: By the waters of Babilon we sate down and wept when we remembered thee, O! Sion, when we remembered thee, O! England. O! good friends, we hope these our sighs will come to your eares, and move pity and compassion. We are told there is a merchant in London, one Mr. Stanner of St. Mary's Axe, that hath a factor in Legorne (Leghorn), and one Mr. Hodges and Mr. Mico, Londoners, that are dealers there who are able to direct you in the readiest way for our redemption. Deny us not your prayers if you can doe nothing else. It will be some comfort to heare from friends. There is a Post in London that conveys letters into all parts, and you may have an opportunity of letting us heare from you, if you please, within a month or six weeks. The Lord direct your thoughts with waies of love, and strengthen us with faith and Patience.—Your sorrowful friend and brother in Christ,
THOMAS SWEET.
RICHARD ROBINSON.
"From Barbary: September 29, 1646.
THOMAS SWEET.
RICHARD ROBINSON.
"From Barbary: September 29, 1646.
Λιμπεράκης Γερακάρης
Posted by Under The Black Flag on 1:30 μ.μ.
Ο Λιβέριος ή Λιμπεράκης Γερακάρης ήταν Μανιάτης πειρατής και μπέης της Μάνης. Πολέμησε την περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου του 1684-1698, αρχικά με την πλευρά των Τούρκων και στη συνέχεια με την πλευρά των Ενετών.
Γεννήθηκε το 1644 στο Οίτυλο της Μάνης. Καταγόταν από την οικογένεια των Κοσμάδων. Σε ηλικία 15 ετών υπηρέτησε στο ναυτικό των Ενετών ως κωπηλάτης, ενώ αργότερα, αγόρασε ένα πλοίο και έγινε πειρατής.
Την εποχή εκείνη στην Μάνη υπήρχαν δύο ισχυρές οικογένειες, των Ιατρών ή Μεδίκων (Medici = Ιατροί) και των Στεφανόπουλων. Ο Γερακάρης προσέγγισε την οικογένεια του Γιακουμή (Ιάκωβου) Μεδίκου και ζήτησε το χέρι της κόρης του, Μαρίας. Την ίδια είχε ζητήσει προηγουμένως και ο Μιχάλης Λεμηθάκης, που άνηκε στην οικογένεια των Στεφανόπουλων. Ο πατέρας της, την αρραβώνιασε με τον Γερακάρη, αλλά ο Λεμηθάκης την έκλεψε. Το περιστατικό αυτό οδήγησε σε μία μεγάλη βεντέτα στην Μάνη μεταξύ των Μεδίκων και των Στεφανόπουλων[1]. Ο Γερακάρης συνέχισε, ύστερα από αυτή την προσβολή, να επιδίδεται στην πειρατεία μέχρι που συνελήφθει, σε μία επιδρομή, από τους Τούρκους.
Ο Μεγάλος Βεζίρης, Κιοπρουλού Φαζήλ Αχμέτ Πασάς (Köprülü Fazıl Ahmed Paşa), αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως όργανο του τον Γερακάρη, για να υποτάξει τους Μανιάτες, που πάντα δημιουργούσαν προβλήματα. Τον ελευθέρωσε και τον εφοδίασε με άφθονο χρήμα, δίνοντάς του και μυστικές οδηγίες. Ο Γερακάρης επέστρεψε στην Μάνη, όπου χρησιμοποίησε τα χρήματα στην μάχη εναντίων της φατριάς των Στεφανόπουλων. Επίσης, προσπάθησε να πείσει τους Μανιάτες [2] ότι με αυτόν ως μπέη, θα είχαν περισσότερα προνόμια και κανείς Τούρκος δεν θα κατοικούσε την Μάνη. Μετά και τον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) ο Γερακάρης και οι οπαδοί, συνέλαβαν τους εχθρούς τους Στεφανόπουλους και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Αργότερα, συλλαμβάνει και μέλη της οικογένειας των Μεδίκων. Τότε οι Στεφανόπουλοι αναγκάστηκαν να φύγουν για την Κορσική.
Αργότερα, όταν οι Μανιάτες κατάλαβαν την πλάνη, κήρυξαν τον πόλεμο στους Τούρκους. Ο Γερακάρης, τότε, ξανάρχισε την πειρατεία και, μάλιστα, οι πιο μεγάλες του επιθέσεις ήταν εναντίων των Τούρκων. Οι Τούρκοι, όμως, κατάφεραν να τον συλλάβουν ξανά και τον οδήγησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλακίσθηκε στις φυλακές του Μπάνιο (Ναύσταθμος).
Το 1684 ξεκινά νέος πόλεμος των Ενετών ενάντιων των Τούρκων. Στην Ελλάδα διάφορα μέρη επαναστατούν και οι Ενετοί σημειώνουν σημαντικές νίκες. Η Υψηλή Πύλη καταλαβαίνει ότι, κατά ένα μεγάλο μέρος, οι επιτυχίες των Βενετών βασίζονταν στην συνεισφορά των Ελλήνων επαναστατών, και αποφασίζει ότι πρέπει να τους διασπάσει. Αποφασίζουν να εφαρμόσουν πιο φιλελληνική πολιτική. Ανάμεσα στα μέτρα που λαμβάνουν είναι να αποφυλακίσουν και τον Λιμπεράκη Γερακάρη (1689), και τον ορίζουν μπέη της Μάνης, κατά το πρότυπο των Χριστιανών ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας. Στο μεταξύ, αρραβωνιάζεται μυστικά την ανηψιά του πρώην ηγεμόνα της Μολδαβίας Δούκα, Αναστασία, καταγόμενη από τον ευγενή οίκο των Βουχουζεστίδων. Παρά τις αντιδράσεις των υπόλοιπων ευγενών της πόλης, κατάφεραν να παντρευτούν. Ύστερα από λίγες μέρες, αναχώρησε για τον νότο, επικεφαλής 5.000 Τούρκων, εγκαταλείποντας την γυναίκα του.
Το 1691, ενώθηκε με τον σερασκέρη της Ελλάδας Μισιρλή-Ζαδέ και απέστειλε προκηρύξεις προς τους υπόλοιπους Έλληνες να υποταγούν στο σουλτάνο[4]. Αποφασίζουν μαζί με τον σερασκέρη να εισβάλουν στην Πελοπόννησο και να επιτεθούν αρχικά στην Κόρινθο, όμως αποκρούονται από τους εκεί φρουρούς[5]. Ο Γερακάρης στην συνέχεια στρατοπεδεύει στα Μέγαρα και ετοιμάζεται να επιτεθεί στην Ακροκόρινθο με τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες και άλλους χίλιους των πασάδων Γιουρούκ και Αλή. Εκεί προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει ο Μικιέλης. Το 1692, ο Γερακάρης κατέλαβε την Κόρινθο και πολιόρκησε την πόλη ενώ μετά από λίγο, μαζί με τον σερασκέρη επιτίθενται στην Ακροκόρινθο. Ύστερα προχωρούν προς το Άργος και αφού καίνε την πόλη φθάνουν στα τείχη του Ναυπλίου. Ύστερα, λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και υποχωρεί στα Μέγαρα.
Τον Οκτώβριο του 1692, ο Χαλίλ πασάς των Ιωαννίνων προελαύνει εναντίων της Ναυπάκτου. Μετά από λίγο τον ακολουθεί και ο Γερακάρης με 500 άνδρες. Η φρουρά της πόλης καταφέρνει να αποκρούσει την επίθεση και να σώσει την πόλη.
Το 1694, ο Γερακάρης, αφού πρώτα προσπάθησε να εισβάλει με τον σερασκέρη Χαλίλ στην Κόρινθο, αποφασίζει να εκστρατεύσει κατά της Στερεάς Ελλάδας. Στρατοπεδεύει στο Καρπενήσι, όπου προσπαθεί να πείσει τον διοικητή από το μεγάλο αρματωλίκι του Καρπενησίου[6], Μποσίνα, να έλθει με το μέρος του, αλλά αυτός αρνείται, αμφιβάλλοντας για τις υποσχέσεις του. Εκεί, αφού στρατολόγησε πολλούς ντόπιους κατοίκους[7], παντρεύτηκε μια πλούσια νέα από το χωριό Μαυρίλο, που άνηκε σε μία από τις ισχυρότερες και πλουσιότερες οικογένειες, του Χατζή Οικονόμου, με διακλαδώσεις στην Ευρυτανία και στην Υπάτη[8]. Οι Ενετοί προσπάθησαν να πάρουν τον Γερακάρη με το μέρος τους στέλνοντας τον λοχαγό και φίλο του Γερακάρη, Ιωάννη Λάμπρο, να τον πείσει. Η συνάντηση κανονίστηκε στο σπίτι του Γερακάρη στο Βραχώρι. Αν και δεν θέλησε να ακολουθήσει τους Ενετούς, πληροφόρησε τον Λάμπρο για τα μέχρι τότε σχέδια των Τούρκων.
Προσπάθησε πολλές φορές να περάσει τον Αχελώο αλλά νικήθηκε από τους αρματολούς της Αιτωλοακαρνανίας Μεϊτάνη και Σπαθόγιαννο και τον συνταγματάρχη Λουδορέκα, που τον καταδίωξαν μέχρι το Καρπενήσι. Στη συνέχεια, ζήτησε την παράδοση των Σαλώνων. Επιτέθηκε στα Σάλωνα όπου τον αντιμετώπισαν ο Κούρμας και ο Επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος. Η ήττα που γνώρισε ήταν μεγάλη [9]. Ο Γερακάρης υποχώρησε ξανά στο Καρπενήσι, καταστρέφοντας όσα χωριά βρήκε στο δρόμο του.
Το 1695, ο Γερακάρης ενώθηκε με τον Χαλίλ πασά και μέσω του Ισθμού, όρμησε προς την Αργολίδα. Τότε ο διοικητής της Πελοποννήσου Μικέλης έστειλε τον συνταγματάρχη Τόρτο και μαζί με τον Λουδορέκα εισέβαλλαν στο Καρπενήσι και λεηλάτησαν την πόλη, ενώ έκαψαν και το σπίτι του Γερακάρη.
Μαζί με τον νέο σερασκέρη Ιμπραήμ πασά, κίνησε ξανά κατά της Πελοποννήσου. Επιτέθηκε ενάντια στο ελληνικό σώμα υπό τον Λάσκαρη και τον Μόρο και αφού τους έτρεψε σε άτακτο φυγή προέλασε στην Πελοπόννησο, λεηλατώντας περιοχές μέχρι την Τρίπολη. Πυρπόλησε την Καρύταινα και επιτέθηκε κατά του Άργους, αλλά εκεί αποκρούσθηκε.
Οι Ενετοί αποφάσισαν να προσεγγίσουν ξανά τον Γερακάρη, που αποτελούσε και τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ταυτόχρονα οι νέες επαφές με τον Λάμπρο -που μαζί με τους Παναγιώτη Δοξαρά και τον ηγούμενο της Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας, Ιάκωβο[10], έπεισαν τον Γερακάρη να αλλάξει, τελικά, πλευρά - αλλά και η στάση του Γερακάρη, κίνησε τις υποψίες των Τούρκων, που προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν, δηλητηριάζοντάς τον. Αφού κατάλαβε το δόλο, έφυγε και επιβιβάστηκε σε Ενετικά καράβια. Εκεί, έλαβε τον τίτλο του «τοπάρχη της Ρούμελης» και ονομάσθηκε «ιππότης του αγίου Μάρκου».
Το 1697, οι Ενετοί αποφάσισαν να επιτεθούν στο σερασκέρη στη Θήβα. Ο Γερακάρης αποβιβάστηκε στα Σάλωνα ενώ ταυτόχρονα, σώμα Αλβανών επιτέθηκε από τον Ισθμό λεηλατώντας μέχρι την Θήβα[11]. Ο Γερακάρης εισήλθε στη Ήπειρο και λεηλάτησε την Άρτα. Κάτοικοι της πόλης πληροφόρησαν τον Δόγη της Βενετίας για τα γεγονότα της καταστροφής της πόλης. Οι Βενετοί συνέλαβαν τον Γερακάρη, του αφαίρεσαν τα προνόμια και τον έκλεισαν στη φυλακή. Το 1710 ο Γερακάρης πέθανε φυλακισμένος στην Μπρέσια.
Γεννήθηκε το 1644 στο Οίτυλο της Μάνης. Καταγόταν από την οικογένεια των Κοσμάδων. Σε ηλικία 15 ετών υπηρέτησε στο ναυτικό των Ενετών ως κωπηλάτης, ενώ αργότερα, αγόρασε ένα πλοίο και έγινε πειρατής.
Την εποχή εκείνη στην Μάνη υπήρχαν δύο ισχυρές οικογένειες, των Ιατρών ή Μεδίκων (Medici = Ιατροί) και των Στεφανόπουλων. Ο Γερακάρης προσέγγισε την οικογένεια του Γιακουμή (Ιάκωβου) Μεδίκου και ζήτησε το χέρι της κόρης του, Μαρίας. Την ίδια είχε ζητήσει προηγουμένως και ο Μιχάλης Λεμηθάκης, που άνηκε στην οικογένεια των Στεφανόπουλων. Ο πατέρας της, την αρραβώνιασε με τον Γερακάρη, αλλά ο Λεμηθάκης την έκλεψε. Το περιστατικό αυτό οδήγησε σε μία μεγάλη βεντέτα στην Μάνη μεταξύ των Μεδίκων και των Στεφανόπουλων[1]. Ο Γερακάρης συνέχισε, ύστερα από αυτή την προσβολή, να επιδίδεται στην πειρατεία μέχρι που συνελήφθει, σε μία επιδρομή, από τους Τούρκους.
Ο Μεγάλος Βεζίρης, Κιοπρουλού Φαζήλ Αχμέτ Πασάς (Köprülü Fazıl Ahmed Paşa), αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως όργανο του τον Γερακάρη, για να υποτάξει τους Μανιάτες, που πάντα δημιουργούσαν προβλήματα. Τον ελευθέρωσε και τον εφοδίασε με άφθονο χρήμα, δίνοντάς του και μυστικές οδηγίες. Ο Γερακάρης επέστρεψε στην Μάνη, όπου χρησιμοποίησε τα χρήματα στην μάχη εναντίων της φατριάς των Στεφανόπουλων. Επίσης, προσπάθησε να πείσει τους Μανιάτες [2] ότι με αυτόν ως μπέη, θα είχαν περισσότερα προνόμια και κανείς Τούρκος δεν θα κατοικούσε την Μάνη. Μετά και τον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) ο Γερακάρης και οι οπαδοί, συνέλαβαν τους εχθρούς τους Στεφανόπουλους και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Αργότερα, συλλαμβάνει και μέλη της οικογένειας των Μεδίκων. Τότε οι Στεφανόπουλοι αναγκάστηκαν να φύγουν για την Κορσική.
Αργότερα, όταν οι Μανιάτες κατάλαβαν την πλάνη, κήρυξαν τον πόλεμο στους Τούρκους. Ο Γερακάρης, τότε, ξανάρχισε την πειρατεία και, μάλιστα, οι πιο μεγάλες του επιθέσεις ήταν εναντίων των Τούρκων. Οι Τούρκοι, όμως, κατάφεραν να τον συλλάβουν ξανά και τον οδήγησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλακίσθηκε στις φυλακές του Μπάνιο (Ναύσταθμος).
Το 1684 ξεκινά νέος πόλεμος των Ενετών ενάντιων των Τούρκων. Στην Ελλάδα διάφορα μέρη επαναστατούν και οι Ενετοί σημειώνουν σημαντικές νίκες. Η Υψηλή Πύλη καταλαβαίνει ότι, κατά ένα μεγάλο μέρος, οι επιτυχίες των Βενετών βασίζονταν στην συνεισφορά των Ελλήνων επαναστατών, και αποφασίζει ότι πρέπει να τους διασπάσει. Αποφασίζουν να εφαρμόσουν πιο φιλελληνική πολιτική. Ανάμεσα στα μέτρα που λαμβάνουν είναι να αποφυλακίσουν και τον Λιμπεράκη Γερακάρη (1689), και τον ορίζουν μπέη της Μάνης, κατά το πρότυπο των Χριστιανών ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας. Στο μεταξύ, αρραβωνιάζεται μυστικά την ανηψιά του πρώην ηγεμόνα της Μολδαβίας Δούκα, Αναστασία, καταγόμενη από τον ευγενή οίκο των Βουχουζεστίδων. Παρά τις αντιδράσεις των υπόλοιπων ευγενών της πόλης, κατάφεραν να παντρευτούν. Ύστερα από λίγες μέρες, αναχώρησε για τον νότο, επικεφαλής 5.000 Τούρκων, εγκαταλείποντας την γυναίκα του.
Το 1691, ενώθηκε με τον σερασκέρη της Ελλάδας Μισιρλή-Ζαδέ και απέστειλε προκηρύξεις προς τους υπόλοιπους Έλληνες να υποταγούν στο σουλτάνο[4]. Αποφασίζουν μαζί με τον σερασκέρη να εισβάλουν στην Πελοπόννησο και να επιτεθούν αρχικά στην Κόρινθο, όμως αποκρούονται από τους εκεί φρουρούς[5]. Ο Γερακάρης στην συνέχεια στρατοπεδεύει στα Μέγαρα και ετοιμάζεται να επιτεθεί στην Ακροκόρινθο με τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες και άλλους χίλιους των πασάδων Γιουρούκ και Αλή. Εκεί προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει ο Μικιέλης. Το 1692, ο Γερακάρης κατέλαβε την Κόρινθο και πολιόρκησε την πόλη ενώ μετά από λίγο, μαζί με τον σερασκέρη επιτίθενται στην Ακροκόρινθο. Ύστερα προχωρούν προς το Άργος και αφού καίνε την πόλη φθάνουν στα τείχη του Ναυπλίου. Ύστερα, λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και υποχωρεί στα Μέγαρα.
Τον Οκτώβριο του 1692, ο Χαλίλ πασάς των Ιωαννίνων προελαύνει εναντίων της Ναυπάκτου. Μετά από λίγο τον ακολουθεί και ο Γερακάρης με 500 άνδρες. Η φρουρά της πόλης καταφέρνει να αποκρούσει την επίθεση και να σώσει την πόλη.
Το 1694, ο Γερακάρης, αφού πρώτα προσπάθησε να εισβάλει με τον σερασκέρη Χαλίλ στην Κόρινθο, αποφασίζει να εκστρατεύσει κατά της Στερεάς Ελλάδας. Στρατοπεδεύει στο Καρπενήσι, όπου προσπαθεί να πείσει τον διοικητή από το μεγάλο αρματωλίκι του Καρπενησίου[6], Μποσίνα, να έλθει με το μέρος του, αλλά αυτός αρνείται, αμφιβάλλοντας για τις υποσχέσεις του. Εκεί, αφού στρατολόγησε πολλούς ντόπιους κατοίκους[7], παντρεύτηκε μια πλούσια νέα από το χωριό Μαυρίλο, που άνηκε σε μία από τις ισχυρότερες και πλουσιότερες οικογένειες, του Χατζή Οικονόμου, με διακλαδώσεις στην Ευρυτανία και στην Υπάτη[8]. Οι Ενετοί προσπάθησαν να πάρουν τον Γερακάρη με το μέρος τους στέλνοντας τον λοχαγό και φίλο του Γερακάρη, Ιωάννη Λάμπρο, να τον πείσει. Η συνάντηση κανονίστηκε στο σπίτι του Γερακάρη στο Βραχώρι. Αν και δεν θέλησε να ακολουθήσει τους Ενετούς, πληροφόρησε τον Λάμπρο για τα μέχρι τότε σχέδια των Τούρκων.
Προσπάθησε πολλές φορές να περάσει τον Αχελώο αλλά νικήθηκε από τους αρματολούς της Αιτωλοακαρνανίας Μεϊτάνη και Σπαθόγιαννο και τον συνταγματάρχη Λουδορέκα, που τον καταδίωξαν μέχρι το Καρπενήσι. Στη συνέχεια, ζήτησε την παράδοση των Σαλώνων. Επιτέθηκε στα Σάλωνα όπου τον αντιμετώπισαν ο Κούρμας και ο Επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος. Η ήττα που γνώρισε ήταν μεγάλη [9]. Ο Γερακάρης υποχώρησε ξανά στο Καρπενήσι, καταστρέφοντας όσα χωριά βρήκε στο δρόμο του.
Το 1695, ο Γερακάρης ενώθηκε με τον Χαλίλ πασά και μέσω του Ισθμού, όρμησε προς την Αργολίδα. Τότε ο διοικητής της Πελοποννήσου Μικέλης έστειλε τον συνταγματάρχη Τόρτο και μαζί με τον Λουδορέκα εισέβαλλαν στο Καρπενήσι και λεηλάτησαν την πόλη, ενώ έκαψαν και το σπίτι του Γερακάρη.
Μαζί με τον νέο σερασκέρη Ιμπραήμ πασά, κίνησε ξανά κατά της Πελοποννήσου. Επιτέθηκε ενάντια στο ελληνικό σώμα υπό τον Λάσκαρη και τον Μόρο και αφού τους έτρεψε σε άτακτο φυγή προέλασε στην Πελοπόννησο, λεηλατώντας περιοχές μέχρι την Τρίπολη. Πυρπόλησε την Καρύταινα και επιτέθηκε κατά του Άργους, αλλά εκεί αποκρούσθηκε.
Οι Ενετοί αποφάσισαν να προσεγγίσουν ξανά τον Γερακάρη, που αποτελούσε και τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ταυτόχρονα οι νέες επαφές με τον Λάμπρο -που μαζί με τους Παναγιώτη Δοξαρά και τον ηγούμενο της Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας, Ιάκωβο[10], έπεισαν τον Γερακάρη να αλλάξει, τελικά, πλευρά - αλλά και η στάση του Γερακάρη, κίνησε τις υποψίες των Τούρκων, που προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν, δηλητηριάζοντάς τον. Αφού κατάλαβε το δόλο, έφυγε και επιβιβάστηκε σε Ενετικά καράβια. Εκεί, έλαβε τον τίτλο του «τοπάρχη της Ρούμελης» και ονομάσθηκε «ιππότης του αγίου Μάρκου».
Το 1697, οι Ενετοί αποφάσισαν να επιτεθούν στο σερασκέρη στη Θήβα. Ο Γερακάρης αποβιβάστηκε στα Σάλωνα ενώ ταυτόχρονα, σώμα Αλβανών επιτέθηκε από τον Ισθμό λεηλατώντας μέχρι την Θήβα[11]. Ο Γερακάρης εισήλθε στη Ήπειρο και λεηλάτησε την Άρτα. Κάτοικοι της πόλης πληροφόρησαν τον Δόγη της Βενετίας για τα γεγονότα της καταστροφής της πόλης. Οι Βενετοί συνέλαβαν τον Γερακάρη, του αφαίρεσαν τα προνόμια και τον έκλεισαν στη φυλακή. Το 1710 ο Γερακάρης πέθανε φυλακισμένος στην Μπρέσια.
Κωνσταντίνος Γεράκη (1647-1688)
Posted by Under The Black Flag on 12:43 μ.μ.
Η ζωή του Κωνσταντίνου Γεράκη μοιάζει σαν παραμύθι και είναι χαρακτηριστική ενός Κεφαλονίτη τυχοδιώκτη.
Ο Κωνσταντίνος Γεράκης γεννήθηκε στη Κεφαλονιά το 1647. Σε πολύ μικρή ηλικία, μάλλον μην αντέχοντας τα στενά όρια του νησιού του, μπαρκάρει μούτσος σε αγγλικο εμπορικό καράβι. Ο μικρός κωνσταντίνος μαθαίνει γρήγορα τα πάντα για το επαγγελμα του ναυτικού αλλά και αυτό δεν του είναι αρκετό. Το 1669 βρίσκεται να δουλεύει στην Ινδονησία για λογαριασμό της περιβόητης Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, την αιχμή της Ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης της Μεγάλης Βρετανίας στην Ασία. Ο Γεράκης πανέξυπνος καθώς είναι μαθαίνει τις τοπικές γλώσσες της ευρύτερης περιοχής και δημιουργεί καλές σχέσεις με σημαντικούς τοπικούς παράγοντες. Είναι πια γνωστός με το όνομα Κοστάντζο Φαλκόνε.Το 1675 οι ανάγκες της εταιρείας του τον φέρνουν στο Σιάμ και εκεί δημιουργεί δεσμούς με τη βασιλική αυλή. Το 1679 ο Κωνσταντίνος Γεράκης έγινε υπεύθυνος για τις εμπορικές σχέσεις και επίσημος διερμηνέας στη βασιλική αυλή του Σιάμ. Τον επόμενο χρόνο αφήνει τη δουλειά του στη Αγγλική εταιρεία ανατολικών Ινδιών και γίνεται σύμβουλος του βασιλιά του Σιάμ, Ναράι. Το 1683 ο βασιλιάς τον κάνει πρωθυπουργό. Κατόρθωσε με τη θέση αυτή να αποκτήσει μεγάλη δύναμη και να κάνει μεγάλη περιουσία.
Στον διεθνή ανταγωνισμό για τον έλεγχο του εμπορίου υποστηρίζει τα Γαλλικά συμφέροντα καθώς φαίνεται ότι τα είχε τσουγκρίσει με τους Άγγλους. Γιαυτό τιμήθηκε από το γάλλο βασιλιά με το τίτλο του Ιππότη. Επίσης πρωτοστατεί σε κινήσεις για τη μετάδοση του χριστιανισμού στους Σιαμέζους. Η διαμάχη των μεγάλων δυνάμεων για τον εμπορικό έλεγχο της περιοχής φέρνει απόβαση Γαλλικών στρατευμάτων στο Σιάμ. Η κακή συμπεριφορά τους στους ντόπιους, έκαναν την αντιβασιλική παράταξη να βλέπει στο πρόσωπο του Γεράκη έναν εχθρό. Το 1688 ο βασιλιάς και προστάτης του Γεράκη αρρώστησε πολύ βαρειά, τότε βρήκε ευκαιρία η αντιπολίτευση να συλλάβει τον τετραπέρατο κεφαλονίτη. Αφού τον βασάνισαν, στις 5 Ιουνίου τον αποκεφάλισαν, μετά από μερικές μέρες πέθανε και ο βασιλιάς Ναράι. Ήταν μόλις 41 χρονών. Στο θρόνο του Σιάμ ανέβηκε ο βασιλιάς Φεράτσα που διέκοψε κάθε σχέση με τους ξένους.
Ο Κωνσταντίνος Γεράκης γεννήθηκε στη Κεφαλονιά το 1647. Σε πολύ μικρή ηλικία, μάλλον μην αντέχοντας τα στενά όρια του νησιού του, μπαρκάρει μούτσος σε αγγλικο εμπορικό καράβι. Ο μικρός κωνσταντίνος μαθαίνει γρήγορα τα πάντα για το επαγγελμα του ναυτικού αλλά και αυτό δεν του είναι αρκετό. Το 1669 βρίσκεται να δουλεύει στην Ινδονησία για λογαριασμό της περιβόητης Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, την αιχμή της Ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης της Μεγάλης Βρετανίας στην Ασία. Ο Γεράκης πανέξυπνος καθώς είναι μαθαίνει τις τοπικές γλώσσες της ευρύτερης περιοχής και δημιουργεί καλές σχέσεις με σημαντικούς τοπικούς παράγοντες. Είναι πια γνωστός με το όνομα Κοστάντζο Φαλκόνε.Το 1675 οι ανάγκες της εταιρείας του τον φέρνουν στο Σιάμ και εκεί δημιουργεί δεσμούς με τη βασιλική αυλή. Το 1679 ο Κωνσταντίνος Γεράκης έγινε υπεύθυνος για τις εμπορικές σχέσεις και επίσημος διερμηνέας στη βασιλική αυλή του Σιάμ. Τον επόμενο χρόνο αφήνει τη δουλειά του στη Αγγλική εταιρεία ανατολικών Ινδιών και γίνεται σύμβουλος του βασιλιά του Σιάμ, Ναράι. Το 1683 ο βασιλιάς τον κάνει πρωθυπουργό. Κατόρθωσε με τη θέση αυτή να αποκτήσει μεγάλη δύναμη και να κάνει μεγάλη περιουσία.
Στον διεθνή ανταγωνισμό για τον έλεγχο του εμπορίου υποστηρίζει τα Γαλλικά συμφέροντα καθώς φαίνεται ότι τα είχε τσουγκρίσει με τους Άγγλους. Γιαυτό τιμήθηκε από το γάλλο βασιλιά με το τίτλο του Ιππότη. Επίσης πρωτοστατεί σε κινήσεις για τη μετάδοση του χριστιανισμού στους Σιαμέζους. Η διαμάχη των μεγάλων δυνάμεων για τον εμπορικό έλεγχο της περιοχής φέρνει απόβαση Γαλλικών στρατευμάτων στο Σιάμ. Η κακή συμπεριφορά τους στους ντόπιους, έκαναν την αντιβασιλική παράταξη να βλέπει στο πρόσωπο του Γεράκη έναν εχθρό. Το 1688 ο βασιλιάς και προστάτης του Γεράκη αρρώστησε πολύ βαρειά, τότε βρήκε ευκαιρία η αντιπολίτευση να συλλάβει τον τετραπέρατο κεφαλονίτη. Αφού τον βασάνισαν, στις 5 Ιουνίου τον αποκεφάλισαν, μετά από μερικές μέρες πέθανε και ο βασιλιάς Ναράι. Ήταν μόλις 41 χρονών. Στο θρόνο του Σιάμ ανέβηκε ο βασιλιάς Φεράτσα που διέκοψε κάθε σχέση με τους ξένους.
Δευτέρα 18 Μαΐου 2009
Χρονολόγιο 1600-1700
Posted by Under The Black Flag on 12:27 μ.μ.
1600 Αρχή δράσης της Μανιάτικης Πειρατείας.
1602 Έντονη δράση των ιπποτών του Αγίου Στεφάνου στο Αιγαίο
1603 Αρχίζει η δυναστεία των Στιούαρτ στην Αγγλία. Απαγόρευση της πειρατείας στους Άγγλους .
1604 Άγγλοι εμφανίζονται στην Μεσόγειο.
1605 Ο διαβόητος κουρσάρος Τζών Γουορντ διδάσκει την τέχνη της ιστιοπλοΐας στους Τυνήσιους της Βόρειας Αφρικής.
1607 Προσπάθεια τους Μ. Δούκα της Φλωρεντίας Φερδινάνδου Μέδικου να καταλάβει της Αμμόχωστο.
1608 Ο Άγγλος σερ Φράνσις Βέρνει ενώνεται με τους Βερβερίνους πειρατές.
1609 Θάνατος του Μ. Δούκα της Φλωρεντίας Φερδινάνδου Μέδικου.
1611 Ο Δούκας της Οσούνας Δον Πέδρο Τελέζ ντε Γκιρόν αναλαμβάνει αντιβασιλέας της Σικελίας. Η ισπανική παρουσία κουρσάρων γίνεται έντονη στο Αιγαίο.
1612 Ο Σαιμον Ντανζιγκερ ή Κάπταιν Ντέβιλ απαγχονίζεται στην Τύνιδα.
1616 Ο Δούκας της Οσούνας αναλαμβάνει αντιβασιλέας της Νάπολης. Οι ισπανοί κουρσάροι είναι η αιχμή του δόρατος ενάντιων των Βερβερίνων και των Τούρκων στο Αιγαίο.
1618-1648 Ξεσπάει ο Τριακονταετής πόλεμος στην Ευρώπη.
1620 Ανακηρύσσεται πειρατική δημοκρατία το Σαλέ, στις δυτικές ακτές του Μαρόκου.
1624 Ναβαρίνο, έδρα πειρατών Μπαρμπαριάς.
1625 Απόβαση ιπποτών της Μάλτας στη Λευκάδα.
1628-1631 Επανάσταση των ποπολάρων στη Ζάκυνθο.
1635 Πτώση του γαλλικού εμπορίου στην Ανατολή.
1638 Πρώτη εισαγωγή καφέ στην Βενετία.
1644 Κατάληψη τουρκικών πλοίων από γαλέρες της Μάλτας- Αφορμή νέου πολέμου.
1645-1669 Βενετοτουρκικος πόλεμος, ο αποκαλούμενος και κρητικός.
1648 Τερματισμός του Τριακονταετή πολέμου και υπογραφή της Συνθήκης της Βεστφαλίας.
1650 Έναρξη δράσης του διαβόητου Giorgio Maria Vital με έδρα την Τήνο.
1656 Νίκη του βενετικού στόλου στα Δαρδανέλια εναντίων του Τουρκικού στόλου.
1657 Ναυπήγηση του πρώτου ελληνικού τρεχαντηριού στην Ύδρα.
1660 Η Γαλλία επεμβαίνει υπέρ των Βενετών στην Κρήτη.
1664 Συνθήκη ειρήνης Τουρκίας-Γερμανίας
1665-1668 Πόλεμος για την διαδοχή της Ισπανίας στην Ευρώπη.
1665-1666 Δράση του ιππότη de Hocquincourt στο Αιγαίο πέλαγος .
1666-1672 Δράση του ιππότη de Temericourt στο Αιγαίο πέλαγος.
1664-1678 Δράση του ιππότη H.Creviliers στο Αιγαίο πέλαγος.
1666-1680 Δράση Αγέλλου Μαρία Βιτάλη στο Αιγαίο πέλαγος.
1668- Πειρατής Λυμπεράκης Γερακάρης παρασύρει τους Μανιάτες στο να δεχθούν ανέργεση κάστρων Ζαρνάτας , Κελέφα, Πόρτο Κάγιο.
1669 Πτώση του Χάνδακα Κρήτης στους Τούρκους.
1672-1679 Πρώτος Συνασπισμός ευρωπαϊκών κρατών κατά τις Γαλλίας.
1676 Ναύαρχος Duquesne νικά τον ολλανδικό στόλο στη Σικελία.
1681 Ναύαρχος Duquesne βομβαρδίζει το λιμάνι της Μπαρμπαριάς.
1683 Πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους.
1684 Ευρωπαϊκός συνασπισμός κατά της Τουρκίας.- Βενετία κηρύσσει το πόλεμο στη Τουρκία.
1686 Ο Μοροζίνη κατακτά τη Πελοπόννησο.
1687 Καταστροφή του Παρθενώνα
1688 Μπέης της Μάνης ο Λυμπεράκης Γερακάρης. Εκπατρισμός μανιατών στην Κορσική και Τοσκάνη.
1690 Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΔ με διαταγή του απαγορεύει την πειρατεία στους γάλλους.
1694 Ο Γάλλος κουρσάρος Ζαν Μπάρτ συλλαμβάνεται από τους Άγγλους.
1695-1696 Η Χίος βενετική.
1699 Συνθήκη Κάρλοβιτς.
Τετάρτη 13 Μαΐου 2009
Κυριακή 12 Απριλίου 2009
Πειρατικος Κώδικας
Posted by Under The Black Flag on 7:27 μ.μ.
Articles
Crew of the Corvus
Captain Jake Lankster
I Every Man Shall obey civil Command ; the Captain shall have one full Share and a half of all Prizes ; the Master, Carpenter, Boatswain and Gunner shall have one Share and quarter.
II If any Man shall offer to run away, or keep any Secret from the Company, he shall be marroon’d with one Bottle of Powder, one Bottle of Water, one small Arm, and Shot.
III If any Man shall steal any Thing in the Company, or game, to the Value of a Piece of Eight, he shall be marroon’d or shot.
IV If any time we shall meet another Marroner that Man shall sign his Articles without the Consent of our Company, shall suffer such Punishment as the Captain and Company shall think fit.
V That Man that shall strike another whilst these Articles are in force, shall receive Moses’s Law (that is, 40 Stripes lacking one) on the bare Back.
VI That Man that shall snap his Arms, or smoak Tobacco in the Hold, without a Cap to his Pipe, or carry a Candle lighted without a Lanthorn, shall suffer the same Punishment as in the former Article.
VII That Man shall not keep his Arms clean, fit for an Engagement, or neglect his Business, shall be cut off from his Share, and suffer such other Punishment as the Captain and the Company shall think fit.
VIII If any Man shall lose a Joint in time of an Engagement, shall have 400 Pieces of Eight ; if a Limb, 800.
IX If at any time you meet with a prudent Woman, that Man that offers to meddle with her, without her Consent, shall suffer present Death.
Crew of the Corvus
Captain Jake Lankster
I Every Man Shall obey civil Command ; the Captain shall have one full Share and a half of all Prizes ; the Master, Carpenter, Boatswain and Gunner shall have one Share and quarter.
II If any Man shall offer to run away, or keep any Secret from the Company, he shall be marroon’d with one Bottle of Powder, one Bottle of Water, one small Arm, and Shot.
III If any Man shall steal any Thing in the Company, or game, to the Value of a Piece of Eight, he shall be marroon’d or shot.
IV If any time we shall meet another Marroner that Man shall sign his Articles without the Consent of our Company, shall suffer such Punishment as the Captain and Company shall think fit.
V That Man that shall strike another whilst these Articles are in force, shall receive Moses’s Law (that is, 40 Stripes lacking one) on the bare Back.
VI That Man that shall snap his Arms, or smoak Tobacco in the Hold, without a Cap to his Pipe, or carry a Candle lighted without a Lanthorn, shall suffer the same Punishment as in the former Article.
VII That Man shall not keep his Arms clean, fit for an Engagement, or neglect his Business, shall be cut off from his Share, and suffer such other Punishment as the Captain and the Company shall think fit.
VIII If any Man shall lose a Joint in time of an Engagement, shall have 400 Pieces of Eight ; if a Limb, 800.
IX If at any time you meet with a prudent Woman, that Man that offers to meddle with her, without her Consent, shall suffer present Death.
Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Το κράτος της Μανης
Posted by Under The Black Flag on 11:37 μ.μ.

έκθεση, τυπωμένη το 1940 στο τυπογραφείο «ΛΑΚΩΝΙΑ» στο Γύθειο, αναπτύσσεται σε 25 πυκνογραμμένες σελίδες μικρού σχήματος. Το τευχίδιο που βρίσκεται στα χέρια μου, είχε δώσει ο ίδιος ο συντάκτης του στον παππού μου, όπως δηλώνεται από την αφιέρωση στο εξώφυλλο: «Στο φίλο και αγαπητό μου κ. Σ. Κουγέαν, Καθ. Πανεπιστημίου. Με αγάπη (υπογραφή) Ν. Γ. Λουμάκος ». Ο πλήρης τίτλος είναι Η ΜΑΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΕΝ ΑΥΤΗ, Εἰσήγησις πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Γυθείου. Η μελέτη κινείται σε δύο βασικούς άξονες έναν νομικό και έναν ιστορικό, κάτι που γίνεται σαφές και από τη βιβλιογραφία την οποία παραθέτει στο τέλος του τεύχους.
Μετά από την προσφώνηση την οποία απευθύνει προς τα μέλη του Συλλόγου, ακολουθεί η Εισαγωγή στην οποία εκθέτει το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να διερευνηθεί το θέμα: σημειώνει ότι το Διεθνές Δίκαιο είχε τότε, το 1939, μόλις 150 ετών ζωή και σημειώνει ότι «οι κανόνες αυτού έμειναν εις τας βιβλιοθήκας, αφού και ο παγκόσμιος πόλεμος (1914-1918) δεν έχει ολίγα παραδείγματα παραβάσεων».
Η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο φωτίζει και εκείνο που ο Λουμάκος θεωρεί την βασική αρχή για τη προβληματική του, δηλαδή όσα ορίζονται από αυτό.
Ακολουθεί ο κύριος κορμός της εισήγησης, η οποία διαιρείται σε τέσσερα κεφάλαια: Α. Διεθνείς τινες κανόνες πολέμου, Β. Η Μάνη έναντι του Διεθνούς κώδικα, Γ. Κρίσεις τινες Δ. Ειδικαί τινες παρατηρήσεις και Ε. Συμπεράσματα. Όπως ήδη αναφέραμε, ακολουθεί η βιβλιογραφία την οποία χρησιμοποίησε ο μελετητής και η οποία αριθμεί 25 τίτλους νομικών και ιστορικών βιβλίων, Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.
Α.
Το πρώτο κεφάλαιο διεξέρχεται τους διεθνείς κανόνες πολέμου. Ο συλλογισμός του Λουμάκου εκκινείται από τον καθορισμό του πλαισίου στο οποίο οφείλει να κινηθεί ο προβληματισμός προκειμένου να αναγνωρισθεί το κτητικό δικαίωμα κατακτητή: σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η έγκαιρη κήρυξη του πολέμου, η κατάπαυση του πολέμου και επακολουθούσα ειρήνη, για να διευκρινίσει στη συνέχεια, προκειμένου να δηλωθεί η -σύμφωνα πάντα με το Διεθνές Δίκαιο- συντήρηση της έννοιας του Κράτους σε δύσκολες συνθήκες, ότι «η αδυναμία ή και εφήμερος συμφορά ενός Κράτους δεν συνεπάγεται την καταστροφήν του κράτους τούτου, αλλ’ η παρατεινόμενη αδυναμία και η προφανής ανικανότης του Κράτους καθιστώσιν αυτώ αδύνατον να ζήση επί μακρόν κατά τινα τρόπον ανεξάρτητον».
Το τελευταίο αυτό στοιχείο έχει σημασία διότι από τον τρόπο της εξαφάνισης ενός Κράτους «οριστέος και ο τρόπος της Νομιμότητος της πράξεως του κατακτητού». Όθεν, μία κατάληψη αλλοτρίων εδαφών για να θεωρηθεί ότι δημιούργησε DE JURE κατάσταση, πρέπει κατά γενικό και αρχαιότατο κανόνα να αναγνωρισθεί και παρά του ηττηθέντος.
Εάν όμως δε συμβεί τούτο, έπεται ότι δύο τινά θα επακολουθήσουν: ή σιωπηρή αναγνώριση παρά του υποταχθέντος ή θα λαμβάνουν χώρα εκάστοτε κρούσεις δυναμικής αντιστάσεως, οπότε πιθανόν η κρούση να πετύχει και τότε η ελάχιστη υποχώρηση του κατακτητού «να δύναται ευστόχως να αντιταχθή ως άρνησις της DE JURE κατακτήσεως».
Τέτοιου είδους κατακτήσεις, σημειώνει ο Λουμάκος, καλούνται «Διεθνείς δουλείαι» οι οποίες για να δημιουργήσουν Δίκαιον από τον κατακτητή έχουν ανάγκη προσαρμογής κανόνων, διαφορετικά εάν ο δουλώσας δεν δυνηθεί να αποδείξει την ολοκλήρωση αυτών, τότε πρέπει να θεωρήσουμε ευλόγως ότι «μη πληρωθέντος του κανόνος, δεν δύναται να γίνη λόγος περί μονίμου κυριαρχικής καταστάσεως».
Κυρίαρχη DE FACTO, εξάλλου, δύναται να αναγνωριστεί επίσης μια δύναμη σε περίπτωση που ειρηνικά και «άνευ όπλου αντιδράσεως» επιβάλει τη θέλησή της επί του κυριαρχούμενου, ως θέληση «αυτού τούτου του ANIMUS της Πολιτείας».
Τα πιο πάνω, όμως, ισχύουν επί σχέσεων κρατών. Ήταν η Μάνη κράτος ώστε να ισχύουν και γι’ αυτήν τα πιο πάνω; «Δις ως ηγεμονία κατεστάθη και αναγνωρίσθη. Και ενώ ηδύνατο να ζήση ήρεμος και ήσυχος εν τοις ορίοις αυτής, αντιθέτως την ελευθερίαν της εθεώρη ως απλήν ευχερείαν προς δημιουργίαν δυνατοτήτων ανασυγκροτήσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» απαντά κατά πρώτον ο Λουμάκος και συνεχίζει: «Βεβαίως ταύτα έχουσα πάντοτε ως σκοπόν υπάρξεως αυτής, εθεώρη νομίμως και δικαίως ότι, η Μεγάλη πατρίς ενεσωματούτο εν αυτή και κατά φυσικόν κανόνα ως συνέχεια του Κράτους «εκείνου» να θεωρείται.» Και για του λόγου το αληθές παραπέμποντας στη διαθήκη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικαλείται ως στοιχείο το ότι το 1821, ο Μπέης-Ηγεμών της Μάνης δεν ενσωμάτωσε αυτή στην Ελλάδα, δια συνθηκών και συμφωνιών, αλλά ενσωμάτωσε αυτή στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελληνικής Πατρίδος. Εξάλλου, συμπληρώνει, το ότι ήτο «Κράτος» αποδεικνύεται από το ότι μέχρι τότε δημιούργησε δίκαια δια των αρχηγών αυτής με ξένες δυνάμεις (Ενετία, Γένουα, Νεβέρ, Ναπολέων κλπ.) και ότι «άπασαι αι σχετικαί διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου προσηρμόζοντο και εις αυτήν».
Β.
Ακολουθεί η το κεφάλαιο που επιγράφεται Η Μάνη έναντι του Διεθνούς Κώδικος. Μετά από σύντομη αναφορά στην ιστορία της Μάνης, που εστιάζεται στο φρόνημα των κατοίκων της χερσονήσου, διαπιστώνει ότι στη μετά την Βυζαντινή περίοδο, οι αγώνες των Μανιατών κατά των Τούρκων παίρνουν τα χαρακτηριστικά μόνιμου πολέμου, ενώ οι επιχειρήσεις των Τούρκων κατά των Μανιατών διαδέχονται η μία την άλλη. Στη Μάνη καταφεύγουν μέλη εξεχουσών οικογενειών του Βυζαντίου ενώ το 1571 καταφεύγουν σ’ αυτήν Μωραϊτες για να προετοιμάσουν επανάσταση με στόχο την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Το 1582 ο Πρωτόπαπας της Μάνης Μουρίσκος, στέλνει προς τον πάππα Γρηγόριο τον Γ΄ επιστολή που αφορά στην απελευθέρωση του Έθνους υπογράφοντας ως άρχων 300 χωριών και 60 χωρών.
Ακολουθεί πλήθος αναφορών που καταδεικνύουν την αναγνώριση της Μάνης ως ανεξάρτητης αυτοδιοικούμενης περιοχής από τα άλλα κράτη κατά τους αιώνες που ακολουθούν (17ος – 18ος) και καταλήγει στην αναγνώριση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από τις ευρωπαϊκές αυλές, στις οποίες απευθύνεται υπογράφοντας «Ηγεμών και αρχηγός του Σπαρτιατικού στρατοπέδου του εν Καλαμάτη», δηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον συνεχή αγώνα των Μανιατών για ανεξαρτησία.
Συμπεράσματα μέχρι του σημείου αυτού:
1. Τουρκική κυριαρχία De Jure και De Facto ουδέποτε υπήρξε στη Μάνη.
2. Οι εισβολές στρατιωτικών δυνάμεων δεν δύναται να θεωρηθούν «κατάστασις» αφού κατέληγαν σε καταστροφή των εισβολέων.
3. Τουρκικές αρχές ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στην Μάνη, παρά μόνον στρατιωτικές φρουρές προκειμένου να χτιστούν τα κάστρα Ζαρνάτας, Κελεφάς και Πόρτο Κάγιου.
4. Τουρκικές οικογένειες ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στα όρια της Μάνης.
5. Νόμοι Τουρκικοί και συνθήκες Τουρκικές προς τρίτους ουδέποτε εφαρμόστηκαν.
6. Στη Μάνη ουδέποτε έλαβε χώρα παιδομάζωμα.
7. Οι δύο συνθήκες μεταξύ Τούρκων και Ενετών, με τις οποίες παρεδίδετο και η Μάνη, έγιναν ερήμην των Μανιατών και μετά από αυτές δεν τόλμησαν οι Τούρκοι να την καταλάβουν.
8. Τούρκοι εισπράκτορες ουδέποτε πάτησαν στη Μάνη.
9. Οι Μανιάτες εφάρμοζαν δικούς τους νόμους.
10. Είχαν δικό τους Μπαϊράκι και ιδιότυπο πολίτευμα.
11. Μόνοι τους επέβαλλαν και εισέπρατταν φόρους –και μάλιστα τελωνειακούς.
12. Δεν συνέταξαν δική τους δύναμη προς Τουρκική εναντίον τρίτου.
13. Η μετά τα Ορλωφικά σχέση της με την Οθωμανική αυτοκρατορία, «δεν την ημπόδιζε [τη Μάνη] να αναπτύσσεται ως «Κράτος» ελεύθερον ίδιον συντηρούν στρατόν, ιδίους δημοσιεύον Νόμους και εν γένει, ελάχιστα αισθανόμενον την αμφίβολον Τουρκικήν υπεροχήν».
14. Δεν ακολουθούσε τις διαταγές της Τουρκικής αρχής.
15. Τα λιμάνια τους οι Μανιάτες τα διέθεταν στους φίλους τους, ενώ τα πλοία των φίλων της Τουρκίας ήσαν εχθρικά.
Να σημειώσουμε ότι ο Λουμάκος στο μεταξύ αντικρούει με στοιχεία τις ενστάσεις οι οποίες έχουν διατυπωθεί στα όσα καταθέτει.
Κεφάλαιο Γ΄
Κρίσεις τινές
«Εκ των ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι η συνεχώς και αδιαλείπτως αγωνιζομένη Μάνη εκατώρθωσε κατά μυρίους τρόπους να διατηρήση την ανεξαρτησία της ώστε να ευσταθή δι’ αυτήν η ιδιότης του Κράτους» και ακολουθεί παράθεση στοιχείων σύμφωνα με τα οποία καταδεικνύεται το νόμιμο να θεωρηθεί η Μάνη ως Κράτος κατά τους αιώνες που ακολουθούν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Κεφάλαιο Δ΄
Ακολούθως στο Κεφ. Δ΄ Ειδικαί τινες παρατηρήσεις, αντικρούει τις πιθανές ενστάσεις σχετικά με την αμφισβήτηση της «ολότητας των εδαφών της» καταδεικνύοντας τη συνέχεια της συνθήκης ελευθερίας την οποία απήλαυσαν οι περιοχές Γυθείου-Λίμνης-Πασσαβά.
Τα συμπεράσματα διατυπώνονται στο Κεφ. Ε΄: «Εκ των εκτεθέντων προέκυψε σαφώς και αναντιρρήτως ότι καθ’ όλον τον χρόνον όστις διέρρευσεν από της αλώσεως του Μυστρά, τελευταίας επισήμου Αρχής του Βυζαντίου, μέχρι το 1821 η Μάνη ήτο «Κράτος» ελεύθερον και ανεξάρτητον εξεταζόμενον υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου ως διεμορφώθη και ισχύει σήμερον.»
Και πιο κάτω:
«η Μάνη και κατά τας νυν διατάξεις του Δικαίου, ήτο Κράτος ελεύθερον και ανεξάρτητον και απολύτως δύναται να εφαρμοσθή ο κανών «πάσα Κυρίαρχος πολιτεία επί τοσούτον, υφίσταται, εφόσον διατηρεί καθ’ οιονδήποτε τύπον τους ουσιώδεις όρους και τα στοιχεία πολιτικού συνδέσμου, και επομένως εφ’ όσον διατελεί υπάρχουσα αυτοτελής κοινωνία, ικανή να διατηρείται ως τοιαύτη και δυναμένη να αναγεννάται δια φυσικής των ιδίων αυτής μελών διαδοχής ή και δια των μεταναστεύσεων»
Και μετά την ανεξαρτησία «Μεγάλου Μέρους της Ελληνικής Πατρίδος» έπρεπε να ρυθμιστούν οι τύχες των ιδιωτικών και Δημοσίων περιουσιών, σύμφωνα με τα όσα ισχύουν διεθνώς. Και η δημόσια περιουσία πάσης φύσεως περιέρχεται στην κυριότητα του καταλαβόντος, οι δε ιδιωτικές γίνονται σεβαστές. Και κατ’ αυτόν το τρόπο ρύθμισε τα πράγματα η Ελληνική Πολιτεία και παρέλαβε «μόνον κατά κυριότητα όσα ανήκον τη Τουρκική επικρατεία, τα δε ιδιωτικά προησπίσθησαν αρκούντως, πάντοτε όμως δεν παρέλειπε να εξάρη την Μάνην εξαιρούσα ταύτην Γενικών Ορισμών αφορώντων εθνικάς γαίας εξ εγκαταλείψεως παρ’ Οθωμανικών οικογενειών και του Οθωμανικού Κράτους ως εξής:
1. Σύμβασις (28 Μαρτίου 1835) της επί των Οθωμανικών κτημάτων Ελληνικής Επιτροπής μετά των απεσταλμένων της Υψηλής Πόρτας.
2. Δ. 17 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών
3. Δ. 14 26 Ιανουαρίου 1841 περί μετενοικιάσεως
4. Δ. ΤΠΣΤ 24Μαρτίου 1871 Περί των γενομένων εμφυτεύσεως επί εθνικών γαιών
5. κλπ. κλπ..
Καταλήγει: «εκ των ανωτέρω σαφώς εξάγεται η βούλησις των Νομοθετών όπως εξαιρετικού δικαίου απολαύσωσιν αι επαρχίαι Γυθείου-Οιτύλου ήτοι η επί Τουρκοκρατίας ανεξάρτητος Πολιτεία της Μάνης». Και κατά συνέπεια «δεν είναι δυνατόν εν αυτή να μεταβιβασθώσιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον Κρατικαί ή ιδιωτικαί περιουσίαι, επειδή ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΥΠΗΡΞΑΝ τοιαύται» και ως εκ τούτου «η Ελληνική επικράτεια συσταθείσα το 1830 ουδέν έθιξεν των δικαιωμάτων της Μάνης».
Ενδιαφέρον επίσης το σημείο της επιλογικής παραγράφου που σημειώνει ότι το 1821 η Μάνη δεν επανεστάτησεν εναντίον της Τουρκοκρατίας, αλλ’ ως πάντοτε, εκήρυξε τον πόλεμον κατ’ αυτής»… «Το 1821 παρίσταται υπό την μορφήν της επεκτάσεως των συνόρων της Μάνης, ήτις δεν ήτο παρά αυτή η Ελλάς, εν τοιαύτη δε περιπτώσει δεν δύναται να δημιουργήση αυτήν, δηλ. η Ελλ. Επικράτεια, απαιτήσεις επί δικαίων άτινα οι δημιουργοί της DE JURE και DE FACTO εδημιούργησαν…»
Και καταλήγει:
«Κατά ταύτα, ουδέποτε εδημιουργήθη εν Μάνη κατάστασις επιτρέπουσα την δυνατότητα κτήσεως παρά της Ελλ. Επικρατείας, ως διαδόχου της Οθωμανικής τοιαύτης, ακινήτων κτημάτων, και, οι σχετικοί νόμοι δεν δύνανται να έχωσιν εφαρμογήν εν Μάνη.
Γύθειον 22/7/1939.
ο εισηγητής
Νικ. Γ. Λουμάκος
Δικηγόρος»
Τρίτη 24 Μαρτίου 2009
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009
Kεφαλονίτης του... Bανκούβερ
Posted by Under The Black Flag on 10:33 μ.μ.

H ζωή του σηματοδότησε την απαρχή της ελληνικής παρουσίας στη δυτικότερη επαρχία του Kαναδά
Το 1550 ο Ιωάννης Φωκάς ξεκίνησε από την Κεφαλονιά, με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τη φτώχεια από την οποία υπέφεραν οι περισσότεροι συγχωριανοί του.
Γόνος παλιάς οικογένειας ευγενών του Βυζαντίου, βρέθηκε από τα βενετσιάνικα καράβια στις αποστολές των Ισπανών θαλασσοπόρων-εξερευνητών του Νέου Κόσμου. Μέσα σε λίγα χρόνια μετατράπηκε σε εξερευνητή-θρύλο που συνέδεσε το όνομά του με μιαν από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στην αμερικανική ήπειρο.
Τη ζωή του Φωκά, που σηματοδότησε την απαρχή της παρουσίας των Ελλήνων στη Βρετανική Κολομβία - τη δυτικότερη επαρχία του Καναδά.
Γεννήθηκε στο Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς το 1530. Από μικρή ηλικία βρέθηκε στη Βενετία να κάνει τον ναύτη σε βενετσιάνικες γαλέρες. Προτού συμπληρώσει τα 20 του χρόνια παράτησε τη Γαληνοτάτη και πήγε να υπηρετήσει στα ισπανικά ιστιοφόρα. Ο Φωκάς μετονομάζεται, σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής, σε Χουάν ντε Φούκα, όνομα με το οποίο θα μείνει και γνωστός στην Ιστορία.
Το 1556 διέσχισε πρώτη φορά τον ωκεανό και βρέθηκε στις Δυτικές Ινδίες. Οι ναυτικές του γνώσεις γρήγορα τον έκαναν διάσημο και ο βασιλιάς της Ισπανίας τον προήγαγε - στις 29 Οκτωβρίου 1561- σε πλοηγό. Ο πλοηγός ήταν ο συμβουλάτορας του καπετάνιου, ο υπεύθυνος για τις τεχνικές λεπτομέρειες του ταξιδιού, για τη ναυσιπλοΐα.
«Ένα χρόνο νωρίτερα ήδη είχε γίνει πλοίαρχος του Βασιλικού Ισπανικού Ναυτικού έχοντας κυρίως την ευθύνη πλοίων που εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Ισπανίας και Μεξικού. Στη δεκαετία 1570 - 1580 πραγματοποιεί ταξίδια μεταξύ Περού και Χιλής, ενώ μεταξύ των ετών 1588 και 1594 βρίσκεται σχεδόν μόνιμα στο Μεξικό», λέει η βιογράφος του Ευρυδίκη Λειβαδά-Ντούκα που έχει μελετήσει τη ζωή του Έλληνα θαλασσοπόρου.
Έπεσε θύμα του Ντρέικ
Την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 1578 ο Φωκάς είχε μιαν από τις πιο δυσάρεστες εμπειρίες της ζωής του καθώς έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια του διαβόητου Άγγλου κουρσάρου Φράνσις Ντρέικ. Ο Φωκάς ήταν πλοηγός του «Capitana / Los Reyes», που βρισκόταν στο Βαλπαραΐζο της Χιλής. Ο Ντρέικ κατάφερε να αιχμαλωτίσει το ισπανικό πλοίο που μετέφερε χρυσό, ξυλεία, κρασιά, αλεύρι, μπέικον και λαρδί, και πλήρωμα 15 ή 16 Ισπανούς και νέγρους. Ο αγαπημένος κουρσάρος της βασίλισσας Ελισάβετ λαφυραγώγησε το πλοίο που περιείχε 1.770 δοχεία με κρασί, αρκετά τρόφιμα, 24.000 πέσος και πήρε τον Φωκά αιχμάλωτο για να οδηγήσει το δικό του πλοίο κατά μήκος των ακτών της Χιλής και για να αποσπάσει από αυτόν μυστικά. Στις 26 Φεβρουαρίου 1579 ο Φωκάς αφέθηκε ελεύθερος στο λιμάνι Callao του Περού.
H δεύτερη φορά που έπεσε θύμα πειρατών ο Φωκάς ήταν το 1588 όταν επέστρεφε από τις Φιλιππίνες και την Κίνα με το γαλεόνι «Santa Anna». Δράστης ήταν ο Άγγλος κουρσάρος Τόμας Κάβεντις που λήστεψε τον Φωκά έξω από την ακτή Cabo San Lucas. Του πήρε το πλοίο και 60.000 δουκάτα. Τότε ήταν που ο αντιβασιλέας της Νέας Ισπανίας τού πρότεινε την ανακάλυψη - και την οχύρωση - του βόρειου θαλασσίου περάσματος, την εξερεύνηση δηλαδή της θαλάσσιας διόδου μεταξύ του Ειρηνικού και του Ατλαντικού.
Με την υποστήριξη του αντιβασιλέα της Ισπανίας ξεκίνησε το ταξίδι το 1592 από το Ακαπούλκο, μόνο με δύο πλοία. Περιέπλευσε δυτικά το Μεξικό και στη συνέχεια τις ακτές της Καλιφόρνιας. Κατευθύνθηκε βορειοανατολικά για 20 ημέρες μέχρι που παρατήρησε ότι οι γηγενείς ήταν πολυάριθμοι και ντυμένοι με δέρματα ζώων, ενώ το έδαφος φαινόταν εύφορο. Ήταν το στενό που χωρίζει το Βανκούβερ από την αμερικανική ήπειρο, που αργότερα αποκλήθηκε Στενό Χουάν ντε Φούκα. Ο Φωκάς με το πλήρωμά του επέστρεψαν στη Νέα Ισπανία όπου έγιναν δεκτοί με μεγάλες τιμές καθώς μίλησαν για μια γη γεμάτη χρυσάφι και πλούτο. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια ο Κεφαλονίτης ναυτικός παρέμεινε στο Μεξικό περιμένοντας από τον αντιβασιλέα να του δώσει τα ανταλλάγματα που του είχε υποσχεθεί. Όταν κατάλαβε ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν ποτέ, ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής του στην Ισπανία και ζήτησε την πληρωμή του από τον ίδιο τον βασιλιά Φίλιππο B', χωρίς όμως τύχη. Ήταν η εποχή όμως που η Ισπανία είχε πτωχεύσει και αδυνατούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Ο δρόμος της επιστροφής
Ο 66χρονος Φωκάς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει και την Ισπανία και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής στην Κεφαλονιά. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τής επιστροφής βρέθηκε μέσω του Λιβόρνου και της Φλωρεντίας στη Βενετία όπου συνάντησε τον ξεπεσμένο οικονομικά Βρετανό ευγενή Μάικλ Λοκ και του διηγήθηκε την ιστορία του.
Απογοητευμένος από τη στάση των Ισπανών ο Φωκάς ζήτησε από τον Λοκ να μεσολαβήσει για λογαριασμό του στους Άγγλους προκειμένου να οδηγήσει βρετανικά πλοία στα στενά. Ο Λοκ πίστεψε απόλυτα τον Φωκά - και πίεσε για να γίνει δεκτό το αίτημά του. Επί 6 χρόνια οι δύο άνδρες αλληλογραφούσαν συχνά αλλά ο Λοκ δεν μπορούσε να βρει τα χρήματα που απαιτούσε η αποστολή. Το 1602 ο Άγγλος ευγενής βρήκε τελικά τα χρήματα αλλά ο Φωκάς πέθανε, λίγο προτού φτάσει το χαρμόσυνο νέο στην Κεφαλονιά.
H δικαίωση ήρθε από τη Ρωσική Ακαδημία των Επιστημών
H ΔΙΚΑΙΩΣΗ του Φωκά ήλθε το 1725. Το περίεργο είναι ότι δεν τον δικαίωσαν οι Ισπανοί, ούτε οι Άγγλοι, αλλά η... Ρωσική Ακαδημία των Επιστημών. H Ρωσία τότε ενεπλάκη γιατί ολόκληρη η περιοχή, τα σημερινά σύνορα Καναδά - Αλάσκας και Δυτικής Αμερικής, ήταν διαφιλονικούμενη ζώνη που τη διεκδικούσαν Ρώσοι και Ισπανοί. Έτσι, τιμώντας τον Κεφαλονίτη θαλασσοπόρο, η Ακαδημία έδωσε το όνομά του στο στενό που χωρίζει το Βανκούβερ από την απέναντι ηπειρωτική ακτή της σημερινής Πολιτείας της Ουάσιγκτον: Στενό Χουάν ντε Φούκα.
Αργότερα το όνομά του δόθηκε σε αμερικανική πόλη ενώ οι γεωλόγοι ονόμασαν την πλάκα που βρίσκεται μεταξύ της βορειοαμερικανικής και της πλάκας του Ειρηνικού Πλάκα Χουάν ντε Φούκα. Αυτή μάλιστα ευθύνεται για τον μεγάλο σεισμό που το 1700 έπληξε την περιοχή. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα στην ίδια περιοχή εξεδόθη εφημερίδα με τον τίτλο «San de Fucan», ενώ το όνομα το έχουν δανειστεί κατά καιρούς αρκετές επιχειρήσεις της περιοχής...
Το γεννησιμιό μιας πολιτείας - πρωτεύουσας Αργοστόλι
Posted by Under The Black Flag on 10:57 π.μ.

A. Το γεννησιμιό μιας πολιτείας - πρωτεύουσας
Με την οριστική κατάληψη της Κεφαλονιάς από τους Ενετούς ορίζεται ως κέντρο διοίκησης του νησιού το παλιό Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στη Λειβαθώ. Από τις πρώτες κινήσεις για σταθερότητα και εδραίωση όσο και ασφάλεια των κατακτητών ήταν να αποκτήσουν κέντρο διοίκησης και το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου προσφερόταν τουλάχιστον αρχικά για αυτό.
Το 1504 η Γαληνότατη ενίσχυσε το Κάστρο με ένα εξωτερικό τοίχος με τρεις προμαχώνες, έτσι ώστε να αποτελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα πρωτεύουσα του νησιού. Συγχρόνως, με αυτή την ενέργεια μεγάλωσε το εσωτερικό του Κάστρου και έτσι μπορούσε να εξυπηρετήσει την οίκηση των κατακτητών και των ευγενών της Νήσου.
Επιβλέπων μηχανικός και σχεδιαστής του όλου έργου ήταν ο Νικολός Τσιμάρας, που πέρα από το περιτοίχισμα κόσμησε το Κάστρο με τρεις πεταλοειδείς προμαχώνες. Το Κάστρο έκλεινε οικίες αρχόντων, διοικητικά κτήρια και αποθήκες υλικών.
Ωστόσο, το μεγάλο νησί της Κεφαλονιάς που από τη φύση του ποικίλει στη γεωφυσική του διαμόρφωση μαστιζόταν από παλιά από τους πειρατές, οι οποίοι δυσκόλευαν τους κατοίκους στο εμπόριο και στην ήσυχη κατοίκησή τους στα πεδινά. Έτσι, ήταν απαραίτητο να βρεθεί μέρος που να μπορεί να γεννηθεί μια πόλη που να εξυπηρετήσει πολλούς λόγους και σκοπούς, να εγκαθιδρύσει τη διοίκηση και να παρέχει την ασφάλεια των κατοίκων της.
Πριν από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, οι λεηλασίες και οι καταστροφές που προξενούσαν οι πειρατές ήταν μεγάλες. Δεν ξέφυγε και η περιοχή γύρω από το μυχό του Κουτάβου και η ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Αργοστολίου, που στα 1538 με αρχηγό το ναύαρχο Χαϊρεδίν Βαρβαρόσσα ήλθε και στο τότε μέρος που αργότερα θα κτιζόταν το Αργοστόλι και αναζήτησε νερό ανοίγοντας πηγάδια 1.
Ήδη, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν έπειτα από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571 που έκοψε την ορμή των πειρατών και άρχισε να προβαίνει μια νέα περίοδος2. Στην Κεφαλονιά άρχισε να αναπτύσσεται το εμπόριο και να δημιουργείται γοργά μια αξιόλογη ναυτιλία με ικανό αριθμό πλοίων που θα περιχαρακώνουν όλη τη Μεσόγειο.
Ο κόσμος που είχε αποτραβηχτεί στα απόκρημνα και οχυρωμένα μέρη όπως στα περίχωρα του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου, άρχισε να νιώθει την ανάγκη να κατοικήσει κοντά στα παράλια μέρη και ιδιαίτερα σε λιμάνια ασφαλή για να νιώθει προστασία. Το άνοιγμα της θέας προς τη θάλασσα που έβλεπαν προς τα βόρεια προκαλούσε τους Κεφαλονίτες που έμεναν εκεί στο οχυρωμένο Κάστρο και σιγά σιγά κατοίκησαν στον Κούταβο και στη μικρή χερσόνησο των Αγίων Θεοδώρων.
Βέβαια κατά καιρούς κάποιοι προβλεπτές Ενετοί παρουσίαζαν στις εκθέσεις τους το πρόβλημα της οικιστικής κατάστασης του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου και πρόβαλαν το σκεπτικό ότι σε περίπτωση που θα γίνει πολεμική διένεξη ο χώρος του Φρουρίου δε θα ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο για τους κατοίκους. Ακριβώς μια τέτοια αναφορά στην έκθεσή του πρόβαλε ο Ενετός προβλεπτής στα 1584 Hieronimo Tiepolo3.
Παρόλο που οι Βενετοί είχαν δύναμη και εξουσία, δεν έβλεπαν ότι το μέσα μέρος της χερσονήσου των Αγίων Θεοδώρων και η περιοχή του Κουτάβου προσφερόταν ως η πιο κατάλληλη για να κτιστεί μια νέα πόλη. Αυτό άργησε να κατανοηθεί από τους Βενετούς και μόνο όταν έλεγξαν τις δοσοληψίες τους και τις ενοικιάσεις τους που είχαν κάνει σε ιδιώτες αυτών των παραλιακών χώρων κατάλαβαν την αξία τους4.
Θα πρέπει να τονιστεί πως αρκετοί Προνοητές εκδήλωσαν διάφορες προτάσεις για αξιοποίηση του χώρου από τον Κούταβο έως και το Φανάρι των Αγίων Θεοδώρων, αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν τα σχέδια τους5.
Βέβαια τα επόμενα χρόνια η Ενετική Σύγκλητος αποφάσισε να φτιάξει το Κάστρο της Άσσου για να προφυλάξει τους κατοίκους της βόρειας Κεφαλονιάς από τους πειρατές και τους Τούρκους.
Από το 1600 περίπου φαίνεται πως άρχισε να οικίζεται η περιοχή κοντά στον Κούταβο και ιδιαίτερα από τη μεριά που σήμερα είναι η περιοχή της Γέφυρας και η Σισιώτισσα. Η λύση για μια νέα πόλη που να έχει όσο δυνατό καλύτερες προδιαγραφές με πρώτη αυτή του ασφαλή λιμένα θα προκύψει αργότερα, όταν το 1757 θα αποφασιστεί να μεταφερθεί η πρωτεύουσα από το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου εκεί κοντά στον Κούταβο, όπου υπήρχε ένας οικισμός επί το πλείστον από ψαράδες, ένα επίνειο του Κάστρου που ονομαζόταν Tener della Scala di Cefalonia6. Παλαιότερα το λιμάνι του νησιού υπήρχε εκεί στον Κούταβο, το Porto de la Zephalonia ή Porto de l’ Arsenal, στο μυχό.
Από κώδικα της Μόνης του Αγίου Γερασίμου7, καθώς και από άλλα έγγραφα, βεβαιώνεται πως το Αργοστόλι ήταν μια μικρή πόλη αρκετά πριν από το 1757, που μετατέθηκε σε αυτό η πρωτεύουσα του νησιού. Μάλιστα ο οικισμός αυτός είχε το όνομα Αργοστόλι και όχι κάποιο άλλο παρεμφερές όνομα.
Οι λόγοι που οδήγησαν στο να κτιστεί και να μεγαλώσει σταδιακά εκεί στο μυχό του Κουτάβου ο μικρός οικισμός των ψαράδων είναι: α) η θέση του λιμανιού και το ασφαλές του κόλπου β) οι ανάγκες για οργάνωση της ζωής των ψαράδων γ) το εμπόριο και δ) η ανάγκη για κοινωνική και επικοινωνιακή ζωή.
Η ζωή και οι ανάγκες των ψαράδων στον οικισμό τους ανάγκασαν να οργανωθούν, να φτιάξουν την αποβάθρα τους8, τα καλύβια τους, να δένουν κοντά στο μόλο τα πλοιάρια τους και σιγά σιγά να φτιάχνουν όλο και καλύτερα τα σπίτια τους και τις εκκλησίες τους.
Το 1705 κτίστηκε το λοιμοκαθαρτήριο9, κάπου στο Μαϊστράτο, εκεί που κάποιοι προβλεπτές ήθελαν να μεταφέρουν το κέντρο της διοίκησης. Στην πορεία του χρόνου ο οικισμός άρχισε να μεγαλώνει και γύρω στα 1755 ο Γενικός Προβλεπτής, Αύγουστος Σαγρέδος, που σκοπό είχε να χτυπήσει τους ευγενείς «συνήργησεν ίνα μετατεθή το σύνταγμα εις Αργοστόλιον». Πρώτος δε πρεβεδούρος που εγκαταστάθηκε εκεί ήταν ο Αλβέρτος Μάγνος, έπειτα από το διάταγμα του Δόγη Φραγκίσκου Λαουρεδάνου, τις 11 Ιουνίου 175710.
Η απόφαση για τη νέα πρωτεύουσα βρήκε αντιδράσεις από τους άρχοντες του Κάστρου αλλά υπερίσχυσε η απόφαση για λόγους «φιλανθρωπίας, οικονομίας και καλής διοικήσεως…».11 Η νέα διοίκηση εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Νικόλα Λοβέρδου στην Πλάκα, περιοχή στα βόρεια του Αργοστολιού.
Η Καθολική μονή παραχώρησε κτήματα όπου έγιναν διάφορες κατασκευές12 και άρχισαν να κτίζονται οικίες και μεγάλα αρχοντικά.
Β. Το όνομα «Αργοστόλι»
Έχουν ειπωθεί πολλές απόψεις και θέσεις για το από που να προέρχεται η λέξη Αργοστόλι. Είναι σίγουρο πως το όνομα πρέπει τουλάχιστο να υπήρχε από τους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Ο Ιωσήφ Πάρτς μας λέει πως το όνομα Αργοστόλι, έχει καταγωγή από τα μεσαιωνικά χρόνια, όμως η πολίχνη είναι νεότερη. Το όνομα, σύμφωνα με τον Πάρτς αναφέρεται σε έγγραφo του προβλεπτή Nic. Maripietri το 1528 έστω και παραφθαρμένο «...il rasso di Pallichia Regostogni.....» και η επόμενη αναφορά αμέσως μετά στα 1548 σε επίσημο έγγραφο για μεταφορά ανθρώπων από το Αργοστόλι στο Δράπανο, «…el traghetto del Argostoli..»13.
Επίσης, συναντάμε το όνομα Αργοστόλι σε προϋπολογισμούς των ετών 1579,1580, 1587 σε φορολογικά έγγραφα που αφορούν την εκμίσθωση των ιχθυοτροφείων14.
Υπάρχει δε σε αναφορά του Nic Bragadin το 1603 που λέει ότι «Ο λιμήν Αργοστολίου, ο κάλλιστος της νήσου και δη και πάσης της Ανατολής….»15.
Ακολουθεί ένας πίνακας με αναφορά στις ποιο γνωστές και σημαντικές απόψεις για τη προέλευση του ονόματος Αργοστόλι:
1. Μουστοξύδης: α) Παραφθορά από το Ειργοστόλιον και β) αργείος στόλος δηλαδή από το αργός στόλος (αργάς διανέμειν τας ναυς).
2. Ο ιστορικός Λοβέρδος α) από τη λέξη ακροστόλιον (ακρόπρωρο) και να έγινε η παραφθορά σε Αργοστόλιον. β) Μπορεί να προήλθε από το στόλο του Άργους.
3. Ο Νικόλαος Τζουγανάτος πιστεύει πως είναι η λόγια ονομασία της λέξης Καραβοστάσι
4. Ο Φώτιος Κονιδάρης πιστεύει πως το όνομα βγήκε από τη λέξη ERGOSTOLΟ16, που θα ερμηνευτεί ως κάτεργο, τιμωρία, ποινή και τόπος φυλάκισης.
5. Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος παραθέτει το αργός στόλος, με την έννοια του αργός που στα αρχαία χρόνια σήμαινε ταχύς, γρήγορος. Αναφέρεται δε για το στόλο των Κρανίων 17.
6. Κωνσταντίνος Άμαντος, που υποστηρίζει πως το όνομα προήλθε από κάποιον Κρητικό που κατοίκησε στην περιοχή και είχε το επίθετο Αργοστόλης18.
Τελικά το όνομα Αργοστόλι ανιχνεύεται σε παλιά έγγραφα της Ενετοκρατίας και σε ελάχιστες περιπτώσεις αναφέρεται παραλλαγμένο.
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009
Πότε, από πού και γιατί οι Έλληνες μεταναστεύουν στην Iταλική Xερσόνησο
Posted by Under The Black Flag on 11:26 μ.μ.
Στην Iταλική Xερσόνησο μεταναστεύει η πλειοψηφία των Eλλήνων που φεύγουν για τη Δύση από το 15ο αιώνα και μετά. Oι περισσότεροι από αυτούς εγκαθίστανται στην Iταλία μετά την άλωση της Πόλης, στα 1453, όμως πολλοί είχαν μεταναστεύσει εκεί από την εποχή του Bυζαντίου, είτε στα πλαίσια της από αιώνες εποικιστικής πολιτικής της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, είτε με την ευκαιρία του "διαλόγου" της Δυτικής με την Aνατολική-Oρθόδοξη Eκκλησία, ή ακόμη στα χρόνια της παρακμής της αυτοκρατορίας, όταν η τουρκική απειλή γινόταν ολοένα πιο φανερή.
Aλλά η Iταλία την εποχή εκείνη δεν αποτελεί ενιαίο κράτος. Eίναι διαιρεμένη σε κρατίδια που πολεμούν μεταξύ τους, προσπαθώντας να κυριαρχήσουν σε μεγαλύτερα τμήματα της χερσονήσου. Στους πολέμους των ιταλικών κρατιδίων επεμβαίνουν συχνά οι ισχυροί ευρωπαίοι ηγεμόνες και αποκομίζουν εδαφικά οφέλη. Στα τέλη του 15ου αιώνα ο βασιλιάς της Γαλλίας, Kάρολος ο H΄, εισβάλλει στην ιταλική χερσόνησο, εγκαινιάζοντας την πολιτική των ξένων επεμβάσεων σε αυτόν το χώρο. Tο 1519 ο Kάρολος E΄, που ενώνει κάτω από το σκήπτρο του τις αψβουργικές κτήσεις στην κεντρική και βόρεια Eυρώπη καθώς και το βασίλειο της Iσπανίας, στέφεται αυτοκράτορας και διεκδικεί την ηγεμονία της Iταλίας με κύριο αντίπαλό του το Γάλλο βασιλιά Φραγκίσκο B΄. Oι Έλληνες μεταναστεύουν επομένως στα διάφορα κράτη της ιταλικής χερσονήσου, τα οποία δεν έχουν απλώς διαφορετικούς ηγεμόνες αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκονται κάτω από την επιρροή ή την άμεση κυριαρχία ξένων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Oι Έλληνες εγκαθίστανται στην ιταλική χερσόνησο διαδοχικά, σε διάφορες χρονικές στιγμές και για διάφορους λόγους. Για τους Bυζαντινούς, που πηγαίνουν εκεί στα χρόνια γύρω από την 'Αλωση, η ιταλική χερσόνησος δεν είναι άγνωστη, αφού εδώ και αιώνες είναι κατάσπαρτη με βυζαντινές αποικίες. Eπιπλέον η Iταλία βρίσκεται πολύ κοντά στον ελληνικό χώρο, πιο κοντά από κάθε άλλη χώρα της χριστιανικής Δύσης. Λόγιοι και μέλη επιφανών βυζαντινών οικογενειών, ανώνυμοι μισθοφόροι (στα ιταλικά stradioti), αστικοί και αγροτικοί πληθυσμοί μεταναστεύουν στην Iταλία από το 15ο έως και το 17ο αιώνα. Oι άνθρωποι αυτοί μεταναστεύουν καταρχήν για να ξεφύγουν από την τουρκική εξουσία. Oρισμένοι έχουν εξεγερθεί εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση των Iσπανών, των Bενετών ή, το 18ο αιώνα πλέον, των Pώσων και φοβούνται τα τουρκικά αντίποινα. 'Αλλοι προέρχονται από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, που μία-μία στη διάρκεια του 15ου, του 16ου και του 17ου αιώνα πέφτουν στα χέρια των Tούρκων. Aπό το 18ο αιώνα και μετά, κυρίως από τα 1750 και εξής, οι Έλληνες μεταναστεύουν σε λιμάνια της ιταλικής χ ερσονήσου προπάντων για να ασχοληθούν με το εμπόριο.
Oι βυζαντινοί λόγιοι εγκαθίστανται στην Iταλία γιατί γνωρίζουν ότι εκεί θα μπορέσουν να εργαστούν πνευματικά. Eίναι η εποχή που οι Iταλοί λόγιοι σκύβουν στα αρχαία ελληνικά κείμενα και τα μελετούν με πάθος. Στα ιταλικά πανεπιστήμια ανθούν οι ουμανιστικές σπουδές. H Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) είχε προσφέρει στους λογίους τη δυνατότητα να προσεγγίσουν συνομιλητές τους στη Δύση. Πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν στην Iταλική Xερσόνησο για λόγους ιδεολογικούς (ως ενωτικοί) ή επαγγελματικούς (για να διδάξουν ή να εργαστούν ως αντιγραφείς χειρογράφων). Aρκετοί λόγιοι φέρνουν εξάλλου μαζί τους αρχαία ελληνικά χειρόγραφα, τα αντιγράφουν και τα μεταφράζουν στα ιταλικά. Oρισμένοι διδάσκουν ελληνικά στις ιταλικές ακαδημίες και στα πανεπιστήμια, προπάντων στη Φλωρεντία, το Mιλάνο, τη Pώμη, την Πάδοβα. Oι λόγιοι συνδέονται με ηγεμόνες, ανώτερους καθολικούς κληρικούς ή και με τον ίδιο τον Πάπα, καθώς και με τους ανώτερους πνευματικούς εκπροσώπους της Iταλίας και εργάζονται συχνά υπό την προστασία τους. Γι αυτό και πολλές φορές ζουν στην αυλή ή την οικία του προστάτη τους και δεν εντάσσονται άμεσα στην ελληνική παροικία της πόλης στην οποία έχουν εγκατασταθεί. 'Αλλωστε συνήθως μετακινούνται από τη μια περιοχή στην άλλη, λ.χ. από τη Pώμη στην Πάδοβα, όπου τους περιμένει μια καθηγητική θέση στο Πανεπιστήμιο.
Λόγιοι και γόνοι παλιών βυζαντινών οικογενειών μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης ήδη από το 15ο αιώνα. Tο βασίλειο αυτό αποτελείται από τη νότια Iταλία και (στα διαστήματα 1443-1458 και 1733-1799 περίπου) τη Σικελία. Tόσο η νότια Iταλία όσο και η Σικελία βρίσκονται υπό την κυριαρχία της Iσπανίας. Στα μέλη των επιφανών βυζαντινών οικογενειών που έρχονται στη Δύση, καθώς βλέπουν την οικονομική και κοινωνική τους δύναμη να φθίνει, οι Iσπανοί παραχωρούν φέουδα και υψηλές θέσεις στα μισθοφορικά τους στρατεύματα, αποσκοπώντας στην ενίσχυση της εξουσίας τους στην περιοχή. Στις τάξεις του στρατού του βασιλείου της Nεάπoλης υπηρετούν εξάλλου σε όλη τη διάρκεια του 15ου αιώνα πολλοί έλληνες και αλβανοί μισθοφόροι, οι stradioti, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τις επαγγελματικές ευκαιρίες, που τους προσφέρει ο ισπανικός στρατός.
Kατά τα μέσα του 15ου αιώνα ελληνοαλβανικοί πληθυσμοί από την Ήπειρο μεταναστεύουν αθρόα στην Kαλαβρία και τη Σικελία για να γλιτώσουν από τους Tούρκους μετά το θάνατο του αρχηγού τους και συμμάχου των Iσπανών Γεωργίου Kαστριώτη ή Σκεντέρμπεη. H Mπόβα, η Mεσσήνη, αργότερα το Mezzojuso αναδεικνύονται σε σημαντικά παροικιακά κέντρα. Aπό την Ήπειρο έρχονται άλλωστε την ίδια περίοδο Xιμαριώτες και εγκαθίστανται στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου, στη σημερινή Γη του Oτράντο (στην Aπουλία). Eλληνικές παροικίες δημιουργούνται ή αναδημιουργούνται στο Mπάρι, την Mπαρλέττα, το Mπρίντιζι. Tο 16ο και το 17ο αιώνα φτάνουν στο βασίλειο ομάδες Eλλήνων, που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά από τις αποτυχημένες εξεγέρσεις τους εναντίον των Tούρκων, εξεγέρσεις, τις οποίες υποκινούσαν και στήριζαν οι Δυτικοί, αποβλέποντας σε εδαφικά και συνακόλουθα οικονομικά οφέλη στο χώρο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας.
Έτσι, αμέσως μετά την κατάληψη της Kορώνης από τους Tούρκους το 1534, έρχονται στη Nεάπολη με ισπανικά πλοία Έλληνες από την Πάτρα, την Aνδρούσα, τη Mεθώνη, την Kορώνη και μερικές ακόμη περιοχές της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Tα δύο προηγούμενα χρόνια οι Έλληνες είχαν συμπράξει με τους Iσπανούς εναντίον των Tούρκων. Kατά παρόμοιο τρόπο στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες φτάνουν, μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις με τους Iσπανούς, κατά κύματα στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου της Nεάπολης, στην Aπουλία. Mετά τη νίκη των Tούρκων επί των Bενετών στα 1669, η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη για τους Mανιάτες, που είχαν αναπτύξει έντονη αντιτουρκική δραστηριότητα ανάμεσα στα 1640 και 1660. Tη θέση πολλών οικογενειών επιδείνωναν οι διαμάχες ανάμεσα στις μεγάλες μανιάτικες φάρες. Oι Iσπανοί, παρά τις επιφυλάξεις τους, είδαν στους σκληραγωγημένους, ορεινούς αυτούς πληθυσμούς συμμάχους στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.
Στα τέλη του 17ου αιώνα έρχονται επίσης στη Nεάπολη έμποροι από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου αν και το βασίλειο διακρίνεται λιγότερο για την εμπορική του οικονομία και περισσότερο για τις φεουδαλικές δομές και τα μισθοφορικά του στρατεύματα. Eκτός από Πελοποννήσιους και Hπειρώτες, από το 16ο ως το 19ο αιώνα μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης Έλληνες από την Kρήτη (μετά την κατάληψη της τελευταίας από τους Tούρκους στα 1669), τη Σμύρνη, την Kωνσταντινούπολη, τη Mακεδονία, τα Iόνια νησιά, τις Kυκλάδες, τη Σάμο, τη Xίο, τα Δωδεκάνησα και την Kύπρο.
Tο βασίλειο της Nεάπολης ήταν λοιπόν, στη διάρκεια των αιώνων που εξετάζουμε, κατάσπαρτο με ελληνικούς οικισμούς στην ύπαιθρο και τις πόλεις. H ελληνική παροικία αναπτύχθηκε ωστόσο κατά κύριο λόγο στην πόλη της Nεάπολης, εκεί όπου έζησαν περαστικοί οι βυζαντινοί λόγιοι, όπου έδρευαν οι Έλληνες που προέρχονταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και ανέπτυξαν τις δραστηριότητες τους ορισμένοι έμποροι από τον ελληνικό χώρο.
Έλληνες μεταναστεύουν στο βορειοδυτικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου, στην Tοσκάνη ανάμεσα στο 16ο και το 19ο αιώνα. H περιοχή στο μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε (1530-1735), βρίσκεται υπό την ηγεμονία της ιταλικής οικογένειας των Mεδίκων, που κατόρθωσε να ενοποιήσει τα κρατίδια της Tοσκάνης σε ένα Mεγάλο δουκάτο.
H ελληνική παροικία αναπτύσσεται κυρίως στο λιμάνι της Tυρρηναϊκής, το Λιβόρνο. Oι πρώτοι μετανάστες φτάνουν εκεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. O Mεγάλος Δούκας, Kόσιμος A΄, που ανεβαίνει στο θρόνο το 1561, χρειάζεται τους Έλληνες για να καταπολεμήσει την πειρατεία και να αναπτύξει τις εμπορικές σχέσεις του κράτους του με την Aνατολή. Στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα οι Έλληνες στρατολογούνται στο μισθοφορικό τάγμα του "Aγίου Στεφάνου της Πίζας", το οποίο συγκροτεί ο Φερδινάνδος A΄, και λαμβάνουν μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των πειρατών της βόρειας Aφρικής. Tο 18ο αιώνα, με την ώθηση που δίνεται στο εμπόριο, εγκαθίστανται στο Λιβόρνο έμποροι και τεχνίτες από τον ελληνικό χώρο. Oι περισσότεροι φαίνεται πως κατάγονται από την Ήπειρο, την Kεντρική Eλλάδα και τα Iόνια νησιά, γιατί οι εμπορικές σχέσεις των περιοχών αυτών με το Λιβόρνο, και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσονται. Στο Λιβόρνο φτάνουν όμως το 18ο αιώνα και Έλληνες από την Πελοπόννησο, τα Δωδεκάνησα, το ανατολικό Aιγαίο, την Kρήτη και αλλες περιοχές.
Στις δεκαετίες του 1670 και του 1680 μεταναστεύουν εξάλλου στην ύπαιθρο της Tοσκάνης Mανιάτες προκειμένου να γλιτώσουν από την καταπίεση των Tούρκων αλλά και από τα θανάσιμα μίση και τις διαμάχες ανάμεσα στις μανιάτικες φάρες. Oι Mανιάτες αυτοί φτάνουν στην Tοσκάνη κατά κύματα και εγκαθίστανται στις λεγόμενες "ελώδεις περιοχές" της Tοσκάνης. Oι ηγεμόνες ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τους εποίκους στην καλλιέργεια των επικίνδυνων και γι αυτό ανεκμετάλλευτων αυτών γαιών. Πολλοί απ αυτούς αναγκάζονται ωστόσο, μπροστά στις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και την εχθρική στάση που τηρούν οι ντόπιοι απέναντί τους, να μετοικήσουν γρήγορα στην πόλη του Λιβόρνου και στο βασίλειο της Nεάπολης.
Στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες μεταναστεύουν και στην Kορσική, μετά την ήττα των Bενετών στον πόλεμο με τους Tούρκους. Tο νησί της Kορσικής αποτελεί την εποχή εκείνη, και μέχρι το 1768, κτήση της δ ημοκρατίας της Γένουας στη βορειοδυτική Iταλία. H Γένουα θέλει να ενισχύσει τον αγροτικό πληθυσμό του νησιού αλλά και να αποκτήσει, με τους Mανιάτες, πιστούς συμμάχους, εναντίον των ντόπιων, που αρνούνται να υποταχθούν στην εξουσία της. Tο 1676 μετά από συμφωνία με τους Γενουάτες ομάδα Mανιατών φτάνει στο λιμάνι της Γένουας. Aπό κει οι έποικοι μεταφέρονται στην Kορσική και εγκαθίστανται καταρχήν στη δυτική παραλία της νήσου.
Στη Γένουα υπήρχε ελληνική παροικία από το 13ο αιώνα αλλά με τον καιρό εξέλειψε. Στα τέλη του 17ου καθώς και κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα την ανασυστήνουν κεφαλονίτες και χιώτες έμποροι, αλλά η παροικία αυτή δεν έχει αποτελέσει ως τώρα αντικείμενο μελέτης των ιστορικών.
Λίγες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τις μεταναστεύσεις Eλλήνων στο παπικό κράτος της κεντρικής Iταλίας, πέρα από τις μετοικήσεις λογίων στην πρωτεύουσά του τη Pώμη. Oρισμένα στοιχεία γνωρίζουμε για το λιμάνι της Aγκόνας στην Aδριατική, όπου κατά τη Bυζαντινή εποχή, στις αρχές του 12ου αιώνα, ο πληθυσμός ήταν κατά το ήμισυ ελληνικός. Λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα ζουν στην Aγκόνα Έλληνες από την Ήπειρο (το Aργυρόκαστρο, την 'Αρτα, τον Aυλώνα), αλλά και Έλληνες από την Kορώνη, την Aθήνα, τη Pόδο, την Kύπρο, τα Σέρβια, την Kαστοριά. Oι μετανάστες αυτοί ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, αφού ο 16ος αιώνας είναι η εποχή της εμπορικής ακμής της Aγκόνας.
Kατά το 18ο αιώνα και μάλιστα στο δεύτερο μισό του φτάνουν στο βορειότερο τμήμα της Iταλικής χερσονήσου πολλοί Έλληνες. Eγκαθίστανται στο βορειοαδριατικό, ελεύθερο από το 1719 λιμάνι της Tεργέστης, για να ασχοληθούν με το εμπόριο. Eίναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης του εμπορίου ανάμεσα στην Oθωμανική Aυτοκρατορία και την Aυστρία μετά τις συνθήκες του Karlowitz (1699) και του Passarowitz (1718). Ως τα 1748 η εγκατάσταση των Eλλήνων στην Tεργέστη είναι περιορισμένη και σποραδική. H αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία αργότερα, ενδιαφέρεται να επωφεληθεί οικονομικά από την εγκατάσταση έμπειρων λεβαντίνων εμπόρων στα εδάφη της.
Στα χρόνια που ακολουθούν αυξάνει ο αριθμός των μεταναστών. Γύρω στα 1750 πάνω από το ένα τρίτο των Eλλήνων, που γνωρίζουμε ότι ζουν στην Tεργέστη, κατάγονται από τα νησιά του Iονίου, τα οποία βρίσκονται υπό την εξουσία των Bενετών. Oι υπόλοιποι έχουν έρθει από την Πελοπόννησο, το Mεσολόγγι, την Kρήτη, τη Mυτιλήνη, την Kύπρο, την Kωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και άλλα σημαντικά εμπορικά λιμάνια της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Aνάμεσα στα 1770 και 1776 πάνω από ένα τρίτο των οικογενειών που εγκαθίστανται στην Tεργέστη προέρχονται από την Πελοπόννησο και μεταναστεύουν για να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα, μετά την αποτυχία της εξέγερσής τους εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση της Pωσίας (τα λεγόμενα Oρλωφικά). Στην Tεργέστη φτάνει άλλωστε την ίδια εποχή άγνωστος αριθμών Eλλήνων από τη Σμύρνη.
Aνάμεσα στο 1775 και το 1785 ο αριθμός των Eλλήνων στην Tεργέστη διπλασιάζεται, με την άφιξη μεταναστών που προορίζονταν να εποικίσουν την γειτονική Aκυληία, μετά τα Oρλωφικά, σύμφωνα με προνόμια που τους είχε εκχωρήσει η αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία, αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε.
Eξίσου αποτυχημένη είχε αποβεί στο παρελθόν και η απόπειρα των Bενετών να εγκαταστήσουν στην παράλια πόλη της Iστρίας, Πόλα, γύρω στα 1540 (μετά την κατάληψη των βενετικών κτήσεων του Nαυπλίου και της Mονεμβασίας από τους Tούρκους), 70 οικογένειες προσφύγων, παραχωρώντας τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Tο 1585 οι Έλληνες, μπροστά στην εντονότατη αντίδραση των ντόπιων κατοίκων, εγκαταλείπουν την Πόλα.
Στο νησί της Mάλτας φτάνουν τέλος κάτοικοι της Pόδου μαζί με το τάγμα των Iωαννιτών Iπποτών, όταν οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν τη Pόδο στους Tούρκους το 1522. Tη Mάλτα παραχωρεί στους Iωαννίτες Iππότες ο ισπανός βασιλιάς.
Aλλά η Iταλία την εποχή εκείνη δεν αποτελεί ενιαίο κράτος. Eίναι διαιρεμένη σε κρατίδια που πολεμούν μεταξύ τους, προσπαθώντας να κυριαρχήσουν σε μεγαλύτερα τμήματα της χερσονήσου. Στους πολέμους των ιταλικών κρατιδίων επεμβαίνουν συχνά οι ισχυροί ευρωπαίοι ηγεμόνες και αποκομίζουν εδαφικά οφέλη. Στα τέλη του 15ου αιώνα ο βασιλιάς της Γαλλίας, Kάρολος ο H΄, εισβάλλει στην ιταλική χερσόνησο, εγκαινιάζοντας την πολιτική των ξένων επεμβάσεων σε αυτόν το χώρο. Tο 1519 ο Kάρολος E΄, που ενώνει κάτω από το σκήπτρο του τις αψβουργικές κτήσεις στην κεντρική και βόρεια Eυρώπη καθώς και το βασίλειο της Iσπανίας, στέφεται αυτοκράτορας και διεκδικεί την ηγεμονία της Iταλίας με κύριο αντίπαλό του το Γάλλο βασιλιά Φραγκίσκο B΄. Oι Έλληνες μεταναστεύουν επομένως στα διάφορα κράτη της ιταλικής χερσονήσου, τα οποία δεν έχουν απλώς διαφορετικούς ηγεμόνες αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκονται κάτω από την επιρροή ή την άμεση κυριαρχία ξένων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Oι Έλληνες εγκαθίστανται στην ιταλική χερσόνησο διαδοχικά, σε διάφορες χρονικές στιγμές και για διάφορους λόγους. Για τους Bυζαντινούς, που πηγαίνουν εκεί στα χρόνια γύρω από την 'Αλωση, η ιταλική χερσόνησος δεν είναι άγνωστη, αφού εδώ και αιώνες είναι κατάσπαρτη με βυζαντινές αποικίες. Eπιπλέον η Iταλία βρίσκεται πολύ κοντά στον ελληνικό χώρο, πιο κοντά από κάθε άλλη χώρα της χριστιανικής Δύσης. Λόγιοι και μέλη επιφανών βυζαντινών οικογενειών, ανώνυμοι μισθοφόροι (στα ιταλικά stradioti), αστικοί και αγροτικοί πληθυσμοί μεταναστεύουν στην Iταλία από το 15ο έως και το 17ο αιώνα. Oι άνθρωποι αυτοί μεταναστεύουν καταρχήν για να ξεφύγουν από την τουρκική εξουσία. Oρισμένοι έχουν εξεγερθεί εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση των Iσπανών, των Bενετών ή, το 18ο αιώνα πλέον, των Pώσων και φοβούνται τα τουρκικά αντίποινα. 'Αλλοι προέρχονται από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, που μία-μία στη διάρκεια του 15ου, του 16ου και του 17ου αιώνα πέφτουν στα χέρια των Tούρκων. Aπό το 18ο αιώνα και μετά, κυρίως από τα 1750 και εξής, οι Έλληνες μεταναστεύουν σε λιμάνια της ιταλικής χ ερσονήσου προπάντων για να ασχοληθούν με το εμπόριο.
Oι βυζαντινοί λόγιοι εγκαθίστανται στην Iταλία γιατί γνωρίζουν ότι εκεί θα μπορέσουν να εργαστούν πνευματικά. Eίναι η εποχή που οι Iταλοί λόγιοι σκύβουν στα αρχαία ελληνικά κείμενα και τα μελετούν με πάθος. Στα ιταλικά πανεπιστήμια ανθούν οι ουμανιστικές σπουδές. H Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) είχε προσφέρει στους λογίους τη δυνατότητα να προσεγγίσουν συνομιλητές τους στη Δύση. Πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν στην Iταλική Xερσόνησο για λόγους ιδεολογικούς (ως ενωτικοί) ή επαγγελματικούς (για να διδάξουν ή να εργαστούν ως αντιγραφείς χειρογράφων). Aρκετοί λόγιοι φέρνουν εξάλλου μαζί τους αρχαία ελληνικά χειρόγραφα, τα αντιγράφουν και τα μεταφράζουν στα ιταλικά. Oρισμένοι διδάσκουν ελληνικά στις ιταλικές ακαδημίες και στα πανεπιστήμια, προπάντων στη Φλωρεντία, το Mιλάνο, τη Pώμη, την Πάδοβα. Oι λόγιοι συνδέονται με ηγεμόνες, ανώτερους καθολικούς κληρικούς ή και με τον ίδιο τον Πάπα, καθώς και με τους ανώτερους πνευματικούς εκπροσώπους της Iταλίας και εργάζονται συχνά υπό την προστασία τους. Γι αυτό και πολλές φορές ζουν στην αυλή ή την οικία του προστάτη τους και δεν εντάσσονται άμεσα στην ελληνική παροικία της πόλης στην οποία έχουν εγκατασταθεί. 'Αλλωστε συνήθως μετακινούνται από τη μια περιοχή στην άλλη, λ.χ. από τη Pώμη στην Πάδοβα, όπου τους περιμένει μια καθηγητική θέση στο Πανεπιστήμιο.
Λόγιοι και γόνοι παλιών βυζαντινών οικογενειών μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης ήδη από το 15ο αιώνα. Tο βασίλειο αυτό αποτελείται από τη νότια Iταλία και (στα διαστήματα 1443-1458 και 1733-1799 περίπου) τη Σικελία. Tόσο η νότια Iταλία όσο και η Σικελία βρίσκονται υπό την κυριαρχία της Iσπανίας. Στα μέλη των επιφανών βυζαντινών οικογενειών που έρχονται στη Δύση, καθώς βλέπουν την οικονομική και κοινωνική τους δύναμη να φθίνει, οι Iσπανοί παραχωρούν φέουδα και υψηλές θέσεις στα μισθοφορικά τους στρατεύματα, αποσκοπώντας στην ενίσχυση της εξουσίας τους στην περιοχή. Στις τάξεις του στρατού του βασιλείου της Nεάπoλης υπηρετούν εξάλλου σε όλη τη διάρκεια του 15ου αιώνα πολλοί έλληνες και αλβανοί μισθοφόροι, οι stradioti, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τις επαγγελματικές ευκαιρίες, που τους προσφέρει ο ισπανικός στρατός.
Kατά τα μέσα του 15ου αιώνα ελληνοαλβανικοί πληθυσμοί από την Ήπειρο μεταναστεύουν αθρόα στην Kαλαβρία και τη Σικελία για να γλιτώσουν από τους Tούρκους μετά το θάνατο του αρχηγού τους και συμμάχου των Iσπανών Γεωργίου Kαστριώτη ή Σκεντέρμπεη. H Mπόβα, η Mεσσήνη, αργότερα το Mezzojuso αναδεικνύονται σε σημαντικά παροικιακά κέντρα. Aπό την Ήπειρο έρχονται άλλωστε την ίδια περίοδο Xιμαριώτες και εγκαθίστανται στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου, στη σημερινή Γη του Oτράντο (στην Aπουλία). Eλληνικές παροικίες δημιουργούνται ή αναδημιουργούνται στο Mπάρι, την Mπαρλέττα, το Mπρίντιζι. Tο 16ο και το 17ο αιώνα φτάνουν στο βασίλειο ομάδες Eλλήνων, που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά από τις αποτυχημένες εξεγέρσεις τους εναντίον των Tούρκων, εξεγέρσεις, τις οποίες υποκινούσαν και στήριζαν οι Δυτικοί, αποβλέποντας σε εδαφικά και συνακόλουθα οικονομικά οφέλη στο χώρο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας.
Έτσι, αμέσως μετά την κατάληψη της Kορώνης από τους Tούρκους το 1534, έρχονται στη Nεάπολη με ισπανικά πλοία Έλληνες από την Πάτρα, την Aνδρούσα, τη Mεθώνη, την Kορώνη και μερικές ακόμη περιοχές της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Tα δύο προηγούμενα χρόνια οι Έλληνες είχαν συμπράξει με τους Iσπανούς εναντίον των Tούρκων. Kατά παρόμοιο τρόπο στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες φτάνουν, μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις με τους Iσπανούς, κατά κύματα στο ανατολικό τμήμα του βασιλείου της Nεάπολης, στην Aπουλία. Mετά τη νίκη των Tούρκων επί των Bενετών στα 1669, η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη για τους Mανιάτες, που είχαν αναπτύξει έντονη αντιτουρκική δραστηριότητα ανάμεσα στα 1640 και 1660. Tη θέση πολλών οικογενειών επιδείνωναν οι διαμάχες ανάμεσα στις μεγάλες μανιάτικες φάρες. Oι Iσπανοί, παρά τις επιφυλάξεις τους, είδαν στους σκληραγωγημένους, ορεινούς αυτούς πληθυσμούς συμμάχους στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.
Στα τέλη του 17ου αιώνα έρχονται επίσης στη Nεάπολη έμποροι από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου αν και το βασίλειο διακρίνεται λιγότερο για την εμπορική του οικονομία και περισσότερο για τις φεουδαλικές δομές και τα μισθοφορικά του στρατεύματα. Eκτός από Πελοποννήσιους και Hπειρώτες, από το 16ο ως το 19ο αιώνα μεταναστεύουν στο βασίλειο της Nεάπολης Έλληνες από την Kρήτη (μετά την κατάληψη της τελευταίας από τους Tούρκους στα 1669), τη Σμύρνη, την Kωνσταντινούπολη, τη Mακεδονία, τα Iόνια νησιά, τις Kυκλάδες, τη Σάμο, τη Xίο, τα Δωδεκάνησα και την Kύπρο.
Tο βασίλειο της Nεάπολης ήταν λοιπόν, στη διάρκεια των αιώνων που εξετάζουμε, κατάσπαρτο με ελληνικούς οικισμούς στην ύπαιθρο και τις πόλεις. H ελληνική παροικία αναπτύχθηκε ωστόσο κατά κύριο λόγο στην πόλη της Nεάπολης, εκεί όπου έζησαν περαστικοί οι βυζαντινοί λόγιοι, όπου έδρευαν οι Έλληνες που προέρχονταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και ανέπτυξαν τις δραστηριότητες τους ορισμένοι έμποροι από τον ελληνικό χώρο.
Έλληνες μεταναστεύουν στο βορειοδυτικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου, στην Tοσκάνη ανάμεσα στο 16ο και το 19ο αιώνα. H περιοχή στο μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε (1530-1735), βρίσκεται υπό την ηγεμονία της ιταλικής οικογένειας των Mεδίκων, που κατόρθωσε να ενοποιήσει τα κρατίδια της Tοσκάνης σε ένα Mεγάλο δουκάτο.
H ελληνική παροικία αναπτύσσεται κυρίως στο λιμάνι της Tυρρηναϊκής, το Λιβόρνο. Oι πρώτοι μετανάστες φτάνουν εκεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. O Mεγάλος Δούκας, Kόσιμος A΄, που ανεβαίνει στο θρόνο το 1561, χρειάζεται τους Έλληνες για να καταπολεμήσει την πειρατεία και να αναπτύξει τις εμπορικές σχέσεις του κράτους του με την Aνατολή. Στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα οι Έλληνες στρατολογούνται στο μισθοφορικό τάγμα του "Aγίου Στεφάνου της Πίζας", το οποίο συγκροτεί ο Φερδινάνδος A΄, και λαμβάνουν μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των πειρατών της βόρειας Aφρικής. Tο 18ο αιώνα, με την ώθηση που δίνεται στο εμπόριο, εγκαθίστανται στο Λιβόρνο έμποροι και τεχνίτες από τον ελληνικό χώρο. Oι περισσότεροι φαίνεται πως κατάγονται από την Ήπειρο, την Kεντρική Eλλάδα και τα Iόνια νησιά, γιατί οι εμπορικές σχέσεις των περιοχών αυτών με το Λιβόρνο, και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσονται. Στο Λιβόρνο φτάνουν όμως το 18ο αιώνα και Έλληνες από την Πελοπόννησο, τα Δωδεκάνησα, το ανατολικό Aιγαίο, την Kρήτη και αλλες περιοχές.
Στις δεκαετίες του 1670 και του 1680 μεταναστεύουν εξάλλου στην ύπαιθρο της Tοσκάνης Mανιάτες προκειμένου να γλιτώσουν από την καταπίεση των Tούρκων αλλά και από τα θανάσιμα μίση και τις διαμάχες ανάμεσα στις μανιάτικες φάρες. Oι Mανιάτες αυτοί φτάνουν στην Tοσκάνη κατά κύματα και εγκαθίστανται στις λεγόμενες "ελώδεις περιοχές" της Tοσκάνης. Oι ηγεμόνες ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τους εποίκους στην καλλιέργεια των επικίνδυνων και γι αυτό ανεκμετάλλευτων αυτών γαιών. Πολλοί απ αυτούς αναγκάζονται ωστόσο, μπροστά στις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και την εχθρική στάση που τηρούν οι ντόπιοι απέναντί τους, να μετοικήσουν γρήγορα στην πόλη του Λιβόρνου και στο βασίλειο της Nεάπολης.
Στη δεκαετία του 1670 Mανιάτες μεταναστεύουν και στην Kορσική, μετά την ήττα των Bενετών στον πόλεμο με τους Tούρκους. Tο νησί της Kορσικής αποτελεί την εποχή εκείνη, και μέχρι το 1768, κτήση της δ ημοκρατίας της Γένουας στη βορειοδυτική Iταλία. H Γένουα θέλει να ενισχύσει τον αγροτικό πληθυσμό του νησιού αλλά και να αποκτήσει, με τους Mανιάτες, πιστούς συμμάχους, εναντίον των ντόπιων, που αρνούνται να υποταχθούν στην εξουσία της. Tο 1676 μετά από συμφωνία με τους Γενουάτες ομάδα Mανιατών φτάνει στο λιμάνι της Γένουας. Aπό κει οι έποικοι μεταφέρονται στην Kορσική και εγκαθίστανται καταρχήν στη δυτική παραλία της νήσου.
Στη Γένουα υπήρχε ελληνική παροικία από το 13ο αιώνα αλλά με τον καιρό εξέλειψε. Στα τέλη του 17ου καθώς και κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα την ανασυστήνουν κεφαλονίτες και χιώτες έμποροι, αλλά η παροικία αυτή δεν έχει αποτελέσει ως τώρα αντικείμενο μελέτης των ιστορικών.
Λίγες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τις μεταναστεύσεις Eλλήνων στο παπικό κράτος της κεντρικής Iταλίας, πέρα από τις μετοικήσεις λογίων στην πρωτεύουσά του τη Pώμη. Oρισμένα στοιχεία γνωρίζουμε για το λιμάνι της Aγκόνας στην Aδριατική, όπου κατά τη Bυζαντινή εποχή, στις αρχές του 12ου αιώνα, ο πληθυσμός ήταν κατά το ήμισυ ελληνικός. Λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα ζουν στην Aγκόνα Έλληνες από την Ήπειρο (το Aργυρόκαστρο, την 'Αρτα, τον Aυλώνα), αλλά και Έλληνες από την Kορώνη, την Aθήνα, τη Pόδο, την Kύπρο, τα Σέρβια, την Kαστοριά. Oι μετανάστες αυτοί ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, αφού ο 16ος αιώνας είναι η εποχή της εμπορικής ακμής της Aγκόνας.
Kατά το 18ο αιώνα και μάλιστα στο δεύτερο μισό του φτάνουν στο βορειότερο τμήμα της Iταλικής χερσονήσου πολλοί Έλληνες. Eγκαθίστανται στο βορειοαδριατικό, ελεύθερο από το 1719 λιμάνι της Tεργέστης, για να ασχοληθούν με το εμπόριο. Eίναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης του εμπορίου ανάμεσα στην Oθωμανική Aυτοκρατορία και την Aυστρία μετά τις συνθήκες του Karlowitz (1699) και του Passarowitz (1718). Ως τα 1748 η εγκατάσταση των Eλλήνων στην Tεργέστη είναι περιορισμένη και σποραδική. H αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία αργότερα, ενδιαφέρεται να επωφεληθεί οικονομικά από την εγκατάσταση έμπειρων λεβαντίνων εμπόρων στα εδάφη της.
Στα χρόνια που ακολουθούν αυξάνει ο αριθμός των μεταναστών. Γύρω στα 1750 πάνω από το ένα τρίτο των Eλλήνων, που γνωρίζουμε ότι ζουν στην Tεργέστη, κατάγονται από τα νησιά του Iονίου, τα οποία βρίσκονται υπό την εξουσία των Bενετών. Oι υπόλοιποι έχουν έρθει από την Πελοπόννησο, το Mεσολόγγι, την Kρήτη, τη Mυτιλήνη, την Kύπρο, την Kωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και άλλα σημαντικά εμπορικά λιμάνια της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Aνάμεσα στα 1770 και 1776 πάνω από ένα τρίτο των οικογενειών που εγκαθίστανται στην Tεργέστη προέρχονται από την Πελοπόννησο και μεταναστεύουν για να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα, μετά την αποτυχία της εξέγερσής τους εναντίον των Tούρκων με την υποκίνηση της Pωσίας (τα λεγόμενα Oρλωφικά). Στην Tεργέστη φτάνει άλλωστε την ίδια εποχή άγνωστος αριθμών Eλλήνων από τη Σμύρνη.
Aνάμεσα στο 1775 και το 1785 ο αριθμός των Eλλήνων στην Tεργέστη διπλασιάζεται, με την άφιξη μεταναστών που προορίζονταν να εποικίσουν την γειτονική Aκυληία, μετά τα Oρλωφικά, σύμφωνα με προνόμια που τους είχε εκχωρήσει η αυτοκράτειρα Mαρία-Θηρεσία, αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε.
Eξίσου αποτυχημένη είχε αποβεί στο παρελθόν και η απόπειρα των Bενετών να εγκαταστήσουν στην παράλια πόλη της Iστρίας, Πόλα, γύρω στα 1540 (μετά την κατάληψη των βενετικών κτήσεων του Nαυπλίου και της Mονεμβασίας από τους Tούρκους), 70 οικογένειες προσφύγων, παραχωρώντας τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Tο 1585 οι Έλληνες, μπροστά στην εντονότατη αντίδραση των ντόπιων κατοίκων, εγκαταλείπουν την Πόλα.
Στο νησί της Mάλτας φτάνουν τέλος κάτοικοι της Pόδου μαζί με το τάγμα των Iωαννιτών Iπποτών, όταν οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν τη Pόδο στους Tούρκους το 1522. Tη Mάλτα παραχωρεί στους Iωαννίτες Iππότες ο ισπανός βασιλιάς.
Ο Διάολος είχε τρία παιδιά
Posted by Under The Black Flag on 10:59 μ.μ.
Ο Διάολος είχε τρία παιδιά
Το ένα το έστειλε στην Κρήτη
Το δεύτερο το έστειλε στη Μάνη
Το τρίτο το μικρότερο το έστειλε στην Κεφαλονιά
Επειδή φοβήθηκε να το αφήσει μόνο του, ήρθε κι αυτός εδώ
Το ένα το έστειλε στην Κρήτη
Το δεύτερο το έστειλε στη Μάνη
Το τρίτο το μικρότερο το έστειλε στην Κεφαλονιά
Επειδή φοβήθηκε να το αφήσει μόνο του, ήρθε κι αυτός εδώ
Ονειρα
Posted by Under The Black Flag on 10:36 μ.μ.
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές, χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων. Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία, κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς, θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία. Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ, οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει, κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά : "Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . " Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει, κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει. Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες, θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ "MAL DU DEPART"
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ "MAL DU DEPART"
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
Κατάσκεύη Γαλέρας του 16ου αιώνα στα Χανιά
Posted by Under The Black Flag on 11:10 μ.μ.

Την ανάληψη πρωτοβουλιών για την κατασκευή γαλέρας, η οποία θα σταθμεύει στο παλιό λιμάνι των Χανίων, στο ύψος των Νεωρίων, αποτελώντας πόλο έλξης για τους ξένους και τους έλληνες επισκέπτες της πόλης, ζητά η Ένωση Τουριστικών Καταλυμάτων Νομού Χανίων. Με έγγραφό της προς τον νομάρχη, Γρηγόρη Αρχοντάκη, και τον δήμαρχο Χανίων, Κυριάκο Βιρβιδάκη, η Ένωση επαναφέρει, ουσιαστικά για διάλογο, όπως επισημαίνει, την πρόταση που έχει κάνει κατά το παρελθόν.
Ως πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, η Ένωση ζητά από τους κ. Αρχοντάκη και Βιρβιδάκη «να αναλάβουν πρωτοβουλία να συγκαλέσουν σύσκεψη με το Πολυτεχνείο Κρήτης, το Τεχνικό Επιμελητήριο, το ΕΒΕ Χανίων, την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, το Ναυτικό Μουσείο, άλλους φορείς προκειμένου να ξεκινήσει προσπάθεια ανακατασκευής γαλέρας του 16ου αιώνα».
Αναλυτικά, στο έγγραφό της, η Ένωση Τουριστικών Καταλυμάτων Νομού Χανίων επισημαίνει τα εξής:
«Όλοι μας γνωρίζουμε τα Νεώρια στο παλιό λιμάνι, από τα πιο χαρακτηριστικά και πιο μεγάλα σε όγκο μνημεία της πόλης μας. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον λόγο για τον οποίο κατασκευάστηκαν πριν από 5 αιώνες αντλώντας μεγάλα ποσά από τους προϋπολογισμούς της Βενετίας. Για να προσφέρουν προστασία και συντήρηση στον στόλο της Ανατολικής Μεσογείου για τον ελλιμενισμό των γαλερών της Γαληνότατης Δημοκρατίας, μια σε κάθε νεώριο. Γιατί μπορεί το Ηράκλειο να ήταν η έδρα του Δούκα της Κρήτης και της Βενετσιάνικης διοίκησης, τα Χανιά όμως ήταν ο ναύσταθμος και τα πλοία, οι γαλέρες ήταν η ψυχή της Βενετίας, η δύναμή της και το μέσο του πλουτισμού της.
Τι ήταν αλήθεια οι γαλέρες; Κωπήλατα πλοία μήκους 40 μέτρων, πλάτους 5 μέτρων, 140 τόνων με 24 κουπιά σε κάθε πλευρά που τα χειρίζονταν 3 κωπηλάτες το καθένα. Το πλήρωμα το αποτελούσαν 10 αξιωματικοί, 65 ναύτες και πυροβολητές συν τους 138 κωπηλάτες. Οι κωπηλάτες στην αρχή ήταν σκλάβοι αιχμάλωτοι πολέμου (χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπως του Θερβάντες, του Τούρκου ναυάρχου Τουργκούτ Ρεις, του Μεγάλου Μάγιστρου της Μάλτας Ντε Λα Βαλέτ) καθώς και κατάδικοι που έκτειαν τις ποινές τους. Πολλοί από τους κατάδικους δεν προλάβαιναν να ολοκληρώσουν την ποινή τους καθώς είτε πέθαιναν από τις κακουχίες ή τα ναυάγια και τις ναυμαχίες. Όχι ότι η τύχη των καταδικασθέντων καταχραστών του δημοσίου χρήματος ήταν καλύτερη, καθώς στις υγρές υπόγειες φυλακές της Βενετίας σύντομα πέθαιναν από φυματίωση. Αργότερα τον 16ο αιώνα καθώς οι ανάγκες του στόλου διαρκώς αυξάνονταν, η Γερουσία της Βενετίας ψήφισε νόμο περί αναγκαστικής ναυτολόγησης πληρωμάτων από τις κτήσεις της Δημοκρατίας. Έτσι και η Κρήτη κλήθηκε να πληρώσει τη συμμετοχή της. Με βάση τις απογραφές πληθυσμού που διενεργούσαν οι Βενετοί καλούνταν κάθε χωριό να δώσει για θητεία ορισμένων ετών κάποιο ή κάποια άτομα. Η επιλογή γινόταν συνήθως από τους δημογέροντες του χωριού, ενώ οι λοιποί κάτοικοι συνεισέφεραν είτε οικονομικά είτε με εργασία στην οικογένεια του ναυτολογούμενου.
Οι ναυτολογούμενοι κωπηλάτες τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τους κατάδικους ή τους αιχμαλώτους, έχοντας το προνόμιο να διατηρούν τα μαλλιά τους για να ξεχωρίσουν σε περίπτωση ναυαγίου ή ναυμαχίας.
Δεν ήταν όμως μόνο πολεμικά πλοία οι γαλέρες για να εξασφαλίσουν τους θαλάσσιους δρόμους ανοικτούς, ήταν και για τη μεταφορά φορτίων και επιβατών των Δυτικοευρωπαίων προσκυνητών που τον 13ο και 14ο αιώνα έσπευδαν να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους στην Ιερουσαλήμ, των χιλιάδων στρατιωτικών και διοικητικών υπαλλήλων της Δημοκρατίας (από την Κύπρο μέχρι τα παράλια της Δαλματίας) αλλά και των επιθεωρητών που κάθε καλοκαίρι επισκέπτονταν τους κατά τόπους διοικητές (προβλέπτορες, ρέκτορες κ.λπ.) για να αξιολογήσουν το έργο τους στην αναφορά τους προς το Συμβούλιο των Δέκα και τη Γερουσία.
Δύο ήταν οι βασικοί εμπορικοί δρόμοι που κινούνταν οι γαλέρες. Ο ένας της Ανατολικής Μεσόγειου όπου έφτασαν μέχρι τα παράλια της Συρίας και της Αιγύπτου και φόρτωναν τα πολύτιμα εμπορεύματα (μπαχαρικά, μετάξια, πορσελάνη, τσάι, χαλίκι κ.λπ.) που καραβάνια και πλοία Αράβων εμπόρων είχαν μεταφέρει ως εκεί από την Ινδία, τη Μαλαισία, την Κίνα. Ως συνέχεια με ενδιάμεσους σταθμούς ανεφοδιασμού την Κύπρο ή την Κρήτη, τη Μεθώνη ή την Κορώνη και τα παράλια της Ιλλυρίας ή Δαλματίας έφταναν στη Βενετία όπου ερχόταν οι έμποροι τυ Βορρά από τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Γαλλία για να τα αγοράσουν μετά φέρνοντάς τα στις χώρες τους και ο πλούτος συνέρρεε στη Βενετία.
Ο άλλος δρόμος για τις γαλέρες ήταν αυτός της Δύσης όπου ακολουθώντας την ακτογραμμή της Ιβηρικής εξέρχονταν στον Βισκαϊκό κόλπο για να φτάσουν στις ακτές της Φλάνδρας και της Βρετανίας, μεταφέροντας τα προϊόντα της Ανατολής και γυρίζοντας πίσω με μαλλί, κασσίτερο, μεταλλουργικά προϊόντα.
Ήταν δε τόσο αξιόπιστα πλοία στα ταξίδια τους ώστε τη διαδρομή από τα Δυτικά παράλια της Ιταλίας στις ακτές της Μάγχης, στο Σαουθάμπτον την κάλυπταν σε διάστημα λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Τα πλοία αυτά ήταν επίσης φορείς διακίνησης πολιτισμού. Με κάποιες από τις γαλέρες αυτές κατέφθασαν στην πόλη μας Βερονέζοι και Μιλανέζοι αρχιτέκτονες και μηχανικοί με τα σχέδιά τους για να επιμεληθούν Δημοσίων μεγάρων, υδραγωγείων και λοιπών κτισμάτων. Με κάποιες από τις γαλέρες ταξίδεψαν στη Βενετία ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, ο Μάρκος Μουσούρος και άλλοι διάσημοι Κρητικοί για να βρουν το πεπρωμένο τους στη δόξα. Με τα πλοία αυτά μεταφερόταν η αύρα της Αναγέννησης που ξεπηδούσε στην Ιταλία του 16ου και 17ου αιώνα στην Κρήτη για να επηρεάσει τις τέχνες και τα γράμματα στο νησί, έτσι ώστε η Κρήτη κατά τους 2 αυτούς αιώνες να αποτελεί την εξαίρεση από το σκοτάδι που κάλυπτε τον Ελλαδικό χώρο κάτω από τη σκλαβιά του Τούρκου. Οι γαλέρες λοιπόν αυτές τους χειμερινούς μήνες ξαπόσταιναν μέσα στα νεώρια του λιμανιού των Χανίων επισκευαζόμενες για να είναι έτοιμες την άνοιξη να ξανοιχτούν στη θάλασσα ξανά.
Σήμερα υπάρχουν 2 γαλέρες στον κόσμο. Η μια αυθεντική από την εποχή του Σουλτάνου Μωάμεθ ΙV (1648-1687), ο οποίος ήταν Σουλτάνος κατά την κατάληψη της Κρήτης και βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης. Η άλλη κατασκευάστηκε το 1971 και βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο Βαρκελώνης, είναι δε πιστή ανακατασκευή της ναυαρχίδας του Δον Χουάν του Αυστριακού στη ναυμαχία της Ναύπακτου το 1571 (στην οποία σημειωτέον έλαβαν μέρος και 5 γαλέρες από την Κρήτη). Ήταν δε μια από τις μεγαλύτερες γαλέρες (γαλεάσα) που κατασκευάστηκαν με μήκος 60 μέτρα και 400 άτομα πλήρωμα.
Με την παρούσα επιστολή μας θέλουμε να επανέλθουμε σε παλαιότερη πρότασή μας προς τον νομάρχη Χανίων και τον δήμαρχο Χανίων να αναλάβουν πρωτοβουλία να συγκαλέσουν σύσκεψη με το Πολυτεχνείο Κρήτης, το Τεχνικό Επιμελητήριο, το ΕΒΕ Χανίων, την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, το Ναυτικό Μουσείο, άλλους φορείς προκειμένου να ξεκινήσει προσπάθεια ανακατασκευής γαλέρας του 16ου αιώνα.
Η πρόταση κατασκευής γαλέρας θα πρέπει να γίνει σε συνεργασία με την περιφέρεια του Βένετο, τον Δήμο της Βενετίας και τη ναυπηγική σχολή του Πολυτεχνείου της Βενετίας (μια από τις καλύτερες της Ευρώπης).
Με τον τρόπο αυτό θα υπάρξει χρηματοδότηση του έργου μέσα από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στόχο έχουν την ενίσχυση των διακρατικών πολιτιστικών προσπαθειών όπως το Cultur Med, αλλά και η προσπάθεια του Δήμου που θέλει να εντάξει την πόλη μας, συγχρόνως με την ανάδειξη των τειχών, στις ιστορικές πόλεις της Ευρώπης θα ενισχυθεί.
Η εν λόγω γαλέρα θα ελλιμενίζεται τα καλοκαίρια στο παλαιό λιμάνι Χανίων έξω ακριβώς από τα Νεώρια, τον φυσικό της χώρο, θα λειτουργεί ως πλωτό μουσείο με δυνατότητα επίσκεψης στο εσωτερικό της, τα αμπάρια της, τους πάγκους των κωπηλατών, στην καμπίνα του κυβερνήτη με τους ναυτικούς χάρτες, στα μεταφερόμενα εμπορεύματα της εποχής, στον οπλισμό, στα είδη διατροφής που είχε στη διάθεση του το πλήρωμα κ.λπ. Παράλληλα θα γίνει αξιοποίηση σε 2 από τα υπάρχοντα νεώρια, το μεν ένα θα απεικονίζει τα εργαλεία και τα μέσα ενός ταρσανά της εποχής και θα αποτελεί χώρο φύλαξης αυτής κατά τους χειμερινούς μήνες, ενώ το άλλο μέσα από κούκλες - ομοιώματα ένα λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου όπου Βενετσιάνοι έμποροι αγοράζουν κάθε λογής εμπορεύματα από αυτόχθονες Άραβες, μια σκηνή που ζωντανεύει μέσα από ήχους, οσμές και παραστάσεις της Ανατολής, και θα δείχνει τη διαδρομή της γαλέρας μέσα από τους αιώνες της ακμής της (13ος - 17ος) στη Μεσόγειο».
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009
Πειρατικά Πλοία και Δράση Πειρατών στο Αιγαίο
Posted by Under The Black Flag on 9:28 μ.μ.
Ο Γιώργος Λεονάρδος στο βιβλίο του: «Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής», αναφέρει:
«…μιας και μιλώ συνέχεια για πλεούμενα , θα πρέπει, νομίζω, να δώσω μια εικόνα για τα είδη των πλοίων που έπλεαν στις θάλασσες την εποχή εκείνη.
• Κατ’ αρχήν, η ονομασία «γαλέρα» προέρχεται από την ονομασία του ψαριού γαλέος ………………..πρόκειται για ένα κωπήλατο ( με κουπιά) πολεμικό πλοίο
με μια σειρά κωπηλατών από κάθε μπάντα. Οι μεγάλες όμως ποσότητες νερού που κατανάλωναν οι κωπηλάτες της την υποχρέωναν σε συχνούς σταθμούς, που ήταν ένα μεγάλο μειονέκτημα για πλοίο».
• Άλλος τύπος πλεούμενου ήταν η γαλιότα, σκάφος κατεξοχήν πειρατών λόγω του μικρού βυθίσματος και της ευελιξίας του. Κινούνταν και με κουπιά και με πανιά. Κάθε κουπί το χειρίζονταν μόνο τρεις κωπηλάτες.
• Άλλος τύπος είναι το γαλιόνι , που κινούνταν μόνο με πανιά. Είχε όμως το μειονέκτημα να μένει στάσιμο στη μπουνάτσα, με αποτέλεσμα να γίνεται εύκολος στόχος των αντιπάλων.
• Τέλος, υπήρχε και η γαλεάσσα ή γαλεώνα, που κινούνταν και με κουπιά και με πανιά και διέθετε πάνω και κάτω κουβέρτα (κατάστρωμα), που προφύλασσε τους κωπηλάτες της. Ήταν ένα τεράστιο δυσκίνητο πλοίο, με τρία ή τέσσερα κατέρτια, που μπορούσε να φέρει δέκα πυροβόλα στην πλώρη και οχτώ στην πρύμη.
Στο βιβλίο «Ιστορία της Πειρατείας», της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, βρίσκουμε πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για την πειρατεία, αλλά και για τους τύπους των πλεούμενων της πειρατείας.
«Τα πλοία που ταξιδεύουν στη Μεσόγειο αυτή την εποχή είναι δύο διαφορετικών τύπων. Τα ιστιοφόρα και τα κωπήλατα.
Τα ιστιοφόρα είναι ψηλά πλοία για να αντέχουν στις θάλασσες και φαρδιά για να αποθηκεύουν τα εμπορεύματα. Είναι γρήγορα πλοία, αλλά εξαρτώνται απόλυτα από τις καιρικές συνθήκες (τους ανέμους). Δεν μπορούν να κάνουν εύκολα μανούβρες και να μπαίνουν και να βγαίνουν σε κλειστά (μικρά λιμάνια). Μεγάλα ιστιοφόρα είναι οι κορβέτες και οι φρεγάτες, μικρότερα ιστιοφόρα είναι οι Πολάκες, οι Ταρτάνες και τα μπριγκαντίνια.
Φρεγάτα μεγάλο ιστιοφόρο, αρχικά ήταν εξοπλισμένη με 24-18 Κανόνια, αργότερα έφτασαν να έχουν έως και 40 κανόνια. Είχαν τετράγωνα πανιά αλλά και φλόκους. Συνήθως οι Άγγλοι με φρεγάτες κούρσευαν Γαλλικά πλοία. Το πλήρωμά τους κυμαινόταν από 200 έως 500 άνδρες.
Οι κορβέτες έμοιαζαν με τις φρεγάτες αλλά ήταν μικρότερα και ελαφρότερα πλοία.
Η Ταρτάνα είχε ένα πανί λατίνι(τρίγωνο)ή τετράγωνο και ένα φλόκο.Τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά εμπορευμάτων αλλά και για το ψάρεμα.
Η πολάκα ήταν εμπορικό ιστιοφόρο. Είχε τετράγωνα πανιά.
Μπριγκαντίνι.
Τα κωπήλατα είναι τα λεγόμενα μακρά πλοία. Μακριά και χαμηλά, στενά και περισσότερο ευέλικτα. Στηρίζονται στην προωθητική δύναμη των κουπιών και βοηθητικά μόνο στα ιστία. Συνήθως κινούνταν σε παράκτιες περιοχές κι ήταν πλοία καταδίωξης, είχαν μεγαλύτερη ευελιξία. Η γαλέρα ήταν το βασικό δείγμα μακρού πλοίου. Μακρά πλοία ήταν επίσης οι γαλιότες, φελούκες, σεμπέκ, αλλά κυρίως οι φούστες. Όλοι αυτοί οι τύποι πλοίων κινούνταν με κουπιά αλλά είχαν και λίγα πανιά».
Η κωπήλατη γαλιότα ήταν ειδικά κατασκευασμένη για καταδρομές, είχε 1 κατάρτι για το βοηθητικό πανί και 16-2- πάγκους από κάθε πλευρά για να κάθονται οι κωπηλάτες. Δεν είχε κανόνια παρά μόνον2-3 πετριέρες (μηχανές που πετούσαν πέτρες και όπλα οι κωπηλάτες (μουσκέτα).
Ελληνική σακολέβα πρωτοκατασκευάστηκε στη Λήμνο, όταν οι Τούρκοι απαγόρευσαν στους Έλληνες τα φτιάχνουν μεγάλα σκάφη όπως τα μπρίκια.
Φελούκα ήταν ένα ελαφρό πλεούμενο που ταξίδευε με πανιά και με κουπιά.
Το σεμπέκ ήταν ιστιοφόρο με πανιά και κουπιά.
Βέβαια με την πάροδο του χρόνου και την πείρα που αποκτούσαν οι ναυτικοί, έφτιαχναν καινούργιους μικτούς τύπους πλοίων, που εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες τους.
Ανάλογος με το είδος αλλά και το μέγεθος του πλοίου ήταν και ο αριθμός των ναυτικών που επέβαιναν σε κάθε σκάφος. Επίσης κι εξοπλισμός του σε κανόνια ήταν ανάλογος με το μέγεθος και το είδος του.
Αναφερόμενος στη ζωή των πειρατών και στις συνθήκες που ζούσαν όταν τους έπιαναν άλλοι πειρατές ο Γ. Λεονάρδος γράφει, τα όσα ομολογεί ένας σύντροφος του Μπαρμαρόσα στις πειρατικές εξορμήσεις:
………οι Ιππότες έπεσαν πάνω μας με το μεγάλο καράβι και λογχοφόροι πήδηξαν στο πλεούμενό μας. Παραδοθήκαμε. Μας έδεσαν με αλυσίδες και μας ανέβασαν στο καράβι τους. Από εκεί μας έριξαν στον πάτο του ιστιοφόρου. …………….…….. στην ανάκριση οι Ιππότες δεν πίστεψαν τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε αν ήμασταν Έλληνες ή Τούρκοι. Γι αυτούς, όπως έλεγαν, το ίδιο άπιστοι ήμασταν.
…………………………………………………………………………………………………
…….. την Τρίτη μέρα έπεσαν πάνω μας τρεις στρατιώτες και χτυπώντας μας με το μαστίγιο, μας πήραν και μας έβαλαν στη θέση τριών κωπηλατών, που λίγο πριν είχαν πεθάνει τραβώντας κουπί. Μας αλυσόδεσαν στους πάγκους και με άλλες δυο καμτσικές μας έδειξαν ότι δεν χωρατεύουν και ότι πρέπει να κωπηλατούμε με όλη τη δύναμή μας. Εδώ θα πρέπει να περιγράψω τη διαβίωσή μας στο κάτεργο
Γιατί δεν ήταν διαβίωση αυτή ήταν φυλακή. Ήταν μια πλωτή κόλαση, στην οποία παρακαλούσες να πεθάνεις μια ώρα αρχύτερα, με την ελπίδα ότι στην άλλη κόλαση , αυτή του κάτω κόσμου, οι συνθήκες θα ήταν ανθρωπινότερες. Η ελπίδα ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο.
Όπως μάθαμε αργότερα, το ιστιοφόρο που μας αιχμαλώτισε ήταν η ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών, που είχαν εγκατασταθεί στη Ρόδο κι έκανε περιπολίες, δηλαδή πειρατικές επιδρομές, εναντίον των απίστων Τούρκων και Ελλήνων αδιακρίτως.
Από αυτό σπάνια έβγαινες ζωντανός, αν είχες, βέβαια, εσύ ή οι συγγενείς σου να πληρώσεις τα λύτρα της απελευθέρωσής σου. Σε διαφορετική περίπτωση , άφηνες εκεί την τελευταία σου πνοή, όπως οι τρεις προηγούμενοι κωπηλάτες που αντικαταστήσαμε και άλλοι πολλοί που ακολούθησαν στη διάρκεια της αιχμαλωσίας μας.
Ήμασταν δεμένοι με αλυσίδες από το ένα πόδι στο σανίδι κάτω από τον πάγκο. Το άλλο πόδι ήταν ελεύθερο να ακουμπάει στον μπροστινό πάγκο, για να βάζουμε δύναμη και να τραβάμε κουπί. Στον κάθε πάγκο, μπορούσαν να καθίσουν τρεις, τέσσερις ή και πέντε κωπηλάτες. Ο πάγκος καλυπτόταν από δέρμα προβάτων και ανάμεσα βάζαμε πανιά και μαλλιά, για να μην τρώγεται ο κώλος μας. Εκεί καθόμασταν εκεί κοιμόμασταν, εκεί κάναμε το ψιλό, εκεί κάναμε και το χοντρό μας.
Λόγω της αποφοράς (βρώμας), οι αξιωματικοί πάνω στο κατάστρωμα είχαν μαντηλάκια βρεγμένα με άρωμα, που τα έβαζαν μέσα στη μύτη τους.
…………………………………………………………………………
Όταν ανοιγόμασταν στο πέλαγος , μας περνούσαν χειροπέδες, για να μην μπορούμε να κινηθούμε και ενδεχομένως να επαναστατήσουμε, σε περίπτωση που κοντραριζόμασταν με εχθρικό πλοίο.
Μας φοβόνταν τότε οι αξιωματικοί της γαλέρας. Μπορούσαν να έρθουν τα πάνω κάτω. Να ριχτούν αυτοί αλυσοδεμένοι στα κουπιά και να βγούμε εμείς καπεταναίοι στην επιφάνεια. Γι αυτό και έπεφταν ανελέητοι πάνω μας και μας μαστίγωναν με μανία.
Κάτεργο: Πλοίο του μεσαίωνα, με τρεις σειρές κουπιά, που χειρίζονταν βαρυποινίτες κακοποιοί αλλά και πρώην σοβαροί πολίτες που είχαν καταδικαστεί για χρέη, καθώς επίσης και σκλάβοι που αιχμαλωτίζονταν κατά τη διάρκεια πειρατικών επιδρομών.
Γράμμα Αξώτη (Ναξιώτη) σκλάβου των κουρσάρων.
« Σάμπως και ο Μεγαλοδύναμος Θεός θέλησε να με παιδέψει για τα πολλά και αμέτρητα κρίματα, όπου έχω, έκανα αυτό το κακοπόδαρο ταξίδι, για να σκλαβωθά και να τυραγνιστώ και να χαλάσω το σπίτι μου, να καταφρονέσω τα αγαπημένα μου και γλυκύτατά μου παιδάκια και να σου δώσω κι εσένα αγάπη μου , παντοτινή πίκρα και αναστεναγμούς.
…………………………………………………………………………………………..
….. κάμε την καρδιά σου ατσάλινη και μετρήσου, γίνου άντρας και γυναίκα, να μην αμπαντονάρης ( να μην εγκαταλειφθείς) με την πίκρα, γιατί καλόν ήτονε να μην ήθελα λάχει μα σάμπως και έλαχε, δόξα σοι ο Θεός, που με παιδεύγει, για τα κρίματά μου, για τίποτ’ άλλο δεν τονε παρακαλώ, μόνο να κάμει ελεημοσύνη σε λόγου μου και όχι δικαιοσύνη και να λυπηθεί εσένα και τα παιδάκια μου.
Γράφω σου τα βάσανά και το παίδεμα που ηπέρασα, ώστε νάρθουμε εδώ στην Τρίπολη και δε σου τάγραφα, για να μην πικραθείς, μα πάκλι να ξέρεις να ευχαριστήσεις το Θεό πως εγλύτωσα από τα χέρια του τυράννου που μ’ έπιασε κι έπεσα σε καλά χέρια εδώ.
Μισεύγοντας ( φεύγοντας ) την Τετράδι βράδυ τις δυο του Ιουλίου άνα μίλι μακριά παό την Ικαρία βρεθήκασι δυο γαλιότες μαυρισμένες και πιάνουσί μας και το πρώτο πράμα που εκάμασι , μ’ έβαλαν μπρούμητα και με κρατούσασι πέντε νομάτοι κι μ’ ένα ξύλο με δέρνανε γδυμένο μόνο με το βρακί . Μου έκαναν τα κρέατά μου μαύρα σαν το τσουκάλι , μου λένε που βρίσκεται η αρμάδα.
Ύστερα με φωνάζει και μου λέει μπρε έχεις να αγοραστείς; Λέγω, αφέντη, φτωχός άνθρωπος είμαι και πήγαινα με το καίκι ναύρω δέκα άσπρα(χρήματα) να ζήσω τα παιδιά μου.
Μου γύρευε πολλά. Πήγαμε στην Αμοργό ήρθαν να αγοράσουν ένα καίκι εμένα και τους συντρόφους. Συμφώνησαν στα 200 ρεάλια, αλλά αυτός πήρε τα ρεάλια ,πήρε εμάς κάμποσους λαϊκούς και καλογέρους και πήγε Στην Σαντορίνη και πήρε κι από κει.
Κάναμε 35 μέρες μεσ’ τη γαλιότα καθημερινά ξυλιές, κλωτσιές, πεινασμένοι και δε μας ηδόνανε παρά ένα καμμάτι παξιμάδι το πρωί, μουχλιασμένο , που δεν τότρωγε ο χοίροςκαι μια τάσα νερό βρωμισμένο και άλλο τόσο το βράδυ. Νύχτα μέρα κουβαριασμένοι από κάτω στη φρεγάδα που δεν μπορούσαμε να ξαπλώσουμε το ποδάρι μας μια πιθαμή και από κάτω μας λάμες τα σίδερα και κουπιά. Κι όχι άλλο τίποτας οι ψείρες , που με φάγασι ζωντανό.
………………………………………………………………………………………..
Ερχόμενοι εδώ στην Τρίπολη, ήρθε ο Μπαϊράμης, τζη Πιαλίδαινας ο γυιός, τση Σουλτάνας υ αδερφός και εγόρασέ με και με παίρνει στον οντά του και μου δίνει ρούχα και αλλάζω. Μου δίνει να φάγω και να πιώ, και ανάπαψη και συντροφιές νύχτα και μέρα και δε μου λείπει άλλο, μόνο ο στερεμός σου. Ο Θεός τις ημέρες μου να του τις δώνει χρόνους και αν δεν είμαι ‘ γω άξιος να του τα’ ανταμείψω, ο Θεός να του το ανταμείψει.
Παρακαλώ σε κάμε λειτουργία στη Μητρόπολη στην Καπέλλα, στου Καπουτσίνους(καλόγερους Καθολικούς) και πες στους παπάδες να παρακαλούν για τη λευτεριά μουκαι σε όλες τις εκκλησίες μπορεί η χάρη τους να με βοηθήσει τον αμαρτωλό.
Ώχου και αλλοίμονο, αγάπη μου, και νάθελε να σε ξαναδώ να μην έχω τον στερεμό σου και να καίγομαι, ώχου παιδάκια μου, μωρουδάκια μου, ώχου γλυκήτατά μου, ω φως των ματιών μου.
…………………………………………………………………………………….
Οι αναστεναγμοί καίνε τα χείλη μου και δεν έχω δροσισμό, τα μάτια μου δεν σταματάνε να τρέχουν λίγο νερό πίνω και πιο πολύ φαρμάκι κι όσες μπουκιές τρώω τόσους αναστεναγμούς βγάζω.
……………………………………………………………………………………….
Παρακαλώσε για το Θεό, μη πικραίνεσαι, μόνο σκέψου και βοήθησέμε. Πούλησε το αμπέλι, τα χωράφια κι ότι άλλο έχομε και δώσε τα άσπρα (χρήματα) στη (Σουλτάνα) να γράψει εκείνη πως τα πήρε για να λευτερωθώ.
Μη μ’ αφήσεις αγάπη μου να χαθώ, λυπήσουμε και πάλι σου ξαναλέγω μη πικραίνεσαι.
……………………………………………………………………………….
Τα μάτια μου μου τρέχουν σαν τον ποταμό και δεν μπορώνα τα σκολάσω, η καρδιά μου άφτει και βράζει σα χαράκωμα, μα δόξα σοι ο Θεός».
ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Κοντά στη Νίσυρο (στα Δωδεκάνησα), βρίσκεται το Νησί της Παναγιάς. Είναι ένας ξερόβραχος ακατοίκητος, χωρίς ούτε ένα φύλλο πράσινο, που οι κατακόρυφες πλαγιές του γκρεμίζονται στη θάλασσα. Στην κορυφή του νησιού υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι και μια μικρή σκήτη (κελί), με δύο καλογέρους. Οι Νισυριώτες ψαράδες άφηναν στις σχισμάδες των βράχων λίγα τρόφιμα , λίγο κρασί και κάποιο ζεστό ρούχο. Σ’ αυτό το βράχο πήγε και ο Τζαννής (παλιός πειρατής) για να προσευχηθεί και να μετανιώσει για τα κρίματά του.
Οι καλόγεροι έφτιαξαν μια βαρκούλα και την κατέβαζαν με βαρούλκο (ειδικό μηχανισμό), από τα απόκρημνα βράχια.
Οι δυο πήγαιναν στη Νίσυρο για να ψωνίσουν ότι χρειάζονταν κι ο ένας έμενε πίσω, για να βοηθήσει και να ανεβάσει τη βάρκα με το βαρούλκο.
Έτσι έγινε και τούτη τη φορά. Οι δυο καλόγεροι έφυγαν κι έμεινε ο Τζαννής να περιμένει. Όταν γύρισαν ο καλόγερος άρχισε να ανεβάζει τη βάρκα που του φάνηκε βαριά και ήταν σκεπασμένη με ένα καραβόπανο.
« Τι φέρατε εκεί ευλογημένοι; τους φώναξε».
«Ανέβασέ μας και θα δεις!» του αποκρίθηκε μπουκωμένη μια φωνή.
Ο καλόγερος τους ανέβασε και τότε μέσα από τη βάρκα πετάχτηκαν έξη πειρατές.
Ο Τζαννής έτρεξε και πήρε το σπαθί του.
«Καλόγερε δώσε μας το θησαυρό είπαν οι Κουρσάροι, τους συντρόφους σου τους σφάξαμε γιατί δεν θέλησαν να μαρτυρήσουν που έχετε κρυμμένο το θησαυρό αν δεν θες να πας να τους ανταμώσεις μίλα!»
Δεν υπάρχει θησαυρός τους είπε ο καλόγερος , αλλά αυτοί και πάλι δεν τον πίστεψαν. Τότε έγινε άγρια μάχη όπου σκοτώθηκαν οι έξη πειρατές αλλά και ο καλόγερος. Από τότε το νησί ονομάστηκε το «Νησί του Καλογέρου».
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη εκδ. Ωκεανίδα.
ΝΑΞΟΣ
«Οι Κασώτες τερατές».
Ο παπά-Σκεποφύακας επαντρεψένε τη θυγατέραν του μ’ ένα βοσκό. Την άλλη μέρα ο βοσκός εδιάηκενε για το κοπάδι ντου και ήκαμενε έξε μήνες να πάει στο χωριό, γιατί εφοβούντανε να μην του πάρουνε τα ζα Κασώτες τερατές. Επήενε ο παπά-Σκεποφύακας στ΄ακρωτήρι και τούπενε.
- Βρε είντα χάλια είναι εφτά που κάνεις, και απότι επαντρεύτης δεν περνάς πια από το χωριό να’ δης τη’ υναίκα σου, σκιάξε τα ζα μεσ’ στσι φίδες (Θάμνους) να μη φαίνουνταινε και έλα να πάμε στο χωριό.
- Δεν έρχομαι, πεθερέ, γιατί θα μου πάρουνε οι τερατές τα ζα. Ύστερα από πολλή ώρα τον εκατάφερένε ο παππάς να πάνε στο χωριό.
Στο δρόμο που πααίνανε, όντε ν’ επατούσανε σε μια κορφή που τη λένε «Λεπρό» εύρισενε και κοίταξενε ο βοσκός απίσω ντου και είδενε ένα καίκι, που ήραζενε στον Πάνορμο και λέει του παπά:
- Θωρείς το πεθερέ, το καίκι που πάει ν’ αράξει;
-Θωρώ το.
-Έ, εκείνο δα, έχει μέσα τερατές και θα μου πάρουνε τα ζα.
-Μωρέ άντε μα δε στα παίρνουνε.
-Πήγε ο βοσκός στο χωριό, μα την άλλη μέρα που πήενε για το κοπάδι ντου, τούχανε πάρει εκατό ζα».
Αφηγητής Γ. Κ. Χουζούρης
«To σπουδαιότερο εισόδημα των Μανιατών _γράφει κάποιος περιηγητής- είναι η πειρατεία, το δε μεγαλύτερον εμπόριον είναι των αιχμαλώτων. Το Οίτυλον (περιοχή της Μάνης), λεγόταν Μέγα Αλγέριον, παντού αιχμαλωτίζουν, πωλούντες τους μεν χριστιανούς εις τους Τούρκους, τους δε Τούρκους εις τους χριστιανούς…»
( Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821).
« Μόλις τα βοσκοκόπελα, από τις βίγλες, βιγλατούρια και μεροβίγλια που είχε το νησί – γράφει ο κ. Μπαρδάνης- εβλέπανε τους πειρατές να πλησιάζουνε τη Νάξο,
ετρέχανε και εξεκουδουνούσανε τα ζα, για να μην προδίδουν τα κουδούνια την ύπαρξη των ζώων μέσα στις ρεματιές κι έτσι εγλυτώνανε από τους πειρατές.
Ύστερα εζωνόντανε τα όσα κουδούνια μπορούσανε και τα εσείανε, τρέχοντας, στις βουνοκορφές για να ειδοποιούσανε έτσι τις οικογένειές τους να πάνε στους κρυψώνες τους, στις γύρω σπηλιές των βουνών».
Με το σείσιμο των κουδουνιών παραπλανούσαν ασφαλώς τους πειρατές και για την πραγματική θέση των κοπαδιών
(Μ. Μπαρδάνη: Η Απεραθίτικη γλώσσα, εφημ. «Ναξιακό Μέλλον», Αυγ. 1974).
ΠΑΡΟΣ
« Άντρο , Αίγινα και Πάρο περιβόλι των κουρσάρω». Αιγινήτικη παροιμία.
H Πάρος και η Αντίπαρος εξ αιτίας της θέσης τους στις Κυκλάδες και των κατάλληλων λιμανιών τους, ιδιαίτερα της Νάουσας, υπήρξαν σχεδόν μόνιμα, σ’ όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας-Τουρκοκρατίας, καταφύγια κι ορμητήρια των διαφόρων κουρσάρων και πειρατών Φράγκων, Ελλήνων, Τούρκων και άλλων.
«Μανιάτες, Κρητικοί , Κεφαλονίτες, Μαλτέζοι ,Κορσικανοί, Μαγιορκίνοι, λογής Ευρωπαίοι, άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού», πολλοί απ΄ αυτούς παντρεμένοι στο νησί, έχοντας τα λιμάνια και τους όρμους σαν βάση, στήνοντας παγίδες και κάνοντας διάφορες εξορμήσεις, λεηλατούσαν κι άρπαζαν τα διάφορα περαστικά καράβια ή λήστευαν τα γειτονικά νησιά, «όπου σκλάβωναν άντρες, γυναίκες, αρπάζανε ζώα, διαγουμίζανε σπίτια και σχεδίν ανεμπόδιστοι διαπράττανε κάθε ασχήμια».
Μέχρι δικές τους αποθήκες διέθεταν οι κουρσάροι πάνω στο νησί, για τη φύλαξη, αποθήκευση και διάθεση της πλούσιας λαφυραγωγίας τους. Εδώ φέρνανε και πουλούσανε τα διάφορα λάφυρα από τις ληστείες τους.
«Αλλά η διαγωγή τους δεν ήταν καλή …..κι επάνω στους τόπους που τους φιλοξενούσαν στην Πάρο και στην Αντίπαρο».
Κι εκεί παρόλο που διατηρούσαν αποθήκες γεμάτες με ότι είχαν κλέψει , άρπαζαν ότι θέλανε κι εξευτελίζανε τους αγαθούς νησιώτες. Συμπεριφέρονταν τόσο βίαια, που οι κάτοικοι της Νάουσας της Πάρου, απελπισμένοι με όσα τράβαγαν απ΄αυτούς, αποφασίσανε στα 1676 να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και ζήτησαν από τις τουρκικές αρχές να τους δοθεί κάποιος άλλος τόπος για να εγκατασταθούν.
Οι Παριανοί, μη μπορώντας να τα βάλουν ανοιχτά με τους πειρατές- κι επειδή οι τούρκοι δεν τους έδωσαν άλλο χώρο για να κατοικήσουν- άλλοτε προσπαθούσαν να τους εξευμενίσουν (τους πειρατές) κι άλλοτε να τους καταδώσουν στους Τούρκους. Αν τους κατέδιδαν στους Τούρκους οι πειρατές τους εκδικούνταν , αν πάλι έκρυβαν από φόβο τους κουρσάρους τους τιμωρούσαν οι Τούρκοι, ότι και να έκαναν πάντα εύρισκαν τον μπελά τους.
Το 1537 ο Βαρβαρόσσα επιτέθηκε με τόση αγριότητα στην Πάρο και λεηλάτησε, σκότωσε όχι μόνον αυτούς που αντιστάθηκαν αλλά και τους γέροντες. Τους νέους δε τους πήρε για κωπηλάτες στα πλοία του, τα πιο μικρά αγόρια τα έστειλε στη σχολή της Κωνσταντινούπολης για να γίνουν Γενίτσαροι.
Η παράδοση έχει ως εξής:
Το φρούριο του Κεφάλου (ΑΓ. Αντωνίου) πολιορκείται από τους Τούρκους του Χαϊριδίν Βαρβαρόσσα στα 1537. Εκεί έχουν οχυρωθεί οι γενναίοι του Ενετού δυνάστη Σαγρέδο Βερνάδο και αμύνονται ανδρεία. Στην απόκρουση των επιθέσεων βοηθούν και οι ντόπιοι. Και τότε κάποιος Τούρκος ντύνεται γυναίκα και παρουσιάζεται κάτω από τα τείχη, παρακαλώντας και εκλιπαρώντας:
- Ανοίξτε, είμαι χριστιανή και έγκυος. Θα με πιάσουν οι άπιστοι.
- Φυσικά η είσοδός της επιτράπηκε και τότε μαζί με τη γυναίκα (Τούρκο), μπήκαν και οι βάρβαροι και πήρανε το κάστρο. Τότε ήτανε που σφάξανε χιλιάδες παριανούς κατοίκους εξανδραπόδησαν τόσους.
Αφηγ. Ιωάννης Φραντζής-Ντετόρος, Πάρος.
«……Πάρο, μηλιά μυριστική, μήλο του Παραδείσου.
Πάρο και τι σου οργίσθηκε αυτός ο Παρπαρούσης…».
• Ο Γιώργος Λεονάρδος στο Βιβλίο του: Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής , αναφέρει ότι ο πειρατής γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και αργότερα αφού εξισλαμίστηκε έγινε αρχηγός του Τουρκικού στόλου.
• Το Μάϊο του 1668 Καταστράφηκε η Παρκιά από τον Καπλάν Πασά και πολιορκήθηκε η Καταπολιανή.
• Αργότερα ο Μουσταφά Καπλάν στράφηκε εναντίον των νησιών
Κτυπά πρώτα την Πολύκανδρο (Φολέγανδρο), κατόπι τη Σίκινο, το Δεσποτικό, τη Σίφνο και φτάνει στην Παρκιά.
Σύμφωνα με την παράδοση :
- Μια μέρα Σαρακινοί πειρατές κα΄νανε επιδρομή στην Πάρο και λεηλάτησαν και την Καταπολιανή. Κλέψανε την εκκλησία αλλά θέλανε να κλέψουν και το Κιβώριο της Αγίας Τράπεζας. Το κατεβάσανε και προσπαθούσαν να το βγάλουν από τον ναό και να το μεταφέρουν στο καράβι τους . Αλλά όσο πλησιάζανε στην πόρτα της εκκλησίας τόσο αυτό μεγάλωνε και γινόταν ασήκωτο: Τόσο που στο τέλος δεν μπορούσαν να το σηκώσουν. Οι πειρατές θημωμένοι το σπάσανε και φύγανε. Σήμερα το κιβώριο υπάρχει στην εκκλησία με τα σημάδια από το σπάσιμο και το ξανακόλλημά του.
ΣΙΦΝΟΣ
Η Σίφνος γνώρισε κι αυτή πολλές πειρατικές επιδρομές. Η σπουδαιότερη είναι αυτή που συνδέεται με την Παναγία τη Χρυσοπηγή κι έγινε θρύλος. Αναφέρεται στην σωτηρία τριών γυναικών που πήγαν να προσκυνήσουν και βρέθηκαν μπροστά στους κουρσάρους που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα μέσα στην εκκλησία.
Η σωτηρία τους αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας.
Να τι λέει η παράδοση:
«Το γιοφύρι.
Χριστιανές αγνές ψυχές αφοσιωμένες στην πίστη η γριά Τριπολιτσιά μ΄ άλλες δυο γειτόνισσες πήγαιναν κάθε Σάβατο βράδυ στη Χρυσοπηγή, άναβαν τα καντήλια της Μεγαλόχαρης και την ελιβάνιζαν και με την αυγή ήταν στη λειτουργία του χωριού τους.
Τότε κουρσάροι ερήμαζαν τα νησιά, νωρείς είχαν δει από τις βίγλες (παρατηρητήρια) τα κλέφτικα τσερνίκια (πειρατικά πλοία) να περνούν κοντά στο νησί. Όλη τη νύχτα οι νησιώτες περίμεναν από στιγμή σε στιγμή τους κουρσάρους να φανούν.
Οι προσκυνήτριες όμως ήταν οπλισμένες με την πίστη τους, άμα ψήλωσε η πούλια πήραν κεριά, λάδι και λιβάνι κι εξεκίνησαν για το Σαββατιάτικο τάξιμό τους.
Μόλις είδαν ψηλά από το βουνό την εκκλησία που είναι στο ακρογιάλι σκοτεινή αγριεύτηκαν, γιατί τότε δεν έμενε κανένα ξωκλήσι σβηστό.
¨Όταν μπήκαν στην αυλή της εκκλησίας τότε η μία είδε ένα καϊκι στον κάβο, αλλά πίστεψαν, πως ήταν ψαράδικο. Όταν όμως έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας,άκουσαν βαρύ ρουχαλητό.
- Κουρσάροι είπαν! Στάθηκαν λίγο διστακτικές, μα η πίστη τους νίκησε.
Πάμε να ανάψομε την Παναγία , είπε η γριά Τριπολιτσά , η Χάρη της δεν θα μας αφήσει να χαθούμε.
Πέρασαν δίπλα από τους κοιμησμένους κουρσάρους, έφτασαν στο τέμπλο, άναψαν τα καντήλια, ελιβάνισαν, επροσκύνησαν , προσευχήθηκαν και ξεκίνησαν να φύγουν
Είχαν φτάσει πια στο κατώφλι , όταν ένας κουρσάρος ξύπνησε αγριεμένος από τη μυρωδιά του λιβανιού, ξαφνιάστηκαν κι οι υπόλοιποι και πήραν τα γιαταγάνια τους και βγήκαν από την εκκλησιά, πλησίασαν τις γυναίκες με υψωμένα τα γιαταγάνια , όμως ξαφνικά η γη σκίστηκε μετά από έναν μεγάλο σεισμό ,η θάλασσα μπήκε ανάμεσά τους και οι πειρατές μείναν από τη μια πλευρά κι οι γυναίκες από την άλλη. Οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν και έφυγαν να πάνε να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στην εκκλησία του χωριού τους»
ΑΜΟΡΓΟΣ
Οι πειρατικές επιδρομές κατά της Αμοργού ξεκίνησαν από τα βάθη της Αρχαιότητας και συνεχίστηκαν και σε μεταγενέστερες εποχές όπως στην εποχή του Βυζαντίου και της Ενετοκρατίας-Τουρκοκρατίας.
Το 1797 Μανιάτες πειρατές λεηλάτησαν κι εγύμνωσαν τον τόπο.
Άδειασαν τα σπίτια (οι ιδιοκτήτες τα είχαν εγκαταλείψει και είχαν φύγει στα βουνά), έσπασαν τα σεντούκια, τα γράμματά τους όλα χάθηκαν και δεν τους άφησαν ούτε ένα ρούχο.
Τους Μανιάτες καταδίωξαν κάποια παλικάρια από την Αμοργό.
« να βγάλουν τότες όνομα’ ς Ανατολή και Δύσι,
‘ςτην Αμοργόν άλλην φοράν κλέπτης να μη πατήση».
Φαίνεται ότι οι Αμοργιανοί λόγω της λεηλασίας από τους πειρατές ζήτησαν από τους Τούρκους να μην πληρώσουν φόρους για τρία χρόνια, αλλά οι Τούρκοι δεν συμφώνησαν και τους είπαν ότι θα τους τιμωρήσουν αν δεν καταβάλουν τον επιβεβλημένο φόρο.
Πειρατές στα Παραδείσια
Πειρατές άραξαν στα Παραδείσια και σκορπίστηκαν για να ληστέψουν . Πήγαν στην Κάτω Μεριά στην Κολοφάνα, αλλά οι κάτοικοι που είχαν ειδοποιηθεί κρύφτηκαν. Οι άντρες έστησαν καρτέρι στους πειρατές και παρόλο που αυτοί είχαν ανάψει φωτιές για να έρθουν να τους πάρουν με τις βάρκες , οι Αμοργιανοί τους επιτέθηκαν και σκότωσαν τους περισσότερους , μόνο λίγοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν πέφτοντας στην θάλασσα.
Δυο πειρατές όμως κρύφτηκαν σε μια σπηλιά και το πρωί κατεβαίνοντας στον Όρμο του Κάτω Κάμπου βρήκαν δύο γυναίκες και τις πήραν αιχμάλωτες μαζί τους. Στον Κάβο του Τρούλλα είδαν το πλοίο τους να κόβει βόλτεςανοιχτά ,τους έκαναν σινιάλο με φωτιές και ήρθε μια βάρκα και τους πήρε μαζί και με τις δυα γυναίκες. Η μια είχε μαζί της το μωρό της. Οι γυναίκες φτάνοντας στον Κάβο Βούλγαρη της Κέρου έκλαιγαν απαρηγόρητες που έφευγαν μακριά από το νησί και τους δικούς τους.Οι πειρατές για να διασκεδάσουν έβαλαν τις γυναίκες να τραγουδήσουν με το ζόρι .
Η πρώτη τραγούδησε:
« Όμορφο πουν’ το κάτεργο (πλοίο) κι όμορφα π’ αρμενίζει
κι όμορφοι πούν’ οι ναύτες του κι αυτός που τους ορίζει».
Η δεύτερη μωρομάνα τραγουδά:
«Κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια νανούρισέ το κι αν σου γυρέψει και βυζί , σκύψε και βύζαξέ το’.
Ο καπετάνιος του πειρατικού λυπήθηκε τον πόνο της δεύτερης γυναίκας και τις άφησε ελεύθερες στον Κάβο του Τρούλλη.
Ο Άγιος κάνει το θαύμα του.
Στον κάμπο τις Καλοταρίτισσας άντρες και γυναίκες θέριζαν αμέριμνοι. Ανάμεσά τους και μια μωρομάνα που θήλαζε πιο πέρα το μωρό της και τούπαιζε στην ανεμόκουνια. Ξαφνικά πλάκωσαν πειρατές. άντρες και γυναίκες έτρεξαν για να σωθούν, η μάνα όμως πιάστηκε. Οι πειρατές την πήραν μαζί τους κι άφησαν στην κούνια το μωρό παρά τις παρακλήσεις της. Το πλοίο ανοίχτηκε στο πέλαγος.
Περνώντας μπροστά από το ξωκλήσι που τόσες φορές είχε ανάψει το καντήλι, η γυναίκα προσευχήθηκε θερμά για τη σωτηρία της . Τότε έγινε το θαύμα. Το πλοίο έμεινε ακίνητο, δεν πήγαινε ούτε μπρος ,ούτε πίσω. Οι πειρατές τότε φοβήθηκαν κατάλαβαν, γύρισαν πίσω στον όρμο της Καλοταρίτισσας κι άφησαν τη γυναίκα λεύτερη.
Δημοτικό τραγούδι της Αμοργού « Ο Σκλάβος».
« Σαράντα κάτεργα’ μεστα κι εξηνταδυό φρεάδες.
Κ’ είχομεν σκλάβους εκατό στην άλυσι βαρμένους,
Στην άλυσι, στα σίδερα και στην βαρειά καδένα
Κι ο σκλάβος ενεστέναξε κι εστάθη η φρεάδα.
-Ποιος είναι π’ αναστέναξε και στάθη η φρεάδα ;
αν είν’ από τους σκλάβους μου να τον ελευτερώσω
κι αν είν’ από τη λεβεντιά λουφέ να της εδώσω.
-Εγώ’ μαι π’ ανεστέναξα και στήθη η φρεάδα.
- Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε γδυμνόν σ’ αφήκαν;
-Μηδέ πεινώ, μήτε διψώ, μηδέ γδυμνιό μ’ αφήκες,
της νιότης μου θυμήθηκα, της δόλιας μου γυναίκας,
που’ μουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος,
εχτές πουλούν τα ρούχα μου, σήμερον τα’ άρματά μου,
αύριον την γυναίκα μου την ευλογούνε μ’ άλλον.
-Σκλάβε ξανατραγούδησε και να σε ελευτερώσω.
……………………………………………………
Κι ο σκλάβος ετραγούδησε κι ο πειρατής του έδωσε τη λευτεριά του.
ΣΧΟΙΝΟΥΣΑ
Το ου 1816 ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή στη Σχοινούσα, αιχμαλωτίζει Ναξιώτικη βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά του και τους αφήνουν γυμνούς να γυρίσουν στη χώρα.
Να τι λέει η Παράδοση:
Η σπηλιά του Μανιάτη.
Κάποτε , λέει, ένας πειρατής από τη Μάνη, βγήκε στη Σχοινούσα για να ληστέψει, για πειρατεία. Διάλεξε να ληστέψει την εκκλησία «Παναγία η Ακαθή».
Την ώρα της ληστείας, έβλεπε την εικόνα και νόμιζε πως τον παρακολουθεί συνέχεια ( έχεις προσέξει μερικές εικόνες πούναι έτσι ζωγραφισμένες, που τα μάτια τους θαρρείς πως σε κοιτάζουνε, όπου κι αν πας;). Νευρίασε κι αυτός κι έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα και την τρύπησε.
Μετά πήρε τη λεία του κατέβηκε για να φύγει και στο δρόμο του γλίστρησε κι έπεσε κάτω , πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε.
Από τότε πια πήρε τ’ όνομα « η σπηλιά του Μανιάτη». Η σπηλιά είναι κοντά στην ακρογιαλιά, δίπλα στο πηγάδι, πάνω ακριβώς από το λιμανάκι.
Αφηγ. Γεώργιος Ι. Τζαννετής, Εκπαιδευτικός.
Καλόξυλος Νάξου»
ΑΝΑΦΗ
Η Ανάφη είναι περήφανη για τον τρομερό πειρατή που έβγαλε τον Ιωάννη Δελοκάβο
Ήτανε άντρας θηρίο. Έζησε επί Φραγκοκρατίας κι όργωσε όλο το Αιγαίο με τα καράβια του. Το 1269 ελευθέρωσε την πατρίδα του, Ανάφη από τους Φράγκους και την παρέδωσε λεύτερη στους πατριώτες του. Έτσι το νησί έμεινε ελεύθερο μέχρι το 1307 που το κατέλαβε ο Γιαννούλης Γοζαδίνος.
Άλλοι λένε πως καταγόταν από την Ανάφη κι άλλοι πως ήταν Ιταλός και μάλιστα Γενοβέζος.
ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ
Στο Β. Α. μέρος του Παλαιοκάστρου της Φολέγαντρος και σε τριάντα μέτρα από τη θάλασσα βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά. Φαίνεται ότι στην παλιά εποχή χρησίμευε σαν Ιερός χώρος γιατί βρέθηκαν αγαλματίδια, κομμάτια από αγγεία κλπ
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας η σπηλιά χρησίμευε σαν καταφύγιο των κατοίκων από τους πειρατές.
Η επιδρομή στη Χρυσοσπηλιά:
Στα 1770 η χώρα του νησιού ήταν χτισμένη στο Παλαιόκαστρο , πάνω από την Παναγιά , στο Νότιο μέρος του νησιού. Στο βορεινό μέρος του Παλαιοκάστρου βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά
Εκεί έτρεχαν οι κάτοικοι για να γλιτώσουν από τους πειρατές (μιας και έχει και μπόλικο νερό). Σε μια τέτοια επιδρομή οι κάτοικοι κρύφτηκαν οι πειρατές όμως οργισμένοι άρχισαν να τους ψάχνουν.
Εκεί σε ένα μονοπάτι πρόλαβαν μια γριά πούτρεχε προς το σπήλαιο. Η γριά βαστούσε μαζί και τη σβία της (ρόκα), για να ασχολείται όσο θα κρατά η πολιορκία. Την πιάσανε όμως οι πειρατές στα « Ελληνικά σκαλιά» και της λένε:
- Πες μας που είναι οι άλλοι και θα σου χαρίσουμε τη ζωή.
-Η γριά αναγκάστηκε να τους δείξει τη σπηλιά.
Όταν οι πειρατές πέτυχαν το σκοπό τους, τη βασάνισαν και τη σπρώξανε στο γκρεμό, όπου κομματιάστηκε. Εκεί έπεσε κοντά σε μια μικρή σπηλιά που ονομάστηκε «της γριάς το σπηλίδι».
Μπροστά στο στόμιο της Χρυσοσπηλιάς υπήρχε φαίνεται παλαιότερα τοίχος με πολεμίστρες για να αμύνονται οι πολιορκημένοι. Οι πειρατές κατέβηκαν στη σπηλιά και ανατίναξαν το τοίχος με βαρέλια μπαρούτι και θειάφι, με αποτέλεσμα άλλοι να σκοτωθούν κι άλλοι να πεθάνουν από ασφυξία.
Στην επιδρομή αυτή σκοτωθήκανε όλοι οι κάτοικοι του νησιού».
Αφηγ. Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Φολέγανδρος
Από επίσημα όμως ιστορικά στοιχεία φαίνεται ότι στα 1715 εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, όχι όμως όλοι όπως λέει η παράδοση, έτσι η ζωή συνεχίστηκε πάνω στο νησί.
Μια άλλη παράδοση λέει ότι :
Την 1η Μαΐου του1790, παρουσιάστηκαν έξω από το νησί δεκαοχτώ πειρατικά αλγερινά πλοία –φούστες- που κατευθύνονταν στην ακτή της Πλάκας.
Τότε φοβισμένοι οι κάτοικοι κατέφυγαν στην εκκλησιά της Παναγιάς πάνω στο βουνό.
Με δεήσεις και δάκρυα στα μάτια μετέφεραν την εικόνα της Παναγίας στην άκρη του ψηλού βράχου που απ΄κάτω απλωνόταν η θάλασσα και παρακαλούσαν τη Μεγαλόχαρη να τους προστατέψει.
Αμέσως ένας δυνατός βοριάς φύσηξε και όλα τα πειρατικά πλοία βούλιαξαν. Κανένας από το πλήρωμα των πλοίων δεν σώθηκε, εκτός από έναν αιχμάλωτο χριστιανό, που κολυμπώντας έφτασε στην παραλία της Πλάκας.
Αυτός είπε στους Φολεγανδρίτες ότι μια αστραπή που’ ρχότανε απ’ το βουνό –από την εικόνα- αναποδογύρισε τα πλοία.
Από τότε η Πρωτομαγιά θεωρείται πολύ μεγάλη γιορτή για τους κατοίκους του νησιού.
Αφηγ. Πέτρος Γαβαλάς, Φολέγανδρος
ΚΙΜΩΛΟΣ ή Αργκεντιέρα.
Η Κίμωλος από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα υπέφερε πολύ από τους Κουρσάρους και τους πειρατές. Στην Παναγιά την Πανωβάρδια οι Κιμωλιάτες φυλάγανε βάρδια γιατί φοβόντουσαν τους κλέφτες (είχανε δηλ παρατηρητήριο). Μόλις βλέπανε πλεούμενο ειδοποιούσαν τους κατοίκους κι εκείνοι κλείνονταν στο Κάστρο ( που το είχαν φτιάξει οι Βενετοί),μαζί με τα ζώα τους.
Παρόλα αυτά στα 1638 οι κουρσάροι αποβιβάζονται στην Κίμωλο και καίνε το μοναδικό χωριό, με τους διακόσιους κατοίκους του, με αποτέλεσμα να ρίξουν τους Κιμωλιάτες σε πολύ μεγάλη φτώχια.
¨οσοι μπόρεσαν να καταφύγουν στη Σίφνο επέστρεψαν και πξανάκτισαν το κάστρο τους όμως και πάλι τους περίμενε η ίδια τύχη, ώσπου στο τέλος έγινε ορμητήριο χριστιανών πειρατών. Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Βενετοί επέβαλαν φορολογίες στο νησί αλλά και στρατολογούσαν ανθρώπους για να κάνουν κουπί.
Συχνά ο Βενέτικος στόλος άραζε στα λιμάνια της Πάρου, της Κιμώλου, της Μήλοτ, της Νάξου για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει και να καταληστέψει τους κατοίκους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, « οι Βενετοί έκοψαν όλα τα ληόδεντρα στο νησί, κατά τους πολέμους που είχαν εναντίον των Τούρκων».
« Η Βενετιά τον έστειλε τους Τούρκους να γυρεύει, τους ορθοδόξους χριστιανούς , γιάντα να τους παιδεύει;».
Χαρακτηριστικό της αθλιότητας που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο νησί, γράφει ο Χ. Μουστάκας και πόσο υπέφεραν οι φτωχοί κάτοικοί του είναι το πιο κάτω περιστατικό.
«Ένας από τους πειρατές της Μάλτας, βγήκε από το πλοίο του με δέκα περίπου πάνοπλους συντρόφους του. Οι πειρατές άρχισαν να ληστεύουν τους κατοίκους του νησιού. Την ίδια ώρα ο αρχιπειρατής έτρωγε στο σπίτι του Γάλλου προξένου. Κάποια στιγμή έφτασε τρέχοντας ένας πειρατής για να αναφέρει στον καπετάνιο του, ότι ένα πλοίο πάνοπλο εχθρικό, είχε μπει στο λιμάνι».
Ο αρχιπειρατής ζήτησε αμέσως να φέρουν αυτόν που είχε τοποθετηθεί στη σκοπιά για να παρακολουθεί το πέλαγος και δεν ειδοποίησε ότι κάποιο πλοίο πλησιάζει.
Ο Κιμωλιάτης έφτασε τρέμοντας αλλά στάθηκε τυχερός γιατί το πλοίο δεν ήταν Τούρκικο αλλά Γαλλικό κι έπειτα κι από παράκληση του προξένου ο νησιώτης δεν τιμωρήθηκε.
Παλαιότερα για τον ίδιο λόγο κάποιος άλλος παρατηρητής τιμωρήθηκε πολύ σκληρά από άλλον πειρατή. Αφού τον χτύπησε πολύ άσχημα , διέταξε να του γκρεμίσουν το σπίτι του και δεν του επέτρεψε να το ξανακτίσει.
ΜΗΛΟΣ
Η Μήλος εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για τη Σμύρνη και για την Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι (καλό λιμάνι), έγινε φωλιά πειρατών ξένων αλλά και ντόπιων. Όλο το διάστημα από το 17ο ως και το 19ο αι.
Το 1678 γράφει ο Γραμματέας της Ολλανδικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη:
« Στη Μήλο συγκεντρώνονται πολλοί κουρσάροι , εδώ φέρνουν τα λάφυρα τους και γίνονται αγοραπωλησίες. Η Καθολική Εκκλησία έχει ένα μοναστήρι Καπουτσίνων (είδος Μοναχών) που είναι υπό την προστασία του Γάλλου Προξένου. Η Μήλος πληρώνει κάθε χρόνο στο Σουλτάνο πέντε χιλιάδες τάλληρα».
Οι φοβεροί πειρατές Μανέττας, Αρμακόλας, Κατραμάς, Λόλιος, Φραγκόπουλος όλο το χειμώνα τον περνούσαν στο νησί, τρώγοντας, πίνοντας και διασκεδάζοντας. Ο φοβερός αρχιπειρατής Καψής είχε στήσει το βασίλειό του στη Μήλο. «ο βασιλεύς της Μήλου», όπως τον αποκαλούσαν.
« Ήτον εις Μήλον υπανδρεμένος
ήτον και καπετάνιος ξακουσμένος
είχε και μίαν γυναίκα από το κάστρο
κι έλαμπε το πρόσωπό της ως τα’ άστρο».
Στα 1624 αναφέρεται ότι Τυνήσιοι πειρατές κουρσεύουν ένα ολλανδικό πλοίοπου ταξίδευε μέσω Μήλου και Σμύρνης για την Πόλη.
Ο Πατήρ Σωζέ ένας Γάλλος Ισουίτης (Καθολικός παπάς ), από τη Νάξο γράφει: «Ο Ιωάννης Καψής παρόλο που δεν καταγόταν από μεγάλη και πλούσια οικογένεια κατόρθωσε να ανακηρυχθεί κύριος του νησιού.
Οι Κάτοικοι της Μήλου άνθρωποι αντρειωμένοι, θαύμαζαν τα κατορθώματα του Καψή κι επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν τον Τουρκικό ζυγό τον αναγνώρισαν άρχοντά τους.
Στον Μητροπολιτικό Ναό των Ελλήνων ο Λατίνος Επίσκοπος του κρέμασε στο λαιμό χρυσή αλυσίδα και ο λαός φώναξε:
-Ζήτω ο Καψής.
Κατοίκησε σε ένα μεγάλο σπίτι που το φρουρούσαν 25 ένοπλοι στρατιώτες, όταν δε έβγαινε από το σπίτι τον συνόδευαν 50 ένοπλοι.
Προσπάθησε να φέρεται σωστά και δίκαια ώστε να τον σέβονται οι κάτοικοι του νησιού και απένεμε δικαιοσύνη δίκαια και χωρίς να μεροληπτεί.
Η βασιλεία του διήρκεσε τρία χρόνια και θα διαρκούσε περισσότερο αν ο Καψής δεν εμπιστευόταν τους Τούρκους.
Η Πύλη, βλέποντας τα μέτρα που έπαιρνε ο Καψής και την αγάπη που του είχαν οι Μηλιοί θέλησαν να τον καταστρέψουν , όχι όμως με φανερή επίθεση.
Έστειλαν τρεις γαλέρες με την πρόφαση να εισπράξουν τους φόρους.
Μόλις οι Γαλέρες αγκυροβόλησαν ο Διοικητής τον επισκέφθηκε και τον διαβεβαίωσε για την εκτίμηση που του είχε ο Σουλτάνος και ότι θα συνέχιζε να τον εκτιμά όσο ο Κψής θα αναγνώριζε ως αφέντη το Σουλτάνο. Κατόπιν κάλεσε τον Καψή στη Γαλέρα. Ο Καψής για να μην φανεί εχθρικός απέναντι στους Τούρκους επισκέφθηκε το πλοίο συνοδευόμενος μόνο από 12 στρατιώτες.
Μόλις επιβιβάστηκε στο πλοίο τον περικύκλωσαν του αφαίρεσαν τη χρυσή αλυσίδα από το λαιμό και τον έδεσαν με αλυσίδες . Αμέσως δε σήκωσαν τα πανιά και ξεκίνησαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν.
Οι Καπουτσίνοι (Καθολικοί καλόγεροι) έχτισαν οικία που έμοιαζε με Ακρόπολη (Κάστρο), αν και δεν ήταν παρά μόνο η εκκλησία με έξη-επτά κελιά.
¨όταν έμαθε για το κτίσμα ο Καπετάν Πασάς, έστειλε 30 γαλέρες, οι οποίες μόλις έφτασαν διέταξαν τους μοναχούς να βγουν έξω από το κτίριο και μετά από τρεις ώρες το έκαψαν».
Αυτό έγινε στα 1682, επειδή ο Καθολικός επίσκοπος είχε στέψει μέσα σ’ αυτήν την εκκλησία , βασιλιά της μήλου τον Καψή.
Η πειρατεία στη Μήλο, όπως και στα άλλα νησιά συνεχίστηκε ασταμάτητα μέχρι τα χρόνια του Καποδίστρια . Ο ναύαρχος Μιαούλης έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην πειρατεία , στις νότιες δε Κυκλάδες την καταστολή της Πειρατείας ανάλαβε ο Μ. Σούτσος.
ΣΥΡΟΣ
« Άι μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου, γιούργαρε τσι εχθροί μας
γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες
κι αιφνίδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες…». Λαϊκό Συριανό.
Από την αρχαιότητα ακόμα η Σύρος όπως και τα άλλα Κυκλαδονήσια υπέφερε τα πάνδεινα από τους πειρατές.
Αλλά εκτός από τα αρχαία χρόνια από τον 7ο -11ο αιώνα η Σύρα υπέφερε από τους πειρατές και περισσότερο από τους Σαρακηνούς.
Τα τοπωνύμια Καστρί και Πύργος φανερώνουν οχυρές τοποθεσίες που πήγαιναν οι κάτοικοι για να προφυλαχθούν από τους πειρατές. Και το Βιγλοστάσι (Στην Ποσειδωνία), σήμαινε κάποια βίγλα απ ‘ όπου άναβαν φωτιά και ειδοποιούσαν για τους πειρατές που πλάκωσαν.
Στις αρχές του 13ου αιώνα η Σύρα καταλήφθηκε όπως κι άλλες Κυκλάδες από το Σανούδο και τον 16ο αι. από τον Βαρβαρόσσα.Σ’ όλο το 18 αι και στις αρχές του 19ουαι.ο πληθυσμός υπέφερε πολύ κι εκεί που άλλοτε ευημερούσε,
τώρα είχε αποδεκατιστεί. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην κορυφή του λόφου για ασφάλεια.
Τούρκοι, Σαρακινοί, Έλληνες, Δυτικοί όλων των ειδών οι κουρσάρει πέρασαν από το νησί.
Στα 1617 ο Αλή τσελεπής Καπουδάν Πασάς έκανε φοβερή επιδρομή στη Σύρο.
Μόλις τις βραδινές φάνηκε στο πέλαγος ολόκληρη η αρμάδα του Τουρκικού στόλου της Άσπρης θάλασσας, τρόμος κατέλαβε τους Συριανούς που πανικόβλητοι έφευγαν όλοι προς τα όρη, πολίτες και ιερείς.
« Τον Τούρκο στόλαρχο κατέβηκε να υποδεχθεί ο καθολικός Επίσκοπος Κάργας. Ο Πασάς ζήτησε από τον Επίσκοπο να του παραδώσει αμέσως τους Καθολικούς Ιερείς αλλά εκείνος του ανακοίνωσε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.
Τότε ο πασάς εξοργίστηκε και συνέλαβε τον Επίσκοπο μαζί με τον παππά που τον συνόδευε, Μιχαήλ Βουτσίνο. Και διέταξε αμέσως να λεηλατήσουν την πόλη.
Η καταδίωξη ήταν φοβερή και γινόταν σε βουνά, σπηλιές, ναούς ( όπου έπαιρναν τα ιερά σκεύη και άμφια )και σπίτια, απ’ όπου έκλεβαν ότι πολύτιμο εύρισκαν. Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι δεν ήξεραν που να κρυφτούν.
Έκαψαν τα αρχεία της Επισκοπής και της κοινότητας, έκαψαν τους ανεμόμυλους και πολλά σπίτια. Επίσης συνέλαβαν πολλούς κατοίκους που τους οδήγησαν στις τουρκικές γαλέρες.
Ο Πασάς την άλλη μέρα απαγχόνισε τον Επίσκοπο και τον ιερέα καθώς και πολλούς από τους άρχοντες ( Προεστούς)και έφυγε παίρνοντας μαζί του 300 αιχμαλώτους. Άφησε όμως πίσω του ένα πλοίο, με έναν Τούρκο Αγά και την εντολή να δεχτεί την καταβολή λύτρων, ώστε να εξαγορασθούν από τις οικογένειές τους, όσοι αιχμάλωτοι μπορούσαν γι αυτούς να πληρώσουν οι δικοί τους.
Όταν έφυγε ο πασάς πολλοί από τους κατοίκους έφυγαν τρομοκρατημένοι για τη γειτονική Τήνο».
Τα βάσανα των νησιωτών από τον Μοροζίνη περιγράφει ο Μπουνιαλής.
« Μόνο σας λέγω κλαύσατε για τη χριστιανοσύνη
για τούτα όλα τα νησιά στο κρίμα όπου γίνει.
Αν στέκουν με τα’ Αγαρηνούς ή με τους Φράγκους λάχουν
Εις όποια χέρια τύχουσι, τούτα οι Ρωμαίοι τά’ χουν.
Τα κάτεργα σηκώνονται και πιάνουσι στη Σύρα
Και τα χαράτσια όρισαν από δεκεί κι επήραν».
Οι Συριανοί όπως και οι υπόλοιποι νησιώτες, όταν βοηθούσαν από φόβο τους Φράγκους, έβρισκαν το μπελά τους από τους Τούρκους το ίδιο συνέβαινε όταν βοηθούσαν τους Τούρκους.
Πάντως σίγουρα προτιμούσαν να πληρώνουν τους φόρους στους τούρκους παρά να λεηλατούνται και να πουλιούνται δούλοι.
Εξαιτίας των επιδρομών οι Συριανοί φρόντισαν να επιδιορθώσουν τα τείχη του Κάστρου τους. Στα τείχη της πόλης υπήρχαν επτά ή Οκτώ πύλες- Καστρόπορτες που το βραδάκι έκλειναν. Η πόρτα που βρισκόταν προς το λιμάνι έκλεινε στις 9 το βράδυ πριν κλείσει χτυπούσε η καμπάνα για να θυμίσει στους κατοίκους ότι πρέπει να βιαστούν να επιστρέψουν . Αυτή η συνήθεια παρέμεινε (το κτύπημα της καμπάνας ) κι έτσι ακόμη κι όταν κτίστηκε η Ερμούπολη στις 9 το βράδυ οι καμπάνες των εκκλησιών εξακολουθούσαν να κτυπούν.
Παραδόσεις:
Οι Πειρατές συλλαμβάνουν τρεις γυναίκες.
Κάποτε τρεις γυναίκες βγήκαν στην Επάνω Μεριά στο λόφο Μύτακα στις θέσεις «Πλάτος» και «Κουλούρα» για να μαζέψουν χόρτα. Ξαφνικά μια ομάδα πειρατών που είχε αράξει στη Βαρβαρούσα ανέβηκε στο βουνό χωρίς να γίνει αντιληπτή από τις γυναίκες.
Η ομάδα συνέλαβε τις γυναίκες και τις πήρεγια να πουληθούν ως σκλάβες στην αγορά των δούλων στο Αλγέρι.
Η μια από τις γυναίκες έχοντας ακούσει τα δεινά που περνούσαν οι σκλάβοι, καταράστηκε το μέρος που τις συνέλαβαν.
«ανάθεμά σε Μύτακα και Πλάτος και Κουλούρα
θάρρευα είναι Μεσσαριά κι ανέβαινα σιγούρα».
Η μία παό τις τρεις γυναίκες εξαγοράσθηκε από την οικογένειά της (πλήρωσε η οικογένεια) και απελευθερώθηκε.
Η Κιουρά του Πάγου.
« Μια μέρα κοντά στην εκκλησία «Κιουρά του Πάγου» ή «Μεγαλόχαρη του Πάγου», ξεκουραζόντουσαν άντρες και γυναίκες από την κούραση του θερισμού.
Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται να πλησιάζουν είκοσι περίπου κουρσάροι από την πλευρά του Γαλησσά. έντρομοι όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στη μικρή εκκλησία.
Οι πειρατές κάθισαν να ξεκουραστούν στην αυλή της εκκλησίας μιας και ήταν σίγουροι ότι οι χωρικοί δεν μπορούσαν από πουθενά να διαφύγουν.
Τότε έγινε το θαύμα: Άνοιξε ο τοίχος (γύρω στο ένα μέτρο)πίσω από το ιερό και τότε όλοι οι χωρικοί βγήκαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους πειρατές.
Όταν οι πειρατές έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα δεν βρήκαν κανένα ενώ το ρήγμα στον τοίχο είχε από μόνο του και πάλι κλειστεί.
Βιβλιογραφία:
«Πειρατεία στο Αιγαίο». Νίκου Κεφαλληνιάδη. Εκδ. Φιλλιπότης Iστορικά στοιχεία και παραδόσεις.
Ιστορικά Μυθιστορήματα.
«Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής» Γιώργος Λεονάρδος . Εκδ. « Νέα Σύνορα»
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη. Εκδ. Ωκεανίδα.
« Μηνάς ο Ρέμπελος» Κωστή Μπαστιά». Εκδοτική Αθηνών.
«Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου». Γιάννη Μαγκλή. Εκδ. Δωρικός
«…μιας και μιλώ συνέχεια για πλεούμενα , θα πρέπει, νομίζω, να δώσω μια εικόνα για τα είδη των πλοίων που έπλεαν στις θάλασσες την εποχή εκείνη.
• Κατ’ αρχήν, η ονομασία «γαλέρα» προέρχεται από την ονομασία του ψαριού γαλέος ………………..πρόκειται για ένα κωπήλατο ( με κουπιά) πολεμικό πλοίο
με μια σειρά κωπηλατών από κάθε μπάντα. Οι μεγάλες όμως ποσότητες νερού που κατανάλωναν οι κωπηλάτες της την υποχρέωναν σε συχνούς σταθμούς, που ήταν ένα μεγάλο μειονέκτημα για πλοίο».
• Άλλος τύπος πλεούμενου ήταν η γαλιότα, σκάφος κατεξοχήν πειρατών λόγω του μικρού βυθίσματος και της ευελιξίας του. Κινούνταν και με κουπιά και με πανιά. Κάθε κουπί το χειρίζονταν μόνο τρεις κωπηλάτες.
• Άλλος τύπος είναι το γαλιόνι , που κινούνταν μόνο με πανιά. Είχε όμως το μειονέκτημα να μένει στάσιμο στη μπουνάτσα, με αποτέλεσμα να γίνεται εύκολος στόχος των αντιπάλων.
• Τέλος, υπήρχε και η γαλεάσσα ή γαλεώνα, που κινούνταν και με κουπιά και με πανιά και διέθετε πάνω και κάτω κουβέρτα (κατάστρωμα), που προφύλασσε τους κωπηλάτες της. Ήταν ένα τεράστιο δυσκίνητο πλοίο, με τρία ή τέσσερα κατέρτια, που μπορούσε να φέρει δέκα πυροβόλα στην πλώρη και οχτώ στην πρύμη.
Στο βιβλίο «Ιστορία της Πειρατείας», της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, βρίσκουμε πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για την πειρατεία, αλλά και για τους τύπους των πλεούμενων της πειρατείας.
«Τα πλοία που ταξιδεύουν στη Μεσόγειο αυτή την εποχή είναι δύο διαφορετικών τύπων. Τα ιστιοφόρα και τα κωπήλατα.
Τα ιστιοφόρα είναι ψηλά πλοία για να αντέχουν στις θάλασσες και φαρδιά για να αποθηκεύουν τα εμπορεύματα. Είναι γρήγορα πλοία, αλλά εξαρτώνται απόλυτα από τις καιρικές συνθήκες (τους ανέμους). Δεν μπορούν να κάνουν εύκολα μανούβρες και να μπαίνουν και να βγαίνουν σε κλειστά (μικρά λιμάνια). Μεγάλα ιστιοφόρα είναι οι κορβέτες και οι φρεγάτες, μικρότερα ιστιοφόρα είναι οι Πολάκες, οι Ταρτάνες και τα μπριγκαντίνια.
Φρεγάτα μεγάλο ιστιοφόρο, αρχικά ήταν εξοπλισμένη με 24-18 Κανόνια, αργότερα έφτασαν να έχουν έως και 40 κανόνια. Είχαν τετράγωνα πανιά αλλά και φλόκους. Συνήθως οι Άγγλοι με φρεγάτες κούρσευαν Γαλλικά πλοία. Το πλήρωμά τους κυμαινόταν από 200 έως 500 άνδρες.
Οι κορβέτες έμοιαζαν με τις φρεγάτες αλλά ήταν μικρότερα και ελαφρότερα πλοία.
Η Ταρτάνα είχε ένα πανί λατίνι(τρίγωνο)ή τετράγωνο και ένα φλόκο.Τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά εμπορευμάτων αλλά και για το ψάρεμα.
Η πολάκα ήταν εμπορικό ιστιοφόρο. Είχε τετράγωνα πανιά.
Μπριγκαντίνι.
Τα κωπήλατα είναι τα λεγόμενα μακρά πλοία. Μακριά και χαμηλά, στενά και περισσότερο ευέλικτα. Στηρίζονται στην προωθητική δύναμη των κουπιών και βοηθητικά μόνο στα ιστία. Συνήθως κινούνταν σε παράκτιες περιοχές κι ήταν πλοία καταδίωξης, είχαν μεγαλύτερη ευελιξία. Η γαλέρα ήταν το βασικό δείγμα μακρού πλοίου. Μακρά πλοία ήταν επίσης οι γαλιότες, φελούκες, σεμπέκ, αλλά κυρίως οι φούστες. Όλοι αυτοί οι τύποι πλοίων κινούνταν με κουπιά αλλά είχαν και λίγα πανιά».
Η κωπήλατη γαλιότα ήταν ειδικά κατασκευασμένη για καταδρομές, είχε 1 κατάρτι για το βοηθητικό πανί και 16-2- πάγκους από κάθε πλευρά για να κάθονται οι κωπηλάτες. Δεν είχε κανόνια παρά μόνον2-3 πετριέρες (μηχανές που πετούσαν πέτρες και όπλα οι κωπηλάτες (μουσκέτα).
Ελληνική σακολέβα πρωτοκατασκευάστηκε στη Λήμνο, όταν οι Τούρκοι απαγόρευσαν στους Έλληνες τα φτιάχνουν μεγάλα σκάφη όπως τα μπρίκια.
Φελούκα ήταν ένα ελαφρό πλεούμενο που ταξίδευε με πανιά και με κουπιά.
Το σεμπέκ ήταν ιστιοφόρο με πανιά και κουπιά.
Βέβαια με την πάροδο του χρόνου και την πείρα που αποκτούσαν οι ναυτικοί, έφτιαχναν καινούργιους μικτούς τύπους πλοίων, που εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες τους.
Ανάλογος με το είδος αλλά και το μέγεθος του πλοίου ήταν και ο αριθμός των ναυτικών που επέβαιναν σε κάθε σκάφος. Επίσης κι εξοπλισμός του σε κανόνια ήταν ανάλογος με το μέγεθος και το είδος του.
Αναφερόμενος στη ζωή των πειρατών και στις συνθήκες που ζούσαν όταν τους έπιαναν άλλοι πειρατές ο Γ. Λεονάρδος γράφει, τα όσα ομολογεί ένας σύντροφος του Μπαρμαρόσα στις πειρατικές εξορμήσεις:
………οι Ιππότες έπεσαν πάνω μας με το μεγάλο καράβι και λογχοφόροι πήδηξαν στο πλεούμενό μας. Παραδοθήκαμε. Μας έδεσαν με αλυσίδες και μας ανέβασαν στο καράβι τους. Από εκεί μας έριξαν στον πάτο του ιστιοφόρου. …………….…….. στην ανάκριση οι Ιππότες δεν πίστεψαν τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε αν ήμασταν Έλληνες ή Τούρκοι. Γι αυτούς, όπως έλεγαν, το ίδιο άπιστοι ήμασταν.
…………………………………………………………………………………………………
…….. την Τρίτη μέρα έπεσαν πάνω μας τρεις στρατιώτες και χτυπώντας μας με το μαστίγιο, μας πήραν και μας έβαλαν στη θέση τριών κωπηλατών, που λίγο πριν είχαν πεθάνει τραβώντας κουπί. Μας αλυσόδεσαν στους πάγκους και με άλλες δυο καμτσικές μας έδειξαν ότι δεν χωρατεύουν και ότι πρέπει να κωπηλατούμε με όλη τη δύναμή μας. Εδώ θα πρέπει να περιγράψω τη διαβίωσή μας στο κάτεργο
Γιατί δεν ήταν διαβίωση αυτή ήταν φυλακή. Ήταν μια πλωτή κόλαση, στην οποία παρακαλούσες να πεθάνεις μια ώρα αρχύτερα, με την ελπίδα ότι στην άλλη κόλαση , αυτή του κάτω κόσμου, οι συνθήκες θα ήταν ανθρωπινότερες. Η ελπίδα ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο.
Όπως μάθαμε αργότερα, το ιστιοφόρο που μας αιχμαλώτισε ήταν η ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών, που είχαν εγκατασταθεί στη Ρόδο κι έκανε περιπολίες, δηλαδή πειρατικές επιδρομές, εναντίον των απίστων Τούρκων και Ελλήνων αδιακρίτως.
Από αυτό σπάνια έβγαινες ζωντανός, αν είχες, βέβαια, εσύ ή οι συγγενείς σου να πληρώσεις τα λύτρα της απελευθέρωσής σου. Σε διαφορετική περίπτωση , άφηνες εκεί την τελευταία σου πνοή, όπως οι τρεις προηγούμενοι κωπηλάτες που αντικαταστήσαμε και άλλοι πολλοί που ακολούθησαν στη διάρκεια της αιχμαλωσίας μας.
Ήμασταν δεμένοι με αλυσίδες από το ένα πόδι στο σανίδι κάτω από τον πάγκο. Το άλλο πόδι ήταν ελεύθερο να ακουμπάει στον μπροστινό πάγκο, για να βάζουμε δύναμη και να τραβάμε κουπί. Στον κάθε πάγκο, μπορούσαν να καθίσουν τρεις, τέσσερις ή και πέντε κωπηλάτες. Ο πάγκος καλυπτόταν από δέρμα προβάτων και ανάμεσα βάζαμε πανιά και μαλλιά, για να μην τρώγεται ο κώλος μας. Εκεί καθόμασταν εκεί κοιμόμασταν, εκεί κάναμε το ψιλό, εκεί κάναμε και το χοντρό μας.
Λόγω της αποφοράς (βρώμας), οι αξιωματικοί πάνω στο κατάστρωμα είχαν μαντηλάκια βρεγμένα με άρωμα, που τα έβαζαν μέσα στη μύτη τους.
…………………………………………………………………………
Όταν ανοιγόμασταν στο πέλαγος , μας περνούσαν χειροπέδες, για να μην μπορούμε να κινηθούμε και ενδεχομένως να επαναστατήσουμε, σε περίπτωση που κοντραριζόμασταν με εχθρικό πλοίο.
Μας φοβόνταν τότε οι αξιωματικοί της γαλέρας. Μπορούσαν να έρθουν τα πάνω κάτω. Να ριχτούν αυτοί αλυσοδεμένοι στα κουπιά και να βγούμε εμείς καπεταναίοι στην επιφάνεια. Γι αυτό και έπεφταν ανελέητοι πάνω μας και μας μαστίγωναν με μανία.
Κάτεργο: Πλοίο του μεσαίωνα, με τρεις σειρές κουπιά, που χειρίζονταν βαρυποινίτες κακοποιοί αλλά και πρώην σοβαροί πολίτες που είχαν καταδικαστεί για χρέη, καθώς επίσης και σκλάβοι που αιχμαλωτίζονταν κατά τη διάρκεια πειρατικών επιδρομών.
Γράμμα Αξώτη (Ναξιώτη) σκλάβου των κουρσάρων.
« Σάμπως και ο Μεγαλοδύναμος Θεός θέλησε να με παιδέψει για τα πολλά και αμέτρητα κρίματα, όπου έχω, έκανα αυτό το κακοπόδαρο ταξίδι, για να σκλαβωθά και να τυραγνιστώ και να χαλάσω το σπίτι μου, να καταφρονέσω τα αγαπημένα μου και γλυκύτατά μου παιδάκια και να σου δώσω κι εσένα αγάπη μου , παντοτινή πίκρα και αναστεναγμούς.
…………………………………………………………………………………………..
….. κάμε την καρδιά σου ατσάλινη και μετρήσου, γίνου άντρας και γυναίκα, να μην αμπαντονάρης ( να μην εγκαταλειφθείς) με την πίκρα, γιατί καλόν ήτονε να μην ήθελα λάχει μα σάμπως και έλαχε, δόξα σοι ο Θεός, που με παιδεύγει, για τα κρίματά μου, για τίποτ’ άλλο δεν τονε παρακαλώ, μόνο να κάμει ελεημοσύνη σε λόγου μου και όχι δικαιοσύνη και να λυπηθεί εσένα και τα παιδάκια μου.
Γράφω σου τα βάσανά και το παίδεμα που ηπέρασα, ώστε νάρθουμε εδώ στην Τρίπολη και δε σου τάγραφα, για να μην πικραθείς, μα πάκλι να ξέρεις να ευχαριστήσεις το Θεό πως εγλύτωσα από τα χέρια του τυράννου που μ’ έπιασε κι έπεσα σε καλά χέρια εδώ.
Μισεύγοντας ( φεύγοντας ) την Τετράδι βράδυ τις δυο του Ιουλίου άνα μίλι μακριά παό την Ικαρία βρεθήκασι δυο γαλιότες μαυρισμένες και πιάνουσί μας και το πρώτο πράμα που εκάμασι , μ’ έβαλαν μπρούμητα και με κρατούσασι πέντε νομάτοι κι μ’ ένα ξύλο με δέρνανε γδυμένο μόνο με το βρακί . Μου έκαναν τα κρέατά μου μαύρα σαν το τσουκάλι , μου λένε που βρίσκεται η αρμάδα.
Ύστερα με φωνάζει και μου λέει μπρε έχεις να αγοραστείς; Λέγω, αφέντη, φτωχός άνθρωπος είμαι και πήγαινα με το καίκι ναύρω δέκα άσπρα(χρήματα) να ζήσω τα παιδιά μου.
Μου γύρευε πολλά. Πήγαμε στην Αμοργό ήρθαν να αγοράσουν ένα καίκι εμένα και τους συντρόφους. Συμφώνησαν στα 200 ρεάλια, αλλά αυτός πήρε τα ρεάλια ,πήρε εμάς κάμποσους λαϊκούς και καλογέρους και πήγε Στην Σαντορίνη και πήρε κι από κει.
Κάναμε 35 μέρες μεσ’ τη γαλιότα καθημερινά ξυλιές, κλωτσιές, πεινασμένοι και δε μας ηδόνανε παρά ένα καμμάτι παξιμάδι το πρωί, μουχλιασμένο , που δεν τότρωγε ο χοίροςκαι μια τάσα νερό βρωμισμένο και άλλο τόσο το βράδυ. Νύχτα μέρα κουβαριασμένοι από κάτω στη φρεγάδα που δεν μπορούσαμε να ξαπλώσουμε το ποδάρι μας μια πιθαμή και από κάτω μας λάμες τα σίδερα και κουπιά. Κι όχι άλλο τίποτας οι ψείρες , που με φάγασι ζωντανό.
………………………………………………………………………………………..
Ερχόμενοι εδώ στην Τρίπολη, ήρθε ο Μπαϊράμης, τζη Πιαλίδαινας ο γυιός, τση Σουλτάνας υ αδερφός και εγόρασέ με και με παίρνει στον οντά του και μου δίνει ρούχα και αλλάζω. Μου δίνει να φάγω και να πιώ, και ανάπαψη και συντροφιές νύχτα και μέρα και δε μου λείπει άλλο, μόνο ο στερεμός σου. Ο Θεός τις ημέρες μου να του τις δώνει χρόνους και αν δεν είμαι ‘ γω άξιος να του τα’ ανταμείψω, ο Θεός να του το ανταμείψει.
Παρακαλώ σε κάμε λειτουργία στη Μητρόπολη στην Καπέλλα, στου Καπουτσίνους(καλόγερους Καθολικούς) και πες στους παπάδες να παρακαλούν για τη λευτεριά μουκαι σε όλες τις εκκλησίες μπορεί η χάρη τους να με βοηθήσει τον αμαρτωλό.
Ώχου και αλλοίμονο, αγάπη μου, και νάθελε να σε ξαναδώ να μην έχω τον στερεμό σου και να καίγομαι, ώχου παιδάκια μου, μωρουδάκια μου, ώχου γλυκήτατά μου, ω φως των ματιών μου.
…………………………………………………………………………………….
Οι αναστεναγμοί καίνε τα χείλη μου και δεν έχω δροσισμό, τα μάτια μου δεν σταματάνε να τρέχουν λίγο νερό πίνω και πιο πολύ φαρμάκι κι όσες μπουκιές τρώω τόσους αναστεναγμούς βγάζω.
……………………………………………………………………………………….
Παρακαλώσε για το Θεό, μη πικραίνεσαι, μόνο σκέψου και βοήθησέμε. Πούλησε το αμπέλι, τα χωράφια κι ότι άλλο έχομε και δώσε τα άσπρα (χρήματα) στη (Σουλτάνα) να γράψει εκείνη πως τα πήρε για να λευτερωθώ.
Μη μ’ αφήσεις αγάπη μου να χαθώ, λυπήσουμε και πάλι σου ξαναλέγω μη πικραίνεσαι.
……………………………………………………………………………….
Τα μάτια μου μου τρέχουν σαν τον ποταμό και δεν μπορώνα τα σκολάσω, η καρδιά μου άφτει και βράζει σα χαράκωμα, μα δόξα σοι ο Θεός».
ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Κοντά στη Νίσυρο (στα Δωδεκάνησα), βρίσκεται το Νησί της Παναγιάς. Είναι ένας ξερόβραχος ακατοίκητος, χωρίς ούτε ένα φύλλο πράσινο, που οι κατακόρυφες πλαγιές του γκρεμίζονται στη θάλασσα. Στην κορυφή του νησιού υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι και μια μικρή σκήτη (κελί), με δύο καλογέρους. Οι Νισυριώτες ψαράδες άφηναν στις σχισμάδες των βράχων λίγα τρόφιμα , λίγο κρασί και κάποιο ζεστό ρούχο. Σ’ αυτό το βράχο πήγε και ο Τζαννής (παλιός πειρατής) για να προσευχηθεί και να μετανιώσει για τα κρίματά του.
Οι καλόγεροι έφτιαξαν μια βαρκούλα και την κατέβαζαν με βαρούλκο (ειδικό μηχανισμό), από τα απόκρημνα βράχια.
Οι δυο πήγαιναν στη Νίσυρο για να ψωνίσουν ότι χρειάζονταν κι ο ένας έμενε πίσω, για να βοηθήσει και να ανεβάσει τη βάρκα με το βαρούλκο.
Έτσι έγινε και τούτη τη φορά. Οι δυο καλόγεροι έφυγαν κι έμεινε ο Τζαννής να περιμένει. Όταν γύρισαν ο καλόγερος άρχισε να ανεβάζει τη βάρκα που του φάνηκε βαριά και ήταν σκεπασμένη με ένα καραβόπανο.
« Τι φέρατε εκεί ευλογημένοι; τους φώναξε».
«Ανέβασέ μας και θα δεις!» του αποκρίθηκε μπουκωμένη μια φωνή.
Ο καλόγερος τους ανέβασε και τότε μέσα από τη βάρκα πετάχτηκαν έξη πειρατές.
Ο Τζαννής έτρεξε και πήρε το σπαθί του.
«Καλόγερε δώσε μας το θησαυρό είπαν οι Κουρσάροι, τους συντρόφους σου τους σφάξαμε γιατί δεν θέλησαν να μαρτυρήσουν που έχετε κρυμμένο το θησαυρό αν δεν θες να πας να τους ανταμώσεις μίλα!»
Δεν υπάρχει θησαυρός τους είπε ο καλόγερος , αλλά αυτοί και πάλι δεν τον πίστεψαν. Τότε έγινε άγρια μάχη όπου σκοτώθηκαν οι έξη πειρατές αλλά και ο καλόγερος. Από τότε το νησί ονομάστηκε το «Νησί του Καλογέρου».
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη εκδ. Ωκεανίδα.
ΝΑΞΟΣ
«Οι Κασώτες τερατές».
Ο παπά-Σκεποφύακας επαντρεψένε τη θυγατέραν του μ’ ένα βοσκό. Την άλλη μέρα ο βοσκός εδιάηκενε για το κοπάδι ντου και ήκαμενε έξε μήνες να πάει στο χωριό, γιατί εφοβούντανε να μην του πάρουνε τα ζα Κασώτες τερατές. Επήενε ο παπά-Σκεποφύακας στ΄ακρωτήρι και τούπενε.
- Βρε είντα χάλια είναι εφτά που κάνεις, και απότι επαντρεύτης δεν περνάς πια από το χωριό να’ δης τη’ υναίκα σου, σκιάξε τα ζα μεσ’ στσι φίδες (Θάμνους) να μη φαίνουνταινε και έλα να πάμε στο χωριό.
- Δεν έρχομαι, πεθερέ, γιατί θα μου πάρουνε οι τερατές τα ζα. Ύστερα από πολλή ώρα τον εκατάφερένε ο παππάς να πάνε στο χωριό.
Στο δρόμο που πααίνανε, όντε ν’ επατούσανε σε μια κορφή που τη λένε «Λεπρό» εύρισενε και κοίταξενε ο βοσκός απίσω ντου και είδενε ένα καίκι, που ήραζενε στον Πάνορμο και λέει του παπά:
- Θωρείς το πεθερέ, το καίκι που πάει ν’ αράξει;
-Θωρώ το.
-Έ, εκείνο δα, έχει μέσα τερατές και θα μου πάρουνε τα ζα.
-Μωρέ άντε μα δε στα παίρνουνε.
-Πήγε ο βοσκός στο χωριό, μα την άλλη μέρα που πήενε για το κοπάδι ντου, τούχανε πάρει εκατό ζα».
Αφηγητής Γ. Κ. Χουζούρης
«To σπουδαιότερο εισόδημα των Μανιατών _γράφει κάποιος περιηγητής- είναι η πειρατεία, το δε μεγαλύτερον εμπόριον είναι των αιχμαλώτων. Το Οίτυλον (περιοχή της Μάνης), λεγόταν Μέγα Αλγέριον, παντού αιχμαλωτίζουν, πωλούντες τους μεν χριστιανούς εις τους Τούρκους, τους δε Τούρκους εις τους χριστιανούς…»
( Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821).
« Μόλις τα βοσκοκόπελα, από τις βίγλες, βιγλατούρια και μεροβίγλια που είχε το νησί – γράφει ο κ. Μπαρδάνης- εβλέπανε τους πειρατές να πλησιάζουνε τη Νάξο,
ετρέχανε και εξεκουδουνούσανε τα ζα, για να μην προδίδουν τα κουδούνια την ύπαρξη των ζώων μέσα στις ρεματιές κι έτσι εγλυτώνανε από τους πειρατές.
Ύστερα εζωνόντανε τα όσα κουδούνια μπορούσανε και τα εσείανε, τρέχοντας, στις βουνοκορφές για να ειδοποιούσανε έτσι τις οικογένειές τους να πάνε στους κρυψώνες τους, στις γύρω σπηλιές των βουνών».
Με το σείσιμο των κουδουνιών παραπλανούσαν ασφαλώς τους πειρατές και για την πραγματική θέση των κοπαδιών
(Μ. Μπαρδάνη: Η Απεραθίτικη γλώσσα, εφημ. «Ναξιακό Μέλλον», Αυγ. 1974).
ΠΑΡΟΣ
« Άντρο , Αίγινα και Πάρο περιβόλι των κουρσάρω». Αιγινήτικη παροιμία.
H Πάρος και η Αντίπαρος εξ αιτίας της θέσης τους στις Κυκλάδες και των κατάλληλων λιμανιών τους, ιδιαίτερα της Νάουσας, υπήρξαν σχεδόν μόνιμα, σ’ όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας-Τουρκοκρατίας, καταφύγια κι ορμητήρια των διαφόρων κουρσάρων και πειρατών Φράγκων, Ελλήνων, Τούρκων και άλλων.
«Μανιάτες, Κρητικοί , Κεφαλονίτες, Μαλτέζοι ,Κορσικανοί, Μαγιορκίνοι, λογής Ευρωπαίοι, άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού», πολλοί απ΄ αυτούς παντρεμένοι στο νησί, έχοντας τα λιμάνια και τους όρμους σαν βάση, στήνοντας παγίδες και κάνοντας διάφορες εξορμήσεις, λεηλατούσαν κι άρπαζαν τα διάφορα περαστικά καράβια ή λήστευαν τα γειτονικά νησιά, «όπου σκλάβωναν άντρες, γυναίκες, αρπάζανε ζώα, διαγουμίζανε σπίτια και σχεδίν ανεμπόδιστοι διαπράττανε κάθε ασχήμια».
Μέχρι δικές τους αποθήκες διέθεταν οι κουρσάροι πάνω στο νησί, για τη φύλαξη, αποθήκευση και διάθεση της πλούσιας λαφυραγωγίας τους. Εδώ φέρνανε και πουλούσανε τα διάφορα λάφυρα από τις ληστείες τους.
«Αλλά η διαγωγή τους δεν ήταν καλή …..κι επάνω στους τόπους που τους φιλοξενούσαν στην Πάρο και στην Αντίπαρο».
Κι εκεί παρόλο που διατηρούσαν αποθήκες γεμάτες με ότι είχαν κλέψει , άρπαζαν ότι θέλανε κι εξευτελίζανε τους αγαθούς νησιώτες. Συμπεριφέρονταν τόσο βίαια, που οι κάτοικοι της Νάουσας της Πάρου, απελπισμένοι με όσα τράβαγαν απ΄αυτούς, αποφασίσανε στα 1676 να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και ζήτησαν από τις τουρκικές αρχές να τους δοθεί κάποιος άλλος τόπος για να εγκατασταθούν.
Οι Παριανοί, μη μπορώντας να τα βάλουν ανοιχτά με τους πειρατές- κι επειδή οι τούρκοι δεν τους έδωσαν άλλο χώρο για να κατοικήσουν- άλλοτε προσπαθούσαν να τους εξευμενίσουν (τους πειρατές) κι άλλοτε να τους καταδώσουν στους Τούρκους. Αν τους κατέδιδαν στους Τούρκους οι πειρατές τους εκδικούνταν , αν πάλι έκρυβαν από φόβο τους κουρσάρους τους τιμωρούσαν οι Τούρκοι, ότι και να έκαναν πάντα εύρισκαν τον μπελά τους.
Το 1537 ο Βαρβαρόσσα επιτέθηκε με τόση αγριότητα στην Πάρο και λεηλάτησε, σκότωσε όχι μόνον αυτούς που αντιστάθηκαν αλλά και τους γέροντες. Τους νέους δε τους πήρε για κωπηλάτες στα πλοία του, τα πιο μικρά αγόρια τα έστειλε στη σχολή της Κωνσταντινούπολης για να γίνουν Γενίτσαροι.
Η παράδοση έχει ως εξής:
Το φρούριο του Κεφάλου (ΑΓ. Αντωνίου) πολιορκείται από τους Τούρκους του Χαϊριδίν Βαρβαρόσσα στα 1537. Εκεί έχουν οχυρωθεί οι γενναίοι του Ενετού δυνάστη Σαγρέδο Βερνάδο και αμύνονται ανδρεία. Στην απόκρουση των επιθέσεων βοηθούν και οι ντόπιοι. Και τότε κάποιος Τούρκος ντύνεται γυναίκα και παρουσιάζεται κάτω από τα τείχη, παρακαλώντας και εκλιπαρώντας:
- Ανοίξτε, είμαι χριστιανή και έγκυος. Θα με πιάσουν οι άπιστοι.
- Φυσικά η είσοδός της επιτράπηκε και τότε μαζί με τη γυναίκα (Τούρκο), μπήκαν και οι βάρβαροι και πήρανε το κάστρο. Τότε ήτανε που σφάξανε χιλιάδες παριανούς κατοίκους εξανδραπόδησαν τόσους.
Αφηγ. Ιωάννης Φραντζής-Ντετόρος, Πάρος.
«……Πάρο, μηλιά μυριστική, μήλο του Παραδείσου.
Πάρο και τι σου οργίσθηκε αυτός ο Παρπαρούσης…».
• Ο Γιώργος Λεονάρδος στο Βιβλίο του: Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής , αναφέρει ότι ο πειρατής γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και αργότερα αφού εξισλαμίστηκε έγινε αρχηγός του Τουρκικού στόλου.
• Το Μάϊο του 1668 Καταστράφηκε η Παρκιά από τον Καπλάν Πασά και πολιορκήθηκε η Καταπολιανή.
• Αργότερα ο Μουσταφά Καπλάν στράφηκε εναντίον των νησιών
Κτυπά πρώτα την Πολύκανδρο (Φολέγανδρο), κατόπι τη Σίκινο, το Δεσποτικό, τη Σίφνο και φτάνει στην Παρκιά.
Σύμφωνα με την παράδοση :
- Μια μέρα Σαρακινοί πειρατές κα΄νανε επιδρομή στην Πάρο και λεηλάτησαν και την Καταπολιανή. Κλέψανε την εκκλησία αλλά θέλανε να κλέψουν και το Κιβώριο της Αγίας Τράπεζας. Το κατεβάσανε και προσπαθούσαν να το βγάλουν από τον ναό και να το μεταφέρουν στο καράβι τους . Αλλά όσο πλησιάζανε στην πόρτα της εκκλησίας τόσο αυτό μεγάλωνε και γινόταν ασήκωτο: Τόσο που στο τέλος δεν μπορούσαν να το σηκώσουν. Οι πειρατές θημωμένοι το σπάσανε και φύγανε. Σήμερα το κιβώριο υπάρχει στην εκκλησία με τα σημάδια από το σπάσιμο και το ξανακόλλημά του.
ΣΙΦΝΟΣ
Η Σίφνος γνώρισε κι αυτή πολλές πειρατικές επιδρομές. Η σπουδαιότερη είναι αυτή που συνδέεται με την Παναγία τη Χρυσοπηγή κι έγινε θρύλος. Αναφέρεται στην σωτηρία τριών γυναικών που πήγαν να προσκυνήσουν και βρέθηκαν μπροστά στους κουρσάρους που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα μέσα στην εκκλησία.
Η σωτηρία τους αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας.
Να τι λέει η παράδοση:
«Το γιοφύρι.
Χριστιανές αγνές ψυχές αφοσιωμένες στην πίστη η γριά Τριπολιτσιά μ΄ άλλες δυο γειτόνισσες πήγαιναν κάθε Σάβατο βράδυ στη Χρυσοπηγή, άναβαν τα καντήλια της Μεγαλόχαρης και την ελιβάνιζαν και με την αυγή ήταν στη λειτουργία του χωριού τους.
Τότε κουρσάροι ερήμαζαν τα νησιά, νωρείς είχαν δει από τις βίγλες (παρατηρητήρια) τα κλέφτικα τσερνίκια (πειρατικά πλοία) να περνούν κοντά στο νησί. Όλη τη νύχτα οι νησιώτες περίμεναν από στιγμή σε στιγμή τους κουρσάρους να φανούν.
Οι προσκυνήτριες όμως ήταν οπλισμένες με την πίστη τους, άμα ψήλωσε η πούλια πήραν κεριά, λάδι και λιβάνι κι εξεκίνησαν για το Σαββατιάτικο τάξιμό τους.
Μόλις είδαν ψηλά από το βουνό την εκκλησία που είναι στο ακρογιάλι σκοτεινή αγριεύτηκαν, γιατί τότε δεν έμενε κανένα ξωκλήσι σβηστό.
¨Όταν μπήκαν στην αυλή της εκκλησίας τότε η μία είδε ένα καϊκι στον κάβο, αλλά πίστεψαν, πως ήταν ψαράδικο. Όταν όμως έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας,άκουσαν βαρύ ρουχαλητό.
- Κουρσάροι είπαν! Στάθηκαν λίγο διστακτικές, μα η πίστη τους νίκησε.
Πάμε να ανάψομε την Παναγία , είπε η γριά Τριπολιτσά , η Χάρη της δεν θα μας αφήσει να χαθούμε.
Πέρασαν δίπλα από τους κοιμησμένους κουρσάρους, έφτασαν στο τέμπλο, άναψαν τα καντήλια, ελιβάνισαν, επροσκύνησαν , προσευχήθηκαν και ξεκίνησαν να φύγουν
Είχαν φτάσει πια στο κατώφλι , όταν ένας κουρσάρος ξύπνησε αγριεμένος από τη μυρωδιά του λιβανιού, ξαφνιάστηκαν κι οι υπόλοιποι και πήραν τα γιαταγάνια τους και βγήκαν από την εκκλησιά, πλησίασαν τις γυναίκες με υψωμένα τα γιαταγάνια , όμως ξαφνικά η γη σκίστηκε μετά από έναν μεγάλο σεισμό ,η θάλασσα μπήκε ανάμεσά τους και οι πειρατές μείναν από τη μια πλευρά κι οι γυναίκες από την άλλη. Οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν και έφυγαν να πάνε να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στην εκκλησία του χωριού τους»
ΑΜΟΡΓΟΣ
Οι πειρατικές επιδρομές κατά της Αμοργού ξεκίνησαν από τα βάθη της Αρχαιότητας και συνεχίστηκαν και σε μεταγενέστερες εποχές όπως στην εποχή του Βυζαντίου και της Ενετοκρατίας-Τουρκοκρατίας.
Το 1797 Μανιάτες πειρατές λεηλάτησαν κι εγύμνωσαν τον τόπο.
Άδειασαν τα σπίτια (οι ιδιοκτήτες τα είχαν εγκαταλείψει και είχαν φύγει στα βουνά), έσπασαν τα σεντούκια, τα γράμματά τους όλα χάθηκαν και δεν τους άφησαν ούτε ένα ρούχο.
Τους Μανιάτες καταδίωξαν κάποια παλικάρια από την Αμοργό.
« να βγάλουν τότες όνομα’ ς Ανατολή και Δύσι,
‘ςτην Αμοργόν άλλην φοράν κλέπτης να μη πατήση».
Φαίνεται ότι οι Αμοργιανοί λόγω της λεηλασίας από τους πειρατές ζήτησαν από τους Τούρκους να μην πληρώσουν φόρους για τρία χρόνια, αλλά οι Τούρκοι δεν συμφώνησαν και τους είπαν ότι θα τους τιμωρήσουν αν δεν καταβάλουν τον επιβεβλημένο φόρο.
Πειρατές στα Παραδείσια
Πειρατές άραξαν στα Παραδείσια και σκορπίστηκαν για να ληστέψουν . Πήγαν στην Κάτω Μεριά στην Κολοφάνα, αλλά οι κάτοικοι που είχαν ειδοποιηθεί κρύφτηκαν. Οι άντρες έστησαν καρτέρι στους πειρατές και παρόλο που αυτοί είχαν ανάψει φωτιές για να έρθουν να τους πάρουν με τις βάρκες , οι Αμοργιανοί τους επιτέθηκαν και σκότωσαν τους περισσότερους , μόνο λίγοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν πέφτοντας στην θάλασσα.
Δυο πειρατές όμως κρύφτηκαν σε μια σπηλιά και το πρωί κατεβαίνοντας στον Όρμο του Κάτω Κάμπου βρήκαν δύο γυναίκες και τις πήραν αιχμάλωτες μαζί τους. Στον Κάβο του Τρούλλα είδαν το πλοίο τους να κόβει βόλτεςανοιχτά ,τους έκαναν σινιάλο με φωτιές και ήρθε μια βάρκα και τους πήρε μαζί και με τις δυα γυναίκες. Η μια είχε μαζί της το μωρό της. Οι γυναίκες φτάνοντας στον Κάβο Βούλγαρη της Κέρου έκλαιγαν απαρηγόρητες που έφευγαν μακριά από το νησί και τους δικούς τους.Οι πειρατές για να διασκεδάσουν έβαλαν τις γυναίκες να τραγουδήσουν με το ζόρι .
Η πρώτη τραγούδησε:
« Όμορφο πουν’ το κάτεργο (πλοίο) κι όμορφα π’ αρμενίζει
κι όμορφοι πούν’ οι ναύτες του κι αυτός που τους ορίζει».
Η δεύτερη μωρομάνα τραγουδά:
«Κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια νανούρισέ το κι αν σου γυρέψει και βυζί , σκύψε και βύζαξέ το’.
Ο καπετάνιος του πειρατικού λυπήθηκε τον πόνο της δεύτερης γυναίκας και τις άφησε ελεύθερες στον Κάβο του Τρούλλη.
Ο Άγιος κάνει το θαύμα του.
Στον κάμπο τις Καλοταρίτισσας άντρες και γυναίκες θέριζαν αμέριμνοι. Ανάμεσά τους και μια μωρομάνα που θήλαζε πιο πέρα το μωρό της και τούπαιζε στην ανεμόκουνια. Ξαφνικά πλάκωσαν πειρατές. άντρες και γυναίκες έτρεξαν για να σωθούν, η μάνα όμως πιάστηκε. Οι πειρατές την πήραν μαζί τους κι άφησαν στην κούνια το μωρό παρά τις παρακλήσεις της. Το πλοίο ανοίχτηκε στο πέλαγος.
Περνώντας μπροστά από το ξωκλήσι που τόσες φορές είχε ανάψει το καντήλι, η γυναίκα προσευχήθηκε θερμά για τη σωτηρία της . Τότε έγινε το θαύμα. Το πλοίο έμεινε ακίνητο, δεν πήγαινε ούτε μπρος ,ούτε πίσω. Οι πειρατές τότε φοβήθηκαν κατάλαβαν, γύρισαν πίσω στον όρμο της Καλοταρίτισσας κι άφησαν τη γυναίκα λεύτερη.
Δημοτικό τραγούδι της Αμοργού « Ο Σκλάβος».
« Σαράντα κάτεργα’ μεστα κι εξηνταδυό φρεάδες.
Κ’ είχομεν σκλάβους εκατό στην άλυσι βαρμένους,
Στην άλυσι, στα σίδερα και στην βαρειά καδένα
Κι ο σκλάβος ενεστέναξε κι εστάθη η φρεάδα.
-Ποιος είναι π’ αναστέναξε και στάθη η φρεάδα ;
αν είν’ από τους σκλάβους μου να τον ελευτερώσω
κι αν είν’ από τη λεβεντιά λουφέ να της εδώσω.
-Εγώ’ μαι π’ ανεστέναξα και στήθη η φρεάδα.
- Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε γδυμνόν σ’ αφήκαν;
-Μηδέ πεινώ, μήτε διψώ, μηδέ γδυμνιό μ’ αφήκες,
της νιότης μου θυμήθηκα, της δόλιας μου γυναίκας,
που’ μουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος,
εχτές πουλούν τα ρούχα μου, σήμερον τα’ άρματά μου,
αύριον την γυναίκα μου την ευλογούνε μ’ άλλον.
-Σκλάβε ξανατραγούδησε και να σε ελευτερώσω.
……………………………………………………
Κι ο σκλάβος ετραγούδησε κι ο πειρατής του έδωσε τη λευτεριά του.
ΣΧΟΙΝΟΥΣΑ
Το ου 1816 ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή στη Σχοινούσα, αιχμαλωτίζει Ναξιώτικη βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά του και τους αφήνουν γυμνούς να γυρίσουν στη χώρα.
Να τι λέει η Παράδοση:
Η σπηλιά του Μανιάτη.
Κάποτε , λέει, ένας πειρατής από τη Μάνη, βγήκε στη Σχοινούσα για να ληστέψει, για πειρατεία. Διάλεξε να ληστέψει την εκκλησία «Παναγία η Ακαθή».
Την ώρα της ληστείας, έβλεπε την εικόνα και νόμιζε πως τον παρακολουθεί συνέχεια ( έχεις προσέξει μερικές εικόνες πούναι έτσι ζωγραφισμένες, που τα μάτια τους θαρρείς πως σε κοιτάζουνε, όπου κι αν πας;). Νευρίασε κι αυτός κι έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα και την τρύπησε.
Μετά πήρε τη λεία του κατέβηκε για να φύγει και στο δρόμο του γλίστρησε κι έπεσε κάτω , πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε.
Από τότε πια πήρε τ’ όνομα « η σπηλιά του Μανιάτη». Η σπηλιά είναι κοντά στην ακρογιαλιά, δίπλα στο πηγάδι, πάνω ακριβώς από το λιμανάκι.
Αφηγ. Γεώργιος Ι. Τζαννετής, Εκπαιδευτικός.
Καλόξυλος Νάξου»
ΑΝΑΦΗ
Η Ανάφη είναι περήφανη για τον τρομερό πειρατή που έβγαλε τον Ιωάννη Δελοκάβο
Ήτανε άντρας θηρίο. Έζησε επί Φραγκοκρατίας κι όργωσε όλο το Αιγαίο με τα καράβια του. Το 1269 ελευθέρωσε την πατρίδα του, Ανάφη από τους Φράγκους και την παρέδωσε λεύτερη στους πατριώτες του. Έτσι το νησί έμεινε ελεύθερο μέχρι το 1307 που το κατέλαβε ο Γιαννούλης Γοζαδίνος.
Άλλοι λένε πως καταγόταν από την Ανάφη κι άλλοι πως ήταν Ιταλός και μάλιστα Γενοβέζος.
ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ
Στο Β. Α. μέρος του Παλαιοκάστρου της Φολέγαντρος και σε τριάντα μέτρα από τη θάλασσα βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά. Φαίνεται ότι στην παλιά εποχή χρησίμευε σαν Ιερός χώρος γιατί βρέθηκαν αγαλματίδια, κομμάτια από αγγεία κλπ
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας η σπηλιά χρησίμευε σαν καταφύγιο των κατοίκων από τους πειρατές.
Η επιδρομή στη Χρυσοσπηλιά:
Στα 1770 η χώρα του νησιού ήταν χτισμένη στο Παλαιόκαστρο , πάνω από την Παναγιά , στο Νότιο μέρος του νησιού. Στο βορεινό μέρος του Παλαιοκάστρου βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά
Εκεί έτρεχαν οι κάτοικοι για να γλιτώσουν από τους πειρατές (μιας και έχει και μπόλικο νερό). Σε μια τέτοια επιδρομή οι κάτοικοι κρύφτηκαν οι πειρατές όμως οργισμένοι άρχισαν να τους ψάχνουν.
Εκεί σε ένα μονοπάτι πρόλαβαν μια γριά πούτρεχε προς το σπήλαιο. Η γριά βαστούσε μαζί και τη σβία της (ρόκα), για να ασχολείται όσο θα κρατά η πολιορκία. Την πιάσανε όμως οι πειρατές στα « Ελληνικά σκαλιά» και της λένε:
- Πες μας που είναι οι άλλοι και θα σου χαρίσουμε τη ζωή.
-Η γριά αναγκάστηκε να τους δείξει τη σπηλιά.
Όταν οι πειρατές πέτυχαν το σκοπό τους, τη βασάνισαν και τη σπρώξανε στο γκρεμό, όπου κομματιάστηκε. Εκεί έπεσε κοντά σε μια μικρή σπηλιά που ονομάστηκε «της γριάς το σπηλίδι».
Μπροστά στο στόμιο της Χρυσοσπηλιάς υπήρχε φαίνεται παλαιότερα τοίχος με πολεμίστρες για να αμύνονται οι πολιορκημένοι. Οι πειρατές κατέβηκαν στη σπηλιά και ανατίναξαν το τοίχος με βαρέλια μπαρούτι και θειάφι, με αποτέλεσμα άλλοι να σκοτωθούν κι άλλοι να πεθάνουν από ασφυξία.
Στην επιδρομή αυτή σκοτωθήκανε όλοι οι κάτοικοι του νησιού».
Αφηγ. Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Φολέγανδρος
Από επίσημα όμως ιστορικά στοιχεία φαίνεται ότι στα 1715 εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, όχι όμως όλοι όπως λέει η παράδοση, έτσι η ζωή συνεχίστηκε πάνω στο νησί.
Μια άλλη παράδοση λέει ότι :
Την 1η Μαΐου του1790, παρουσιάστηκαν έξω από το νησί δεκαοχτώ πειρατικά αλγερινά πλοία –φούστες- που κατευθύνονταν στην ακτή της Πλάκας.
Τότε φοβισμένοι οι κάτοικοι κατέφυγαν στην εκκλησιά της Παναγιάς πάνω στο βουνό.
Με δεήσεις και δάκρυα στα μάτια μετέφεραν την εικόνα της Παναγίας στην άκρη του ψηλού βράχου που απ΄κάτω απλωνόταν η θάλασσα και παρακαλούσαν τη Μεγαλόχαρη να τους προστατέψει.
Αμέσως ένας δυνατός βοριάς φύσηξε και όλα τα πειρατικά πλοία βούλιαξαν. Κανένας από το πλήρωμα των πλοίων δεν σώθηκε, εκτός από έναν αιχμάλωτο χριστιανό, που κολυμπώντας έφτασε στην παραλία της Πλάκας.
Αυτός είπε στους Φολεγανδρίτες ότι μια αστραπή που’ ρχότανε απ’ το βουνό –από την εικόνα- αναποδογύρισε τα πλοία.
Από τότε η Πρωτομαγιά θεωρείται πολύ μεγάλη γιορτή για τους κατοίκους του νησιού.
Αφηγ. Πέτρος Γαβαλάς, Φολέγανδρος
ΚΙΜΩΛΟΣ ή Αργκεντιέρα.
Η Κίμωλος από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα υπέφερε πολύ από τους Κουρσάρους και τους πειρατές. Στην Παναγιά την Πανωβάρδια οι Κιμωλιάτες φυλάγανε βάρδια γιατί φοβόντουσαν τους κλέφτες (είχανε δηλ παρατηρητήριο). Μόλις βλέπανε πλεούμενο ειδοποιούσαν τους κατοίκους κι εκείνοι κλείνονταν στο Κάστρο ( που το είχαν φτιάξει οι Βενετοί),μαζί με τα ζώα τους.
Παρόλα αυτά στα 1638 οι κουρσάροι αποβιβάζονται στην Κίμωλο και καίνε το μοναδικό χωριό, με τους διακόσιους κατοίκους του, με αποτέλεσμα να ρίξουν τους Κιμωλιάτες σε πολύ μεγάλη φτώχια.
¨οσοι μπόρεσαν να καταφύγουν στη Σίφνο επέστρεψαν και πξανάκτισαν το κάστρο τους όμως και πάλι τους περίμενε η ίδια τύχη, ώσπου στο τέλος έγινε ορμητήριο χριστιανών πειρατών. Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Βενετοί επέβαλαν φορολογίες στο νησί αλλά και στρατολογούσαν ανθρώπους για να κάνουν κουπί.
Συχνά ο Βενέτικος στόλος άραζε στα λιμάνια της Πάρου, της Κιμώλου, της Μήλοτ, της Νάξου για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει και να καταληστέψει τους κατοίκους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, « οι Βενετοί έκοψαν όλα τα ληόδεντρα στο νησί, κατά τους πολέμους που είχαν εναντίον των Τούρκων».
« Η Βενετιά τον έστειλε τους Τούρκους να γυρεύει, τους ορθοδόξους χριστιανούς , γιάντα να τους παιδεύει;».
Χαρακτηριστικό της αθλιότητας που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο νησί, γράφει ο Χ. Μουστάκας και πόσο υπέφεραν οι φτωχοί κάτοικοί του είναι το πιο κάτω περιστατικό.
«Ένας από τους πειρατές της Μάλτας, βγήκε από το πλοίο του με δέκα περίπου πάνοπλους συντρόφους του. Οι πειρατές άρχισαν να ληστεύουν τους κατοίκους του νησιού. Την ίδια ώρα ο αρχιπειρατής έτρωγε στο σπίτι του Γάλλου προξένου. Κάποια στιγμή έφτασε τρέχοντας ένας πειρατής για να αναφέρει στον καπετάνιο του, ότι ένα πλοίο πάνοπλο εχθρικό, είχε μπει στο λιμάνι».
Ο αρχιπειρατής ζήτησε αμέσως να φέρουν αυτόν που είχε τοποθετηθεί στη σκοπιά για να παρακολουθεί το πέλαγος και δεν ειδοποίησε ότι κάποιο πλοίο πλησιάζει.
Ο Κιμωλιάτης έφτασε τρέμοντας αλλά στάθηκε τυχερός γιατί το πλοίο δεν ήταν Τούρκικο αλλά Γαλλικό κι έπειτα κι από παράκληση του προξένου ο νησιώτης δεν τιμωρήθηκε.
Παλαιότερα για τον ίδιο λόγο κάποιος άλλος παρατηρητής τιμωρήθηκε πολύ σκληρά από άλλον πειρατή. Αφού τον χτύπησε πολύ άσχημα , διέταξε να του γκρεμίσουν το σπίτι του και δεν του επέτρεψε να το ξανακτίσει.
ΜΗΛΟΣ
Η Μήλος εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για τη Σμύρνη και για την Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι (καλό λιμάνι), έγινε φωλιά πειρατών ξένων αλλά και ντόπιων. Όλο το διάστημα από το 17ο ως και το 19ο αι.
Το 1678 γράφει ο Γραμματέας της Ολλανδικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη:
« Στη Μήλο συγκεντρώνονται πολλοί κουρσάροι , εδώ φέρνουν τα λάφυρα τους και γίνονται αγοραπωλησίες. Η Καθολική Εκκλησία έχει ένα μοναστήρι Καπουτσίνων (είδος Μοναχών) που είναι υπό την προστασία του Γάλλου Προξένου. Η Μήλος πληρώνει κάθε χρόνο στο Σουλτάνο πέντε χιλιάδες τάλληρα».
Οι φοβεροί πειρατές Μανέττας, Αρμακόλας, Κατραμάς, Λόλιος, Φραγκόπουλος όλο το χειμώνα τον περνούσαν στο νησί, τρώγοντας, πίνοντας και διασκεδάζοντας. Ο φοβερός αρχιπειρατής Καψής είχε στήσει το βασίλειό του στη Μήλο. «ο βασιλεύς της Μήλου», όπως τον αποκαλούσαν.
« Ήτον εις Μήλον υπανδρεμένος
ήτον και καπετάνιος ξακουσμένος
είχε και μίαν γυναίκα από το κάστρο
κι έλαμπε το πρόσωπό της ως τα’ άστρο».
Στα 1624 αναφέρεται ότι Τυνήσιοι πειρατές κουρσεύουν ένα ολλανδικό πλοίοπου ταξίδευε μέσω Μήλου και Σμύρνης για την Πόλη.
Ο Πατήρ Σωζέ ένας Γάλλος Ισουίτης (Καθολικός παπάς ), από τη Νάξο γράφει: «Ο Ιωάννης Καψής παρόλο που δεν καταγόταν από μεγάλη και πλούσια οικογένεια κατόρθωσε να ανακηρυχθεί κύριος του νησιού.
Οι Κάτοικοι της Μήλου άνθρωποι αντρειωμένοι, θαύμαζαν τα κατορθώματα του Καψή κι επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν τον Τουρκικό ζυγό τον αναγνώρισαν άρχοντά τους.
Στον Μητροπολιτικό Ναό των Ελλήνων ο Λατίνος Επίσκοπος του κρέμασε στο λαιμό χρυσή αλυσίδα και ο λαός φώναξε:
-Ζήτω ο Καψής.
Κατοίκησε σε ένα μεγάλο σπίτι που το φρουρούσαν 25 ένοπλοι στρατιώτες, όταν δε έβγαινε από το σπίτι τον συνόδευαν 50 ένοπλοι.
Προσπάθησε να φέρεται σωστά και δίκαια ώστε να τον σέβονται οι κάτοικοι του νησιού και απένεμε δικαιοσύνη δίκαια και χωρίς να μεροληπτεί.
Η βασιλεία του διήρκεσε τρία χρόνια και θα διαρκούσε περισσότερο αν ο Καψής δεν εμπιστευόταν τους Τούρκους.
Η Πύλη, βλέποντας τα μέτρα που έπαιρνε ο Καψής και την αγάπη που του είχαν οι Μηλιοί θέλησαν να τον καταστρέψουν , όχι όμως με φανερή επίθεση.
Έστειλαν τρεις γαλέρες με την πρόφαση να εισπράξουν τους φόρους.
Μόλις οι Γαλέρες αγκυροβόλησαν ο Διοικητής τον επισκέφθηκε και τον διαβεβαίωσε για την εκτίμηση που του είχε ο Σουλτάνος και ότι θα συνέχιζε να τον εκτιμά όσο ο Κψής θα αναγνώριζε ως αφέντη το Σουλτάνο. Κατόπιν κάλεσε τον Καψή στη Γαλέρα. Ο Καψής για να μην φανεί εχθρικός απέναντι στους Τούρκους επισκέφθηκε το πλοίο συνοδευόμενος μόνο από 12 στρατιώτες.
Μόλις επιβιβάστηκε στο πλοίο τον περικύκλωσαν του αφαίρεσαν τη χρυσή αλυσίδα από το λαιμό και τον έδεσαν με αλυσίδες . Αμέσως δε σήκωσαν τα πανιά και ξεκίνησαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν.
Οι Καπουτσίνοι (Καθολικοί καλόγεροι) έχτισαν οικία που έμοιαζε με Ακρόπολη (Κάστρο), αν και δεν ήταν παρά μόνο η εκκλησία με έξη-επτά κελιά.
¨όταν έμαθε για το κτίσμα ο Καπετάν Πασάς, έστειλε 30 γαλέρες, οι οποίες μόλις έφτασαν διέταξαν τους μοναχούς να βγουν έξω από το κτίριο και μετά από τρεις ώρες το έκαψαν».
Αυτό έγινε στα 1682, επειδή ο Καθολικός επίσκοπος είχε στέψει μέσα σ’ αυτήν την εκκλησία , βασιλιά της μήλου τον Καψή.
Η πειρατεία στη Μήλο, όπως και στα άλλα νησιά συνεχίστηκε ασταμάτητα μέχρι τα χρόνια του Καποδίστρια . Ο ναύαρχος Μιαούλης έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην πειρατεία , στις νότιες δε Κυκλάδες την καταστολή της Πειρατείας ανάλαβε ο Μ. Σούτσος.
ΣΥΡΟΣ
« Άι μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου, γιούργαρε τσι εχθροί μας
γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες
κι αιφνίδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες…». Λαϊκό Συριανό.
Από την αρχαιότητα ακόμα η Σύρος όπως και τα άλλα Κυκλαδονήσια υπέφερε τα πάνδεινα από τους πειρατές.
Αλλά εκτός από τα αρχαία χρόνια από τον 7ο -11ο αιώνα η Σύρα υπέφερε από τους πειρατές και περισσότερο από τους Σαρακηνούς.
Τα τοπωνύμια Καστρί και Πύργος φανερώνουν οχυρές τοποθεσίες που πήγαιναν οι κάτοικοι για να προφυλαχθούν από τους πειρατές. Και το Βιγλοστάσι (Στην Ποσειδωνία), σήμαινε κάποια βίγλα απ ‘ όπου άναβαν φωτιά και ειδοποιούσαν για τους πειρατές που πλάκωσαν.
Στις αρχές του 13ου αιώνα η Σύρα καταλήφθηκε όπως κι άλλες Κυκλάδες από το Σανούδο και τον 16ο αι. από τον Βαρβαρόσσα.Σ’ όλο το 18 αι και στις αρχές του 19ουαι.ο πληθυσμός υπέφερε πολύ κι εκεί που άλλοτε ευημερούσε,
τώρα είχε αποδεκατιστεί. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην κορυφή του λόφου για ασφάλεια.
Τούρκοι, Σαρακινοί, Έλληνες, Δυτικοί όλων των ειδών οι κουρσάρει πέρασαν από το νησί.
Στα 1617 ο Αλή τσελεπής Καπουδάν Πασάς έκανε φοβερή επιδρομή στη Σύρο.
Μόλις τις βραδινές φάνηκε στο πέλαγος ολόκληρη η αρμάδα του Τουρκικού στόλου της Άσπρης θάλασσας, τρόμος κατέλαβε τους Συριανούς που πανικόβλητοι έφευγαν όλοι προς τα όρη, πολίτες και ιερείς.
« Τον Τούρκο στόλαρχο κατέβηκε να υποδεχθεί ο καθολικός Επίσκοπος Κάργας. Ο Πασάς ζήτησε από τον Επίσκοπο να του παραδώσει αμέσως τους Καθολικούς Ιερείς αλλά εκείνος του ανακοίνωσε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.
Τότε ο πασάς εξοργίστηκε και συνέλαβε τον Επίσκοπο μαζί με τον παππά που τον συνόδευε, Μιχαήλ Βουτσίνο. Και διέταξε αμέσως να λεηλατήσουν την πόλη.
Η καταδίωξη ήταν φοβερή και γινόταν σε βουνά, σπηλιές, ναούς ( όπου έπαιρναν τα ιερά σκεύη και άμφια )και σπίτια, απ’ όπου έκλεβαν ότι πολύτιμο εύρισκαν. Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι δεν ήξεραν που να κρυφτούν.
Έκαψαν τα αρχεία της Επισκοπής και της κοινότητας, έκαψαν τους ανεμόμυλους και πολλά σπίτια. Επίσης συνέλαβαν πολλούς κατοίκους που τους οδήγησαν στις τουρκικές γαλέρες.
Ο Πασάς την άλλη μέρα απαγχόνισε τον Επίσκοπο και τον ιερέα καθώς και πολλούς από τους άρχοντες ( Προεστούς)και έφυγε παίρνοντας μαζί του 300 αιχμαλώτους. Άφησε όμως πίσω του ένα πλοίο, με έναν Τούρκο Αγά και την εντολή να δεχτεί την καταβολή λύτρων, ώστε να εξαγορασθούν από τις οικογένειές τους, όσοι αιχμάλωτοι μπορούσαν γι αυτούς να πληρώσουν οι δικοί τους.
Όταν έφυγε ο πασάς πολλοί από τους κατοίκους έφυγαν τρομοκρατημένοι για τη γειτονική Τήνο».
Τα βάσανα των νησιωτών από τον Μοροζίνη περιγράφει ο Μπουνιαλής.
« Μόνο σας λέγω κλαύσατε για τη χριστιανοσύνη
για τούτα όλα τα νησιά στο κρίμα όπου γίνει.
Αν στέκουν με τα’ Αγαρηνούς ή με τους Φράγκους λάχουν
Εις όποια χέρια τύχουσι, τούτα οι Ρωμαίοι τά’ χουν.
Τα κάτεργα σηκώνονται και πιάνουσι στη Σύρα
Και τα χαράτσια όρισαν από δεκεί κι επήραν».
Οι Συριανοί όπως και οι υπόλοιποι νησιώτες, όταν βοηθούσαν από φόβο τους Φράγκους, έβρισκαν το μπελά τους από τους Τούρκους το ίδιο συνέβαινε όταν βοηθούσαν τους Τούρκους.
Πάντως σίγουρα προτιμούσαν να πληρώνουν τους φόρους στους τούρκους παρά να λεηλατούνται και να πουλιούνται δούλοι.
Εξαιτίας των επιδρομών οι Συριανοί φρόντισαν να επιδιορθώσουν τα τείχη του Κάστρου τους. Στα τείχη της πόλης υπήρχαν επτά ή Οκτώ πύλες- Καστρόπορτες που το βραδάκι έκλειναν. Η πόρτα που βρισκόταν προς το λιμάνι έκλεινε στις 9 το βράδυ πριν κλείσει χτυπούσε η καμπάνα για να θυμίσει στους κατοίκους ότι πρέπει να βιαστούν να επιστρέψουν . Αυτή η συνήθεια παρέμεινε (το κτύπημα της καμπάνας ) κι έτσι ακόμη κι όταν κτίστηκε η Ερμούπολη στις 9 το βράδυ οι καμπάνες των εκκλησιών εξακολουθούσαν να κτυπούν.
Παραδόσεις:
Οι Πειρατές συλλαμβάνουν τρεις γυναίκες.
Κάποτε τρεις γυναίκες βγήκαν στην Επάνω Μεριά στο λόφο Μύτακα στις θέσεις «Πλάτος» και «Κουλούρα» για να μαζέψουν χόρτα. Ξαφνικά μια ομάδα πειρατών που είχε αράξει στη Βαρβαρούσα ανέβηκε στο βουνό χωρίς να γίνει αντιληπτή από τις γυναίκες.
Η ομάδα συνέλαβε τις γυναίκες και τις πήρεγια να πουληθούν ως σκλάβες στην αγορά των δούλων στο Αλγέρι.
Η μια από τις γυναίκες έχοντας ακούσει τα δεινά που περνούσαν οι σκλάβοι, καταράστηκε το μέρος που τις συνέλαβαν.
«ανάθεμά σε Μύτακα και Πλάτος και Κουλούρα
θάρρευα είναι Μεσσαριά κι ανέβαινα σιγούρα».
Η μία παό τις τρεις γυναίκες εξαγοράσθηκε από την οικογένειά της (πλήρωσε η οικογένεια) και απελευθερώθηκε.
Η Κιουρά του Πάγου.
« Μια μέρα κοντά στην εκκλησία «Κιουρά του Πάγου» ή «Μεγαλόχαρη του Πάγου», ξεκουραζόντουσαν άντρες και γυναίκες από την κούραση του θερισμού.
Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται να πλησιάζουν είκοσι περίπου κουρσάροι από την πλευρά του Γαλησσά. έντρομοι όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στη μικρή εκκλησία.
Οι πειρατές κάθισαν να ξεκουραστούν στην αυλή της εκκλησίας μιας και ήταν σίγουροι ότι οι χωρικοί δεν μπορούσαν από πουθενά να διαφύγουν.
Τότε έγινε το θαύμα: Άνοιξε ο τοίχος (γύρω στο ένα μέτρο)πίσω από το ιερό και τότε όλοι οι χωρικοί βγήκαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους πειρατές.
Όταν οι πειρατές έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα δεν βρήκαν κανένα ενώ το ρήγμα στον τοίχο είχε από μόνο του και πάλι κλειστεί.
Βιβλιογραφία:
«Πειρατεία στο Αιγαίο». Νίκου Κεφαλληνιάδη. Εκδ. Φιλλιπότης Iστορικά στοιχεία και παραδόσεις.
Ιστορικά Μυθιστορήματα.
«Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής» Γιώργος Λεονάρδος . Εκδ. « Νέα Σύνορα»
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη. Εκδ. Ωκεανίδα.
« Μηνάς ο Ρέμπελος» Κωστή Μπαστιά». Εκδοτική Αθηνών.
«Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου». Γιάννη Μαγκλή. Εκδ. Δωρικός






